Ο ΘΕΟΣ κι ἀπό τό πικρό βγάζει γλυκύ! Κι ἀπό τά δεινά ὁ Θεός βγάζει καλό γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κάπως ἔτσι μέ μιάν ἀναλογική ἁλιευτική πανσοφία τόσο ἁπλά καί παραστατικά τά ἔλεγε ἀπό τήν πείρα τῆς βαθείας καρδιᾶς του καί τοῦ θεοπτικοῦ του ὄμματος ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπό τούς πασίγνωστους ἡμετέρους καί πανορθόδοξους θεοφόρους διδασκάλους. Σάν νά μᾶς ἔλεγε πώς ἐχθρός μας δέν εἶναι ἡ ἱστορία οὔτε καί ἡ ἐλευθερία, τά πλαίσια τῆς ὑπαρκτικότητάς μας, τά ὁποῖα τόσο πεισματικά εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων στοχοποιοῦμε ἐμεῖς.

Οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς καί τῆς κοινωνίας καί τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀσκήσεως καί ὁμολογίας καί τοῦ διαρκοῦς εὐαγγελισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς χριστιανικότητός μας. Ὄχι τόσο μέ τά λόγια, ὅσο μέ τή δύναμη τῆς ἐμβιώσεώς τους καί μέ τήν σύγκλιση τῶν καρδιῶν μας. Δυστυχῶς· ἀντί τῆς ἐκπλήρωσης αὐτοῦ τοῦ χρέους μας, ἐμεῖς κτίζουμε καί ξανακτίζουμε ἀδιέξοδα μεταξύ μας. Ὁ Θεός ὅμως ἀνοίγει διεξόδους, ἀκόμη καί μέσα στίς ἰδιοτροπίες τοῦ ἀντιπαραδείγματός μας, γιά νά ξαναβρεθοῦμε κοντά στόν ἐκκλησιαστικῶς πλησίον μας κι ἀνταμώνοντας αὐτόν προπαντός τόν πλησίον μας νά βροῦμε καί τόν Θεό μας καί νά Τόν συνομολογήσουμε. Ἔτσι ὥστε νά γίνουμε ἀπό κοινοῦ “πλησίον” στό συνάνθρωπο τῆς συνιστορίας μας, πού ἡ εὐθύνη μας (καί) γι᾽ αὐτόν καί γιά τόν προρρηθέντα συναποτελεῖ τό βιογραφικό τῆς μεθιστορίας μας, τήν ἐσχατολογική μας ἀπολογία.

Ο ΘΕΟΣ τῆς ἱστορικῆς ἀποκαλύψεως καί τῆς βιωματικῆς χριστιανικῆς θεολογίας, αὐτός μόνος εἶναι ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ. Τόσες φορές τό ἔχουμε διαβάσει στίς Γραφές μας, καί οἱ ἁπλοί καί οἱ τρανοί, κι ὅμως ἔχει περάσει στό ὑποσυνείδητό μας ὄχι ὡς δεοντολογία ἀναφορᾶς καί ἀναγωγῆς καί ἐπιπόθηση θείας κοινωνίας, ἀλλά ὡς διαβαθμισμένη δεοντολογία αὐτοδοξασμοῦ, ματαιοφροσύνης καί ματαιοδοξίας. Εἶναι ὁ πειρασμός τῆς βιασύνης στή γευσιγνωσία τῆς θεώσεως, ὁ καρπός τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως πρίν τήν ὥρα μας. Φανταζόμαστε πώς κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κατ᾽ ἐξοχήν ὑπάρχοντες, κι ἐμεῖς δικαιούμεθα νά εἴμαστε οἱ κατ᾽ ἐξοχήν ὑπαρκτοί, ἐμεῖς συνθέτουμε καί ἀνασυνθέτουμε καί διευθύνουμε τή χορογραφία τῆς ἱστορίας, ἐμεῖς διεκδικοῦμε καί τήν τωρινή καί τήν μελλοντική προτεραιότητα, ἄν μή καί τήν… ἀποκλειστικότητα. Εἶναι ἡ φαντασιωμένη ἀλαζονεία ἐκείνου τοῦ πειρασμοῦ πού πείραξε καί τόν Κύριο μετά τήν βάπτιση καί τήν σαρανταήμερη νηστεία. Τοῦ ἐπετράπη παρά τοῦ Κυρίου καί τόλμησε νά Τόν πειράξει!

ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟ ΘΕΟ ἀναιδέσθηκε νά πειράξει, κι ἐμᾶς δέν θά πειράξει; ῎Οχι πώς κυβερνᾶ τήν ἱστορία, ἀλλά χρησιμοποιεῖ τήν δική μας ἐθελούσια κατάχρηση καί κακοχρησία τῆς ἐλευθερίας ὡς ἐφαλτήριο κακουργίας μέσα στήν ἱστορία. Κι ὁ Θεός; Ἀμεριμνεῖ; Αὐτό θά ἦταν μιά ἀνθρωποπαθής φιλοσοφική αὐταπάτη, καί μόνον νά τό σκεφτόμαστε. Ὄχι. Ὅπως ἐκεῖνον τόν ἀμετανόητο κι ἐθελόκακο, ἀναλόγως κι ἐμᾶς ὁ Θεός μᾶς ἐπιτρέπει στήν ἐθελοταλαιπωρία μας, ὥσπου νά βρεθοῦμε στά ὁριακά μας ἀδιέξοδα καί νά ἀναγνωρίσουμε τίς πειρασμικές παρερμηνεῖες τῶν δικαιωμάτων μας. Δικαιωμάτων κατά κόσμον πού ἐμεῖς θαρροῦμε τάχα πώς εἶναι τά παρά Θεοῦ χαρισμένα δικαιώματα. Μέ τήν ἀμβλυωπία τοῦ ἐγώ καί τοῦ ὑπερεγώ, ἐξυπηρετώντας τά τοιαῦτα “δικαιώματα” ἀναζητοῦμε ἀξία στήν ἔσχατη ἀπαξίωσή μας τῆς αὐτοδικαίωσης καί νοηματοδότηση ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει νόημα, ψάχνουμε τή σημασία μας στά ἀσήμαντα καί στοχεύουμε ἀσκόπως στίς ἄσκοπες φαντασιώσεις.

ΑΝ ΠΟΤΕ ἐλεηθοῦμε νά τό νιώσουμε, διερχόμεθα ἀπό τό νηπιαγωγεῖο τῆς παιδικότητος καί τῆς παλιμπαιδείας καί παίζουμε μέ τά παιχνιδάκια τῆς ἀφροσύνης μας, ζητώντας μόνον ἐμᾶς νά προσέχουν, ἀπαιτώντας νά γίνεται πάντοτε τό δικό μας καί νά κραταιώνεται ὁπωσδήποτε ἡ ἐπιθετική ἄνοδος τῶν δικῶν μας ἀτομικῶν καί ἑταιρικῶν κερδῶν, κάτι ὡσάν μετοχοποίηση τῆς θρησκείας. Ἡ κοσμικοποίηση στό ἔπακρο. Μά ὁ κόσμος μας ἐπί τόσους καί τόσους αἰῶνες αὐτοεπαναλαμβάνεται χωρίς νά ὡριμάσει ἀκόμη, καί πῶς νά μᾶς ὡριμάσει ἐμᾶς γιά τήν κοσμικότητά μας μέσα στήν κοσμικότητά του; Ἐρήμην τοῦ Θεοῦ (δηλαδή στήν ἐθελότυφλη ἄγνοιά της γιά τό Θεό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποκαλύψεως καί ἐμπειρίας ἐν αἰσθήσει) ἡ ζωή μας μόνον τήν ἐρημοποίηση τυχοδιώκει καί μόνον τόν κλαυθμό τελικά ἀπογεύεται.

«Ο ΘΕΟΣ ἐπί γῆς ἐφάνη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» πρό 20 αἰώνων, αὐτό εἶναι ἐπιτέλους γεγονός, καί (εὐτυχῶς γιά μᾶς τούς ἀμνήμονες καί γιά τούς πάντες) δέν ἀπογίνεται. Μάλιστα, χάρη σ᾽ Αὐτόν, κι ἐμεῖς δέν ἀπογινόμαστε, ἀλλά ὑπάρχουμε, γινόμαστε. Καί ὅμως· ἡ πανανθρωπότητα ἐπιμένει νά Τόν ἀποτάσσεται σέ μιάν ἐπιλεκτική καί βλάσφημη “ἀφάνεια”. Μέσα στό σκηνικό τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου ὅλα καί ὅλοι ἔχουν πρός ἄλληλα καί ἀλλήλους δικαιώματα, ἐκτός ἀπό τό σαρκωμένο Θεό πού μᾶς χάρισε τόν ἑαυτό Του, τή ζωή Του καί τά δικαιώματά Του ζωογόνον χάρισμα ζωηφόρου μεθέξεως. Λοιπόν ἡ περιρρέουσα ἀποθεωμένη κοσμικότητα (στήν ὁποία ἐθέλουμε νά ἐπενδύουμε) πῶς νά ἀποδώσει σέ μᾶς τήν ποιότητα τῆς ὕπαρξης, πού ἡ ἴδια ὄχι μόνο δέν τήν καταφάσκει, ἀλλά καί τήν ἀπαρέσκεται μανιωδῶς; Τό τοῦνελ τῆς ἱστορίας μας τελικά δέν φαίνεται νά διαθέτει ἔξοδο, ἔστω κι ἄν μέσα στή φίμωση τῆς ὑπαρκτικῆς μας συνειδητότητας προτιμοῦμε ἀκόμη τίς ἐξόδους εἴτε τῆς μικροκοσμικῆς διείσδυσης εἴτε τῆς συμπαντικῆς ἀνάδυσης.

ΟΜΩΣ, χωρίς νά τό περιμένουμε, μέσα ἀπό ὅλα τά ἀδιέξοδα κάτι καλό σάν νά ἀχνοφαίνεται. Δίχως τόν Θεό ἀποδομούμεθα καί ἔρχεται ἡ ὥρα πού τό νιώθουμε εἴτε σέ ἥπιους τόνους εἴτε σέ ἀκραῖες καί ἀπελπιστικές ἐντάσεις. Καί ἐκεῖ ἀκριβῶς, ψάχνοντας, ἀνακαλύπτουμε… Ὁδηγούμεθα στήν ἀντίληψη τῆς κτιστότητας καί τῆς σμικρότητάς μας, στήν αὐτογνωσία τῆς ἐλάχιστης μοριακῆς μας βιολογίας καί τῆς βιολογίας τῶν ὁρίων μας (τ.ἔ. τῆς ἀσημαντότητάς μας καθ᾽ ἑαυτούς καί κατά φύσιν), στή συναίσθηση τοῦ πολιτισμοῦ τῶν σφαλμάτων μας καί τῶν ἀμέτρητων σφαλμάτων τοῦ πολιτισμοῦ μας, στήν ἀπόγνωση γιά τήν φθαρτότητά μας πού τήν ἐπιταχύνουμε μέ χίλιες δυό μορφές πολέμων (πολέμων μεταξύ μας, πολέμων κι ἀπό τό φθειρόμενο οἰκολογικό περιβάλλον). Καί μέσα σέ ὅλα αὐτά ὡσάν νά ξυπνάει μιά κραυγή, τά “ὑπαρκτικά μας ἴχνη” ἀπό τό κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ, πού τά κρατᾶμε κλεισμένα στήν ἀσφυξία τῆς ἀλαζονείας, ὅμως ὁ Θεός δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά τά μηδενίσουμε. Διότι ἔτσι μᾶς ἔφτιαξε, ἔτσι μᾶς ἔσωσε, κι ὅ,τι φτιάχνει ὁ Θεός δέν ματαιώνεται, κι ἄς πασχίζουμε νά τό ματαιώσουμε.

Ο ΘΕΟΣ δέν μᾶς ἀφήνει στήν κυριαρχία αὐτοῦ τοῦ θανάτου, τοῦ δευτέρου θανάτου ὅπως θά τόν ὀνομάτιζε ἡ Ἀποκάλυψη. Τόσα καί τόσα βάσανα τῆς ἱστορίας μᾶς παρωθοῦν στήν ἀπέλπιδα ἀπελπισία, κι ὅμως ὁ Θεός μᾶς πιάνει μέ τήν ἅγια πρόνοιά Του ἀκόμη καί μέσα στίς ἀποματαιώσεις μας καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν πραγματογνωμοσύνη τῆς εὐτέλειάς μας. Μᾶς ὁμιλεῖ σιγαλά-σιγαλά στό αὐτί τῆς συνειδήσεώς μας, ὥσπου νά τό καταλάβουμε ἡ πανανθρωπότητα καί ἕκαστος ἡμῶν καί νά ξεφύγουμε ἀπό τήν αὐτοκατάργησή μας. Μᾶς πιάνει μέ τόσες ἱστορικές ἀφορμές στά χέρια τῆς ἄχραντης μέριμνάς Του καί μᾶς μαθαίνει στήν πράξη τό πιό τρανό μυστικό. Μᾶς φωνάζει μέ τούς λόγους-νόμους τῆς πρώτης δημιουργίας (πού ἐρευνοῦμε ἐπιστημόνως καί ἐμφιλοσόφως) καί προπαντός μᾶς βροντοφωνάζει ὡς ὁ ἐνανθρωπισμένος Θεός Λόγος τῆς ἀναδημιουργίας: “ὅσο στεκόσαστε στήν κτιστότητά σας, χωρίς νά ἀνοίγεστε μέ ταπείνωση καί μετάνοια σέ μένα τόν Ἄκτιστο πού ἔγινα καί κτιστός γιά σᾶς, ματαιοπονεῖτε”.

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ξεπροβάλλουν σάν προβληματισμός, τώρα πού πέρασε κι ἄλλος ἕνας χρόνος, κι ἐμεῖς ματαιολογοῦμε καί ματαιοπονοῦμε, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε πώς κάποιαν ὥρα θά περάσουμε ὅλοι μας ἀπό τό “συναίρειν λόγον”, ἀπό τόν μοναδικό ἐκεῖνο προανηγγελμένο ἐσχατολογικό ἀπολογισμό, τόν ἤδη ἀρξάμενο καί ἐνεργούμενο μέσα στήν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος. Ἱστάμεθα κάποιαν ὥρα ἀντίκρυ στήν Ἄκρα Ταπείνωση τοῦ Θεοῦ μας, στήν ὑπακοή Του μέχρι θανάτου σταυροῦ. Καί ζοῦμε τή “σχιζοφρένεια” τῆς ἰδιοτέλειάς μας. Ἄλλες πάλιν ὧρες, τό θλιβερό πλεόνασμα τῆς ἀπολογιστικῆς τοῦ βίου μας, προτιμοῦμε τίς πιό εὔκολες λύσεις τῆς ματαιοδοξίας. Καί δή στή σκηνοθεσία μας περί ἀλήθειας. Πέρασαν τόσοι αἰῶνες μεταμεσσιανισμοῦ, κι ἐμεῖς ἀκόμη κομπάζουμε μεταξύ μας καί πρός τόν κόσμο ὡσάν καλύτεροι καί ἀξιοπιστότεροι “μεσσίες”. Ἦρθε ὁ Σωτήρας καί μᾶς προσέλαβε στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας, κι ἐμεῖς ἀποτολμᾶμε νά θέλουμε νά Τόν διαχειριζόμαστε ὡσάν βραβευτή καί ἐπιβραβευτή ἀποκλειστικά καί ἰδιωτικά δικό μας (τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ τόπου μας, τῆς θρησκευτικῆς καί τῆς ἐθνικῆς μας ἐκδοχῆς, τῆς διεθνικότητάς μας). Ἀπαξιώνοντες νά γινόμαστε δικοί Του καί μόνον δικοί Του, ὄχι ὡς ἄτομα ἀλλ᾽ ὡς πρόσωπα, τουτέστιν ὡς μέλη καί ὁπωσδήποτε ὡς συμμέλη τοῦ ἑνός σώματος, τῆς Ἐκκλησίας Του.

ΕΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ νά ἀξιολογήσουν οἱ πιστοί μας ἀνά τήν οἰκουμένη (κάτι πού πληρέστερα τό ἀποτολμοῦν οἱ ἀδιάφοροι δημοσιογράφοι τῆς ἐπικαιρότητας), θά συνόψιζαν στόν “ἐκκλησιαστικό ἀπολογισμό τοῦ 2019” κάτι βαθύτερο ἀπό τήν ἀριθμητική ἐπιφάνεια τῶν ἐνοριῶν, τῶν μονῶν, τῶν ἐπισκοπῶν, τῶν σχολῶν, τῶν προγραμμάτων, τῶν ἐκδηλώσεων, τῶν διαφημίσεων. Θά μᾶς ἐπισήμαιναν μέ τήν πίκρα μιᾶς ὁλοφάνερης ἀπογοήτευσης (ἄν μή καί ἀπαξίωσης) ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μιά ἐκκλησία πού ἀπεκκαλεῖ καί ἐγκαλεῖ ἀντί νά συγκαλεῖ, πού ἐκχωρεῖται καί διαχωρίζεται ἀντί νά ἑνοποιεῖ, πού κατακερματίζεται ἀντί νά ἀκεραιώνεται, πού διακενο-ποιεῖται ἀντί νά καινοποιεῖται, πού ἀνευρίσκει φίλους καί ἀδελφοποιητούς στούς μακρόθεν ἑστῶτας καί ἐχθροποιεῖται τούς ἰδίους αὐτῆς, πού συνομιλεῖ μέ χίλιες δυό ἐκδοχές θρησκευτικότητος καί πεισμώνει μέ τά ἴδια της τά σπλάγχνα, πού ἐναβρύνεται γιά μιάν αἰγλήεσσα ἐνδοκοσμικότητα καί ἀδιαφορεῖ γιά τό φῶς τῆς θείας ἐπιλάμψεως, πού ἐκκλησιάζεται μεγαλοπρεπῶς μαζί μέ κομπάρσους σέ ναούς τοῦ Σωτῆρος καί τῶν Θεοφανείων καί ἀπεκκλησιάζεται τόν ἴδιο τόν Ἐπιφανέντα στό Σῶμά Του τό διεσχισμένο, πού ἀγνοεῖ στήν πρακτική της τό μοναδικό της ρόλο καί γι᾽ αὐτό ἀγνοεῖται ἀπό τόν ἀπρόσληπτο κι ἀγιάτρευτο κόσμο, καί πάει λέγοντας… Χρησιμοποιώντας “τούς κανόνες ὡς κανόνια”, τή “θεία εὐχαριστία” ὡς φαρμακευτικό παρασκεύασμα ἐξουσίας καί ἀπειλῶν, τό λόγο τῆς ὑποτιθέμενης ἐλλόγου μαρτυρίας ὡς δικονομίστικο ἐργαλεῖο ἐπεκτατισμῶν. Καταλυπώντας καί προκαλώντας (ὄχι προσκαλώντας) “τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐν ᾧ ἐσφραγίσθημεν εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως” (Ἐφ. 4,30 καί Ἐφ. 1,14 ὡς πνευματολογικό γεγονός· πρβλ. Λουκ. 21,28 καί Ρωμ. 8,23 ὡς ἐσχατολογία καί Α΄ Κορ. 1,30 ὡς δεδομένη θεία σωτηρία, Ἐφ. 1,7, Κολ. 1,13ἑξ ὡς Τριαδολογική δωρεά, Ρωμ. 3,24 ὡς ἐμβιούμενο χάρισμα σωτηρίας).

ΚΑΙ ΠΩΣ μιά τέτοια Ὀρθοδοξία, τῶν πολλαπλῶν Ἀδαμικῶν προχριστιανικῶν κραυγῶν, δίχως τήν ἀμοιβαία ἑνοποιό ἀκοή τῶν ἰδίων διαλέκτων, θά μποροῦσε νά πείσει τόν δυστυχέστατο μετανθρωπικό ἠλεκτρονικό κόσμο μας γιά τήν εὐλογία τῆς θείας κοινωνίας της, γιά τή σωτηρία τῆς ἐνθεωμένης σωτηρίας της, γιά τήν ἐλπίδα τῆς ἐγχριστωμένης ἐσχατολογίας της, γιά τόν γλυκασμό τῆς ἐμπειρικῆς της χριστοποίησης καί θεωμοίωσης, γιά κεῖνο τό “ἐπόπται γενηθέντες τῆς Ἐκείνου μεγαλειότητος” ἤ γιά τήν σωτηριολογική συνέπεια “πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ἡ(ὑ)μῖν ἡ εἴσοδος εἰς τήν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καί σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ” (βλ. Α΄ Πέτρ. κεφ. 1);

ΑΤΥΧΩΣ, ἀντί τῆς συναγωγῆς εἰς ἕν καί τῆς ἁγιοσυνοδικῆς κοινωνίας, ἡ δουλεία τοῦ αἰῶνος τούτου ἀρέσκεται μόνο σέ ἐγκλήσεις καί ἀντεγκλήσεις (αὐτός ὁ ἀνώριμος παλιμπαιδισμός πού οὔτε τόν κόσμο μας πλέον ἐνδιαφέρει οὔτε κι ἐμᾶς τούς ἰδίους δέν πείθει ὡς “γλώσσα μονολόγων”). Ἐπενδύει μετοχικά κεφάλαια σέ παλαιές καί νέες ἐπικοινωνίες (ὄχι σάν κάποια ἔξοδο μαρτυρίας, ἔμμεσα ἱεραποστολικῆς, ἀλλά ἐπί σκοπῷ τήν ἐπένδυση στή μόδα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί στή βουλιμία τῆς παραδεκτῆς ἰσχύος μέ τό πρόσχημα τοῦ ἐσυγχρονισμοῦ). Ἐπικαλεῖται παλιές ἀβανέζικες γνωριμίες καί ἀνανεώσεις ἐπισκέψεων ὡς ἑλκυστικότερο ἄνοιγμα παραπροβολῆς στά ἀδιάφορα λαϊκά στρώματα. Σκηνοθετεῖ τουριστικές ἀναπροβολές τῶν καταξιωμένων γιά ὑπεξαίρεση πρωτειομανοῦς ὑπεραξίας. Καταφεύγει σέ fora “παγκόσμιων θρησκευτικών ηγετών” ὄχι σάν καταλύτες λύσεων ἀλλά πρός ἐμπλουτισμό τοῦ φορτωμένου διπλωματικοῦ βιογραφικοῦ. Ἀρέσκεται σέ μαζικές συγκλήσεις φαινομένης λειτουργικῆς ἱερότητος πού μεταποιοῦνται (διό καί διαφημίζονται) ὡς παραστάσεις μαριονέτας γιά ἡγεμονίσκους τοῦ ὑπερεγώ καί τόσους δευτερεύοντες οἰκέτες ὀτρηρῶν ἐπικάμψεων. Ἀναμφίβολα κάθε συμβολικός ἡγέτης δέν γίνεται νά μήν περάσει ἀπό τούς τοιούτους πειρασμούς. Ὑποχρεώνεται νά γίνει ἐν μέρει “κόσμος”, ἀφοῦ ὁ κόσμος ἀπαρέσκεται νά γίνει Ἐκκλησία. Δέν εἶναι ὅμως ἐκεῖ τό πρόβλημα. Ὅταν ὁ καθ᾽ ἕκαστα ἡγέτης ἐμμένει σέ προβολές καί ἀναπροβολές μόνον τῆς κενῆς δόξας, καί εὐλογεῖ συστηματικά αὐτό τό “ὅπλο” ὑποβολῆς καί καθυπόταξης, τότε μᾶλλον ματαιοφρονεῖ καί ἀλλοτριώνεται.

ΚΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, μήπως καί παραπεισθοῦν οἱ ἀδιάφοροι καί ἀμέτοχοι καί ἀποίμαντοι ἄνθρωποι τῆς ἑκασταχοῦ ὁμοσπονδίας σέ ἀποδοχή μιᾶς κούφιας ποιμαντορικῆς ἐπικοινωνίας ὡς προτύπου ἐκκλησιαστικῆς τελειότητος. Ἄν εἶναι δυνατόν! Μᾶλλον θά πρέπει νά οἰκτείρουμε καί νά συμπονοῦμε τόσες αὐτοκεφαλίες γιά τά διαδικτυακά δείγματα μιᾶς ὑποτιθέμενης ἐκκλησιοπρέπειας καί χριστολατρείας καί πολυταλάντου καρποφορίας τους. Διότι αὐτά ἁπλῶς ἐπιδεικνύονται, πάντως ὄχι “εἰς Χριστόν καί εἰς τήν ἐκκλησίαν”, ἀλλά μέσα ἀπό τόν μεγενθυντικό φακό τῆς ἱστορικῆς δικαιοσύνης ἤ (τό χειρότερο) τῆς ἱστορικῆς ἀντιδικίας. Ὁπότε καταργεῖται καί ἡ στοιχειώδης ποιμαντορική σημασία πρός τό λαό ἤ ὑπέρ τοῦ λαοῦ, διότι ἡ βάση τῆς ἐκκλησιαστικότητος τῶν τοιούτων διοργανώσεων, τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου καί πρός ὄφελος τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται ὅτι ἀσκοῦνται, ἐνθάπτεται καί ὑποτιμᾶται καί εὐτελίζεται ὡς ἀσημαντότητα καθ᾽ ἑαυτήν, μέσα σέ δεκαετῆ ἤ καί πολυετῆ πεπραγμένα τῆς ὑπερέχουσας ἰδιοκεφαλίας τους πού “ἰδιοποιεῖται” τήν Κεφαλή, τόν Χριστό.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ὁ ἑκάστοτε ἡγέτης, ἀκόμη κι ἐκεῖνος πού ἀκουμβᾶ σάν σέ μετρήσιμες ὑπεραξίες σέ “πίνακες στατιστικῆς” προκειμένου νά καπηλευθεῖ ἰδιοπρεπῶς καί ἰδιοτελῶς τήν ἱστορική ἀπήχηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας; Νά τό εἰποῦμε καί αὐτό. Πρέπει ὅλοι μας νά τό θυμόμαστε, ὅσοι κληθήκαμε νά μετάσχουμε τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν κλήση τῆς πολυλαληθείσης “ἀποστολικῆς διαδοχῆς” καί τῆς “ἀποστολικῆς παραδόσεως”. Πρέπει λοιπόν νά θυμόμαστε ὅτι δέν ὑπάρχουμε παρά ὡς συμμέτοχοι τῆς κοινῆς σωτηρίας, ὡς “πρότυπα ἀπαραιτήτως τῶν ἄλλων πιστῶν” (βλ. ποιμαντορικές ἐπιστολές τοῦ ἀπ. Παύλου), ὡς προσφερόμενοι καί προσδεχόμενοι τά καθ᾽ ἕκαστον λειτουργικά δωρήματα τῆς Χάριτος. Εἴμεθα βεβαίως οἱ ἐν συνόδῳ κατ᾽ ἐξοχήν ἐκφραστές καί οἱ καθ᾽ ἕκαστον ἐξάγγελοι καί ὑπηρέτες τῆς ἐκκλησιαστικῆς πιστότητος στό μυστήριο καί τή θεολογία τῆς σωτηρίας. Ποτέ ὅμως ὡς ὑπερέχουσες μονάδες, ἐρήμην τοῦ Σωτῆρος καί ὑπέρ τήν Ἐκκλησία, τήν Ἐκκλησία ὡς κληρονομία καί παρόν. Ὅταν ἀριθμοποιοῦμε ποσοστιαῖα τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἐγκαυχώμεθα οὐσιωδῶς μόνο γιά τούς ἀριθμούς τῶν πινάκων, θυμίζουμε τά ποσοστά τῶν κοινωνικοπολιτικῶν ἐκλογῶν, θυμίζουμε τούς κινούμενους οἰκονομικούς δεῖκτες τῶν ἠλεκτρονικῶν ἀγορῶν, θυμίζουμε τίς διεκδικήσεις καί τίς ἀντεκδικήσεις τῶν διεθνικῶν σκοπιμοτήτων. Καί τό ξεχνοῦμε πώς, σύμφωνα μέ τή λογική τῆς στατιστικῆς, ἀποτελοῦμε κι ἐμεῖς ἕναν ἁπλούστατο “μοναδιαῖο ἀριθμό” πού ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συναριθμεῖ δίπλα στούς ἄλλους ἀριθμούς, ἀλλά μόνον “τό Πνεῦμά ἐστι τό ζωοποιοῦν” (Ἰω. 6,63), “τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ” (πρβλ. Γαλ. 4,6).

ΒΕΒΑΙΩΣ, παρά τίς μεγαλομανίες μας, δέν παύουμε νά προδίδουμε ἀμέσως ἤ ἐμμέσως τήν εὔλογη ἀνθρωπινή “σμικρότητά μας”: εἴμεθα ἀπόγονοι τοῦ (ἰδιοπρεποῦς καί ἰδιοτελοῦς πολλάκις) ἰδιαιτέρου ἱστορικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας γονιδιώματος. Ὅπως διασώζουμε τά σωματικά χαρακτηριστικά τῶν γονέων καί τῶν παππούδων καί τῶν πρό αὐτῶν, ἔτσι καί πολύ ἐναργέστερα διατηροῦμε καί πασχίζουμε νά διασώσουμε τά ψυχικά χαρακτηριστικά τῶν ἀμέσων καί τῶν πρό αὐτούς ἐκκλησιαστικῶν μας γεννητόρων. Καί αὐτό, ἀπό μιάν ἄποψη, ἀποφάσκει τόν δοκητισμό καί καταφάσκει τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνος, τήν τέλεια ἐνανθρώπηση καί τόν ἐνιστορισμό τοῦ Ἄχρονου Θεοῦ. Ἡ μεγαλοσύνη τῆς πίστεώς μας θά ἀναφανεῖ στήν ἔσχατη ἡμέρα. Ἀναφαίνεται ὅμως καί βαθμηδόν ὅσο ξεπερνᾶμε τήν γονιαδιακή μας ταυτοποίηση καί παραχωροῦμε στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐν διακρίσει καί ἐν ἀποκαλύψει νά δίνει καί νά δώσει προτεραιότητα στήν κοινωνούμενη καί μετεχόμενη καί ἐνεργοῦσα καί ἐνεργό ἐκκλησιαστικότητά μας, ὥστε νά ὑπηρετοῦμε ἀκολούθως καί τήν ἅγια πρόνοια τοῦ Θεοῦ μας γιά τήν ἐκκλησιοποίηση καί ἄλλων ἀνθρώπων. Σ᾽ αὐτό τό μεγάλο ἄθλημα ἔγκειται σύν τοῖς ἄλλοις καί ἡ δοκιμασία τῆς ἐκκλησιαστικότητάς μας καί ὁ εὐαγγελισμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς κλήσεως πρός σωτηρίαν τοῦ κόσμου.

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ καθόλου εὔκολο. Δέν γίνεται π.χ. οἱ Ρῶσοι ἀδελφοί νά ἀπορρίψουν τήν 500χρονη ἐκκλησιαστική ψυχολογία καί τίς ἐμμονές μιᾶς πολιτικῆς ὑπεροχικότητας, μέσα στήν ὁποία ἀναπτύσσουν τή θεολογική τους ἐκκλησιολογία καί τίς πρακτικές τους. Αὐτό εἶναι ὁλοφάνερο ἐπί χρόνια καί χρόνια, ἔχει περάσει ἀκόμη καί στούς ἕωλους μύθους τῆς παραδόσεώς τους, τούς ὁποίους ὅμως ἀκόμη καί μέχρι σήμερα ἐπικαλοῦνται πρός ἐσωτερική κατανάλωση καί παγίδευση τοῦ λαϊκοῦ θρησκευτικοῦ συναισθηματισμοῦ (π.χ. ὁ μύθος περί οὐνιτισμοῦ τῆς Μητρός Ἐκκλησίας τό 15ο αἰ. καί τῆς δῆθεν ἡγετικῆς τους ἀνάδειξης ἔκτοτε). Ἐπιπλέον αὐτό τό ἄλλοτε ἐκμυθευμένο καί ἄλλοτε συγκριτικό καί στατιστικό “ἡγεμονίστικο φρόνημα”, εἴτε γιά λόγους ἀπεγνωσμένης προσέγγισης τοῦ λαοῦ εἴτε γιά λόγους ἐσωτερικῆς διασυνοδικῆς συνοχῆς, τό προβάλλουν ἔμμεσα καί στά ἐπίσημα sites τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου. Γι᾽ αὐτό καί ἀπαριθμοῦν τίς διοικητικές ὀργανωτικές μεταβολές στή δεκαετία (2009-2019) τῆς πατριαρχείας τοῦ νῦν Μακαριωτάτου κ. Κυρίλλου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου καταργήθηκε ἡ λαϊκή διοικητική συμμετοχή (ἴσως κληρονομιά ἀνάγκης ἀπό τά χρόνια τῶν μπολσεβικικῶν ταλαιπωριῶν) καί ἔγινε περισσότερο κεντρομόλος ἡ ὅλη διοικητική ὀργάνωση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Πέρα ὅμως ἀπό τήν ἀναγκαιότητα ἐσωτερικῆς κατανάλωσης τῶν ἐπίσημων στατιστικῶν δημοσιεύσεων, ἐξυπηρετεῖται καί ἡ ἐξωτερική προώθηση μιᾶς εἰκόνας στιβαρῆς χειραγωγίας τοῦ τωρινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δυναμικοῦ ἀπό τή σημερινή του κεντρική διοίκηση.

Ἴσως μάλιστα γι᾽ αὐτόν τόν τόσο οὐσιώδη “λόγο προγραμματικῆς διαβίωσης καί ἐλέγξιμης ἐπιβίωσης” νά ἐπιδιώκεται καί ὁ ἄμεσος ἔλεγχος τῆς Ἀνατολικῆς Οὐκρανίας, ὅπως τό ἔχουμε παλαιότερα ἀναλύσει. Καί μάλιστα, μιά παραδοχή τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Οὐκρανίας δέν ἀποκλείεται νά σήμαινε σμίκρυνση τῆς ἡγετικῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου, ἀπομείωση τῆς ἀναίδειας τῆς διείσδυσης σέ χώρους ἄλλων Πατριαρχείων καί μελλοντική ἐπιρροή στή Λευκορωσία γιά ἀνάλογη ἐκκλησιαστική ἀπαίτηση, μέ πολιτικές πιθανότατα συνέπειες. Εἶναι ἐνδεχόμενα πού δέν ὁμολογοῦνται, παραμένουν “κάτω ἀπό τό τραπέζι” τῶν ἀνοικτῶν λόγων καί διαλόγων. Συνεπῶς, τά ἐπικοινωνιακά διαδικτυακά σκηνικά πού προβάλλονται μέ ἀποδέκτες (καί) τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες χῶρες ἔχουν πολλαπλή διαχειρίσιμη ἀποτελεσματικότητα. Καί ἀσφαλῶς νά διατηρήσουν τό ἰδεολογικό ἀρχηγικό προφίλ, ἄλλοτε ὡς “ἀνομολόγητο στόχο” καί ἄλλοτε ὡς φανερότερο κίνητρο δημοσιεύσεων, ἀναλύσεων, κρίσεων καί δηλώσεων. Τό προβάλλουν ἀσίγαστα ἀπό πολλῶν ἐτῶν, μέ ἔμμεσο εἴτε ἄμεσο ἀποδέκτη τά παλαίφατα Πατριαρχεῖα καί τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Τό ἀναπροβάλλουν διαρκῶς σέ διοργανώσεις καί κινήσεις πολιτικῆς ὑπεροχῆς ἐπί τοῦ σώματος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί μεθοδικῆς ἀπομείωσης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ θεωρηθεῖ ὅτι προχωρῶ σέ μετέωρες ὑποθέσεις, θά ἀντιπαραθέσω δύο δημοσιεύσεις ἑνός “ἀποκαλυπτικοῦ” κειμένου, μέ σεβασμό στόν ἐξάγγελό τους.

ΤΕΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ τοῦ 2019 συνεδρίασε ἡ… ὁλομέλεια τῆς “ΚΓ΄ Παγκοσμίου Ρωσικῆς Παλλαϊκῆς Συνάξεως”, ὄχι βεβαίως ἑκατομμύρια κόσμου, ἀλλά πάντως ἕνα ἀντιπροσωπευτικό “σῶμα”. Γιά τό ἑλληνικό ἀναγνωστικό κοινό μᾶς γνωστοποιήθηκε μέρος τῆς ἡγεμονικῆς ὁμιλίας τοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου, εὐλόγως διαμορφωμένο, ὥστε νά ἀποφεύγει μερικές λεπτές πτυχές. Ἀπό ρωσική πηγή ἐξασφαλίσαμε εὐρύτερα ἀποσπάσματα. Ἡ ἀντιπαραβολή πείθει γιά τήν ποιμαντορική ὁπωσδήποτε ἀγωνία τῆς Ρωσικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας καί ἱεραρχίας περί τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα. «Ο Πατριάρχης Μόσχας πραγματοποίησε την εναρκτήρια ομιλία με θέμα «Η διαφύλαξη του λαού είναι το παρόν και το μέλλον της Ρωσίας». ««…Η ιδιαίτερη αξία της Ρωσίας και η ιδιαίτερη κλήση της είναι να αποτελεί προμαχώνα του Ορθόδοξου χριστιανισμού. Να διαφυλάττει απαραχάρακτες την Ορθόδοξη πίστη, την Ορθόδοξη παράδοση και πολιτισμό, τις χριστιανικές αρχές. Ίσως γι’αυτό οι ισχυροί του κόσμου τούτου βάλλουν σήμερα εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, επιθυμώντας να αποσπάσουν τον Ελληνορθόδοξο κόσμο από την Ρωσική Εκκλησία, επιθυμώντας να καταστρέψουν την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.… Διαθέτουμε αξιόπιστες πληροφορίες ότι δεν είναι τυχαία όσα συμβαίνουν τώρα στην παγκόσμια Ορθοδοξία, δεν είναι καπρίτσιο του μέν ή του δέ θρησκευτικού παράγοντα, του οποίου συσκοτίσθηκε το μυαλό. Πρόκειται για την υλοποίηση ενός πολύ συγκεκριμένου σχεδίου, το οποίο αποβλέπει στην απόσχιση του ελληνικού κόσμου από τη Ρωσία.… Στην αντίληψη κακούργων, δεν μπορώ να χαρακτηρίσω αλλιώς αυτούς τους σχεδιαστές στρατηγικής, η Ρωσική Εκκλησία παρουσιάζεται ως είδος «μαλακής δυνάμεως», διά της οποίας η Ρωσία επηρεάζει τον γύρω τους κόσμο. Μα, διατί αδυνατεί η Ρωσία να μοιράζεται τα πνευματικά της δώρα; Είναι έγκλημα; Έγκλημα είναι μόνον στις αντιλήψεις εκείνων, οι οποίοι επιδιώκουν την αποδυνάμωση και, εάν είναι δυνατό, την εξουδετέρωση της επιρροής της Ρωσίας.… Σε όλη αυτή την ιστορία με την αναγνώριση ή μη των ουκρανών σχισματικών από τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, υπάρχει κάτι, το οποίο δεν ανακοινώνεται, αλλά αποτελεί τον κύριο στόχο όλων εκείνων των παρασκηνιακών δυνάμεων, οι οποίες πρωτοστάτησαν σε αυτή τη σχισματική δραστηριότητα. Ως Ρωσική Εκκλησία τα αντιλαμβανόμαστε καλά, αλλά σήμερα αυτά τα αντιλαμβάνονται και οι αδελφοί μας στην Ελλάδα και σε άλλες τοπικές Εκκλησίες.… Μας ζητούν να αντέξουμε, να μην λυγίσουμε και να συνεχίσουμε τον αγώνα για τη διαφύλαξη της πνευματικής ανεξαρτησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας από όλα αυτά τα κέντρα της παγκοσμίου επιρροής και, προπαντός, για τη διαφύλαξη της ενότητας της ανά την οικουμένη Ορθοδοξίας»» (ἡ εἴδηση δημοσιεύθηκε στή Romfea.gr, 27.10.2019).

Μιά ἁπλή ἀνάγνωση τοῦ κειμένου φανερώνει ἕναν ἀκράτητο καί γιγαντωμένο ἀρχηγισμό (ἀθεράπευτο, πλήν ἀπαραίτητα θεραπευτέο), μιά ὁλοφάνερη λεξιλογική ὑποτίμηση τῆς Ἐκκλησιολογικῆς γενετικῆς προέλευσης τῆς Ρωσίας (ἄρα καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς της τωρινῆς ὑπόστασης), μιά χρήση λεξιλογίου ἀγοραίου σέ χαρακτηρισμούς τοῦ Ὀρθοδόξου κορμοῦ. Πέραν τῶν λοιπῶν ἐκτιμήσεων καί ὑποδείξεων, ἀπαραίτητων καί αὐτονόητων γιά ἐσωτερική ἀφύπνιση καί κατανάλωση. Πάντως, μέ τά λόγια δέν κατηχεῖται τό εὐρύτερο λαϊκό φρόνημα, ὅταν παραμένει ἀμετανόητα “αὐτοκρατορικό” τό καρδιακό βάθος (τό ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου καί τῆς παροψίδος) καί κατ᾽ οὐσίαν ἀναιρεῖται τό χριστολογικό μυστήριο τῆς Κενώσεως ὡς θεμελιῶδες ζητούμενο τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπιζητούμενο ἀπό τό λαό τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας (τόν εἰλικρινέστερο τελικά σέ σύγκριση μέ τίς ἡγεσίες του). Δίχως τήν Κένωσή Του οὔτε ἄνθρωπος θά γινόταν οὔτε θά σταυρωνόταν (ἀνασταινόταν, δοξαζόταν) ὁ Θεός καί Λυτρωτής καί Σωτήρας μας. Ὅταν αὐτό τό λέμε μέ τόσους ρητορισμούς, ἀλλά τό ἀναιροῦμε στήν φαντασμένη δικηγορία τῶν ἐνεργειῶν μας, πῶς θά μπορέσουμε νά πείσουμε τό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ λαοῦ μας; Πόσο μᾶλλον, ὅταν ἀκόμη καί στούς λόγους μας τολμοῦμε νά τό… ἀπεκδυθοῦμε ὡς ὁδό ἐπακολουθήσεως!

Η ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΗ ἐνημέρωση τοῦ Ρωσόφωνου κοινοῦ διέσωζε καί ἄλλα ἀποκαλυπτικά στοιχεῖα. Διαβάζουμε: «Κλείνοντας ο Πατριάρχης Μόσχας υπογράμμισε: ««Μας ζητούν να αντέξουμε, να μην λυγίσουμε και να συνεχίσουμε αυτή την ανεξάρτητη γραμμή της διαφύλαξης της ενότητας της οικουμενικής Ορθοδοξίας, και, προπαντός, τη διαφύλαξη της πνευματικής ανεξαρτησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας από όλα αυτά τα κέντρα της παγκοσμίου επιρροής. … Πιστέψτε, δεν είναι εύκολη αυτή η εργασία. Η Εκκλησία δεν έχει στρατό, η Εκκλησία ούτε καν έχει αρκετή υλική (οικονομική) ισχύ, για να δημιουργεί με εξωτερικές δυνάμεις και μέσα, αυτήν την πνευματική άμυνα. Γι’ αυτό το ακριβώς λόγο σήμερα καλούμε όλο τον λαό μας να είναι μαζί με την δική μας Εκκλησία.… Η Ρωσική Εκκλησία δεν πρέπει να εξαφανιστεί, ούτε να αποδυναμωθεί, ούτε να διασπαστεί ― αυτή απλώς δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Αυτή πρέπει να διατηρεί την ενότητά της, δική της πνευματική δύναμη, και πρέπει να είναι μαζί με τον λαό της. Αλλά γι’ αυτό το λόγο και ο λαός πρέπει να είναι με την Εκκλησία»» είπε κλείνοντας Αγιώτατος Πατριάρχης». Στό Ρωσικό κείμενο δημοσιεύεται ἀνάστροφα ἡ σειρά περί τήν Πανορθοδοξία καί τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ρωσικῆς παρέμβασης. Ὡσάν ἡ Πανορθοδοξία νά εἶναι μιά διχασμένη ἐκδοχή, ἀπέναντι στήν ὁποία μόνον ἡ Ρωσική γραμμή κινήσεων εἶναι ἀνεξάρτητη. Οἱ ἄλλοι εἶναι ἐξαρτημένοι, κάτι ὡσάν… ναρκομανεῖς. Μόνη ἡ Ρωσική Ὀρθοδοξία αὐτοδοξάζεται ὡς… ὑγιής καί ἀκεραία! Προτάσσεται ἔμμεσα ἡ πάγια Ρωσική ἐμμονή γιά ἕνα δεσπόζοντα ρόλο τῆς Ρωσίας ὑπέρ μιᾶς ἀνεξάρτητης γραμμῆς (αὐθαίρετη ἀναλογία πρός τόν Ἁγιοσυνοδικά καθιερωμένο συντονιστικό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου). Αὐτό δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὡς ἐξομολόγηση νοοτροπίας καί πολιτικῆς. Συμβαδίζει μέ τήν κατάληξη τοῦ Ρωσικοῦ πρωτοτύπου, ὅπου ἐξαίρεται πάλι ἀφενός ἡ ἡγεμονική “κοσμοσωτήρια” ἰδεοληψία καί ἀφετέρου ἡ ἐθνοφυλετική ἰδεολογία καί λειτουργικότητα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Παρά ταῦτα ἀποκαλύπτει καί τά ἔντονα ποιμαντικά προβλήματα πού ἀπασχολοῦν ὄχι μόνο τή Ρωσική, ἀλλά κάθε Ἐκκλησία. Διαφαίνεται σαφῶς ἡ αἴσθηση τῆς διάστασης μεταξύ συνόλου τοῦ λαοῦ καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, τά αἰσθήματα θεσμικῆς ἐκκλησιαστικῆς “μειονεκτικότητος” ἔναντι τῆς Κρατικῆς μηχανῆς σέ μεθόδους ἐξουσιαστικῆς διαχείρισης τοῦ κόσμου (στρατό, χρήματα, κοσμικές δυνατότητες). Δείχνει καί τήν ἄμεση στοχοθεσία τῆς συγκεκριμένης ὁμιλίας καί ἐπικλήσεως: τήν συγκινησιακή ἐπιστράτευση τοῦ λαοῦ εὐθέως σέ ἀπόλυτη πιστότητα πρός τήν ἡγεσία του καί πλαγίως σέ καλύτερες χρηματοδοτήσεις γιά μιά ἡγεμονική καί δῆθεν ἀναγνωρισμένη θρησκευτική πολιτική! (Μέ ἄλλα λόγια, ὡσάν νά φωνάζει μεθοδικά σέ τόσες συνειδήσεις: “συσπειρωθεῖτε περισσότεροι γύρω μας καί δῶστέ μου περισσότερα ρούβλια, γιά νά ἐξασκῶ καλύτερο πόλεμο διατήρησης ἰσχύος”). Τό Ρωσικό κείμενο ἀποκαλύπτει καί τήν μεγάλη ἀγωνία τοῦ Ρώσου Πατριάρχη μήπως “ἀπολέσει” τόν ἔλεγχο ἐπί τῆς Οὐκρανίας καί ἀναλογικά τά ποσοστά ἐλέγχου ἐπί τῶν λαϊκῶν στρωμάτων καί τοῦ κλήρου καί τελικά τοῦ Συνοδικοῦ (ἄφωνου σήμερα) σώματος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Γι᾽ αὐτό προσφεύγει σέ εἰκόνες πού ἴσως συνεγείρουν τή λαϊκή συσπείρωση σέ κάπως καλύτερα ποσοστά ἀπό ὅ,τι τά σημερινά. Νά τά συνοψίσω πάλι: ἀναφέρεται σέ “ἄμυνα τῆς Ἐκκλησίας”· προσποιεῖται ὅτι ἡ Ρωσική Ἐκκλησία δέν διαθέτει “χρηματική ἰσχύ”· ἐπικαλεῖται “ἐκκλήσεις” ἄλλων (;) Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Καταφεύγει προπαντός στό συναίσθημα τῶν στελεχῶν μέ τό σύνθημα πώς “δέν πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ, οὔτε νά ἀποδυναμωθεῖ, οὔτε νά διασπαστεῖ… πρέπει νά εἶναι μέ τό λαό της… καί ὁ λαός πρέπει νά εἶναι μέ τήν Ἐκκλησία”. Ἐκεῖνο ὅμως πού δέν ἐπιθυμεῖ νά ἀποκαλύψει καί τό ἀποφεύγει ἐπιμελῶς νά τό διακηρύξει εἶναι ἡ ἐπιμελημένη στρατηγική καί ἡ μεθοδική ἐλαχιστοποίηση τῆς Ρωσικῆς συμμετοχικότητας στή διορθόδοξη στήριξη τῆς καθολικῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη ὡς συντονιστή καί πρώταθλο, καθιερωμένο ἀπό αἰώνων καί αἰώνων, διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὅπως ἐπίσης ἀποφεύγει νά ἐξηγήσει τή μετατροπή τῶν ἐνοριῶν τοῦ Ρωσικοῦ (καί ἐκτός) χώρου σέ “ρωσικά πατριαρχικά μετόχια”, σέ σφιχτά ἐλεγχόμενα θρησκευτικά λειτουργικά ἱδρύματα. Μέ ἄλλα λόγια “δέν ἀνοίγει ὅλα τά χαρτιά του”, ἐργάζεται ὡς φορεύς καί ἐκφραστής τῆς παγιωμένης στό ἐσωτερικό ἡγεμονίστικης νοοτροπίας, πού ἀγωνίζεται νά τήν ἐπεκτείνει καί στό ἐξωτερικό (βλ. δημοσιευμένη κριτική τοῦ εἰδικοῦ θεολόγου Sergei Chapnin στήν ἐφηµερίδα «Vedomosti» (www.vedomosti.ru).

ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ “διαμαρτυρία”, τάχα γιά τήν δικαιωματική παρεμβατικότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Οὐκρανικό. Τό ξαναλέμε ἄλλη μιά φορά πώς εἶναι “προσχηματική ἐπεκτατικότητα”, ἐξομολογούμενοι ἀντ᾽ ἐκείνων ἐμεῖς τά ἐκείνων ἱστορικά λάθη. Εἶναι “στρατηγικές κινήσεις” μικροπολιτικῆς καί μακροπολιτικῆς στή διεθνή σκακιέρα, ἀμοιβαιότητα τοῦ πολιτικοῦ καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Ρωσισμοῦ στό χῶρο τῆς Ἀνατολῆς, μέ μεγαλοπρεπῆ διπλωματικά ἀνοίγματα στή Δύση. Εἶναι “κοινό μυστικό” σέ ὅλο τό διορθόδοξο (καί ὄχι μόνο) κόσμο ὅσα ἐπισημαίναμε σέ προγενέστερο ἀναλυτικό μας κείμενο. Διατρέχουν τίς σελίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τοῦ 20οῦ αἰ. καί μᾶς κληρονομήθηκαν δριμύτερα στό σήμερα τοῦ 21ου αἰ., προσόμοια πρός τήν κινητικότητα “τῶν υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου”, παρ᾽ ὅλες τίς ρητορικές μομφές τῆς παραπάνω ὁμιλίας. Τί νά πρωτοθυμίσει κανείς; Τίς παρεμβατικότητες τίς ἀπροκάλυπτα “ἐξαρχικόφιλες” ἤ “σχισματόφιλες” στήν Ἀνατολική Ρωμυλία πού κατήγγελλε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄; Τήν κάθετη ἀντιγνωμία καί διαφωνία γιά τό Πολωνικό Αὐτοκέφαλο; Τίς ἐθνοφυλετικές “διασπορές” σέ κάθε γωνιά τῆς γῆς πού πάντοτε προκαλοῦσε ἡ πολιτική κατάσταση στή Ρωσία (ἄλλοτε ἐπιδοτώντας τίς ἀντιδράσεις τῆς Ρωσικῆς διασπορᾶς κι ἄλλοτε μεταπολεμικά εὐνοώντας τήν ἐξάπλωση τῶν τοιούτων ἐπιρροῶν); Τήν ἐπανάληψη ἐκείνου τοῦ ἔργου σήμερα στήν Εὐρώπη καί στήν Ἄπω Ἀνατολή καί στήν Ἀττάλεια καί τή Λυκία καί τήν Κύπρο, ἀκόμη καί στήν ἴδια τήν Κωνσταντινούπολη καί στήν Ἀλεξάνδρεια καί στήν Ἀφρική μέ τίς πρόσφατες “ἀνεξάρτητες” (τουτέστιν ἀπεκκλησιοποιημένες) ἐπιθέσεις τοῦ Ρωσικοῦ Πατριαρχείου; Τί νά πρωτοθυμηθεῖ κανείς; Ἡ Ρωσία κάποτε μᾶς πλήγωνε γιά τά δεινά τοῦ 70χρονου διωγμοῦ τῆς πίστης. Τώρα, μέ τήν διπλωματική καί πολιτική καπηλεία ἐκείνων τῶν θυσιῶν, μᾶς καταπληγώνει μεταφράζοντας τίς διασχιστικές της μεγαλομανίες σέ… μεγαλομανίες “μεγάλου ἀδελφοῦ”, στοχεύοντας στήν κεφαλή καί στήν καρδιά καί στό σῶμα ὅλο τῆς καθολικῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀκόμη δέν διδάχθηκαν αὐτοί οἱ ἀδελφοί μας τό μυστήριο τῆς Ἄκρας Ταπεινώσεως καί θέλουν νά τό ἐπιβάλουν ὡς ἐπίμονες ταπεινωτικές δράσεις στή Μητέρα καί τίς Ἀδελφές τους ᾽Εκκλησίες. Διεκδικώντας γιά τόν ἑαυτό τους τά μεγαλεῖα τῆς κούφιας δόξας. Μέ μιά τέτοια νοοτροπία, χαλασμένης ζύμης, πῶς νά γίνουν ἀποδεκτοί στίς καθαρά πολιτικές τους διακηρύξεις (διπλωματικοῦ ἐπεκτατισμοῦ) π.χ. στό πρόβλημα τοῦ Μαυροβουνίου ἤ στά μεγαλόπρεπα μηνύματα πρός τούς ἡγέτες τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου;

ΟΛΑ ΑΥΤΑ πού συνέπεσαν νά τά βλέπουμε, νά τά διαβλέπουμε καί νά μᾶς πονοῦν ἀφόρητα ἐπί ἕνα χρόνο, δέν εἶναι καί ὁ καλύτερος ἀπολογισμός τοῦ διαγενόμενου 2019. Καί ὄχι μόνο ἐμᾶς. Οἱ ἐπικοινωνιακοί καί προγραμματικοί λογιστές τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὅλων, μερικῶν, ἐλαχίστων, πασχίζουν ἐπί ἕνα χρόνο νά παρουσιάσουν τό θετικό τους ἀποθεματικό, στό ἐσωτερικό καί προπαντός στό ἐξωτερικό. Εἶναι πρωτίστως μιά ἀναγκαιότητα διασώσεως τοῦ ἰδίου “ὑπερεγώ” ἀπό τίς θεωρούμενες ἐσωτερικές καί ἐξωτερικές ἀπειλές φθορᾶς, μιά αὐθυποβολή ἐπάρκειας καί ὑπερεπάρκειας, πού δέν θά τήν ἀποτολμούσαμε ἄν ἕνας τέτοιος ἀπολογισμός τό νιώθαμε πώς γίνεται ὄχι μόνον πρός τούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατ᾽ ἐνώπιον Θεοῦ. Μᾶς καταθλίβει αὐτή ἡ “ἐκδοχή χριστιανικοῦ παραγοντισμοῦ”, ἡ “ἐξελιγμένη… ἐκκλησιαστικότητα” πού καταφάσκει “τήν συμπεριφορική τῶν συμφερόντων”, “τήν εἰλικρίνεια τῆς ἀνάδελφης διπλοπροσωπίας”, “τά ἑταιρι(α)κά καί συνεταιρικά πολιτικά κέρδη καί προπαντός τήν πολιτική τῶν ἐθνοφυλετικῶν κερδῶν”, “τά στατιστικά μιᾶς μετοχοποιημένης σωτηρίας ἀριθμῶν”, τίς “ἐπικοινωνιακές ἐπενδύσεις σέ ἀναγνῶστες-δωρητές δόξας” (ἀντί τῆς δορυφορίας καί δωροφορίας τῆς ἀκτίστου δοξης τοῦ Θεοῦ μας). Αὐτά ὅμως πρέπει νά ἀποφασίσουμε καθ᾽ ἑκάστην Ἐκκλησία καί νά τό μοιρασθοῦμε μεταξύ μας νά μήν μᾶς ἐκφράζουν καί νά μή μᾶς ὁμοσπονδιοποιοῦν σέ ἑνότητες “θρησκευτικῶν καθιδρυμάτων”, ἀτυχέστατες ἀποδομήσεις τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, σέ πεῖσμα τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας. Ἄς συνευχόμεθα μέ πόνο ψυχῆς σέ κάθε θεία λειτουργία καί σέ κάθε ἱερά Ἀκολουθία νά εἶναι γονιμότερο σέ λύσεις καί ἐπιλύσεις, κατά τήν εὐδοκίαν τοῦ θείου θελήματος, τό νέον ἔτος.
ΜΕ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ἤθους καί ὕφους ἐκκλησιαστικότητος αὐτό πού ἀνυμνεῖ ἡ θεοδρόμος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τούτη τή μέρα: «Ὑμνοῦμεν, Λόγε, τῆς σῆς πτωχείας τό ὕψος» (ἐξαποστειλάριο 2ας Ἰανουαρίου), ἀντλημένη προφανῶς ἀπό τήν χριστολογική καί ἐν ταὐτῷ ἐκκλησιολογική θεολογία τοῦ μεγάλου ἐθναποστόλου μας Παύλου (βλ. Ἐφεσίους κεφ. β΄).

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος