«Ο Νίκος μου έμαθε πότε να ακούω και πότε να μην υπακούω». Με αυτή τη φράση αφιερωμένη στον επί δεκαετίες φίλο του και άμεσο προκάτοχο του στο υπουργείο Παιδείας κ. Νίκο Φίλη ολοκλήρωσε την ομιλία του ο νέος υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Κώστας Γαβρόγλου.

Στη συναισθηματικά φορτισμένη τελετή παράδοσης και παραλαβής της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, ο νέος υπουργός έδωσε το στίγμα του ξεκαθαρίζοντας πως όσον αφορά το θέμα των θρησκευτικών θα τηρηθούν όλα όσα συμφωνήθηκαν τον προηγούμενο μήνα στο Μέγαρο Μαξίμου.

Ενδεικτική των προθέσεων του νέου υπουργού ήταν η αναφορά του σε ζητήματα μισαλλοδοξίας τα οποία παρατηρήθηκαν το τελευταίο διάστημα τα οποία όπως πολύ χαρακτηριστικά είπε «δεν ήταν ευθύνη του υπουργού Παιδείας».

Σύμφωνα πάντως με τα όσα είπε ο κ. Γαβρόγλου, θα προχωρήσει κανονικά ο σχεδιασμός των νέων βιβλίων, το νέο πρόγραμμα που είναι ήδη σε εξέλιξη θα αξιολογηθεί και θα υπάρξει κατάρτιση των θεολόγων.

ΦΙΛΗΣ: ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

«Συμβόλαιο πολιτικού θανάτου» χαρακτήρισε την συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου στον ΣΚΑΙ ο απερχόμενος υπουργός Παιδείας ξεκαθαρίζοντας με σαφήνεια πως η επόμενη «μάχη» θα δοθεί στην συνταγματική αναθεώρηση.

Ο υπουργός έκανε λόγο για υιοθέτηση ακροδεξιάς ρητορικής από τον Αρχιεπίσκοπο, για ατζέντα επιστροφής στο παρελθόν και για πολιτικούς ελιγμούς ασυμβίβαστους με το χριστιανικό φρόνημα.

Αναλυτικά η παρέμβαση του απερχόμενου υπουργού για το θέμα της Εκκλησίας:

«. Το ερώτημα για την απομάκρυνσή μου αιωρείται στη δημόσια σφαίρα και βλέπω ότι απασχολεί όχι μόνο τον κόσμο της Αριστεράς ο οποίος ακολουθώντας την πρωθυπουργική προτροπή τίμησε τον υποφαινόμενο με εξαιρετική βαθμολογία στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κάθε δημοκρατικό πολίτη. Φαίνεται πως η αφεντιά μου που ξεκίνησε την υπουργική της θητεία μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντονης αντιπαράθεσης που υποκινήθηκε από την αντιπολίτευση για ανύπαρκτα πολλές φορές θέματα και μέσα σε ένα κλίμα χυδαίων επιθέσεων που άγγιξαν αυτό που ονομάζεται «δολοφονία χαρακτήρα», απέκτησε όχι μόνο πολλούς φίλους και συμπαραστάτες από κάθε πλευρά του πολιτικού φάσματος αλλά και ορκισμένους εχθρούς με αφορμή την εδώ και αρκετά χρόνια δρομολογημένη και συζητημένη με την Εκκλησία της Ελλάδας αλλαγή του προγράμματος διδασκαλίας των Θρησκευτικών. Κάθε καλά ενημερωμένος πολίτης γνωρίζει τους σταθμούς αυτής της αλλαγής στάσης της ηγεσίας της Εκκλησίας που δεν περιορίζεται στα Θρησκευτικά αλλά εκτείνεται και σε άλλα θέματα που συγκροτούν μια ατζέντα επιστροφής στο παρελθόν και αναζήτησης κεντρικού πολιτικού ρόλου εκ μέρους της Ιεραρχίας.

Την εβδομάδα που μας πέρασε και παρά την βεβαιωθείσα προ ολίγου καιρού «άρση των παρεξηγήσεων» διά στόματος του ίδιου του Αρχιεπισκόπου μετά την σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό στο Μέγαρο Μαξίμου, οργανώθηκε και εκτελέστηκε ένα συμβόλαιο πολιτικού θανάτου σε βάρος μου στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ με τη γνωστή σε όλους συνέντευξη του κυρίου Ιερώνυμου στον δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά.

Εκεί ζητήθηκε από τον πρωθυπουργό της χώρας εν όψει του ανασχηματισμού η καθαίρεση του «προβληματικού» υπουργού Παιδείας. Στη συνέχεια της εκπομπής μάλιστα, με την αναφορά σε πλευρές της συζήτησης στο πρωθυπουργικό γραφείο, εκτοξεύτηκε η από κάθε άποψη «προβληματική» απειλή περί προθύμων πολιτικών παραγόντων να ρίξουν την εκλεγμένη κυβέρνηση αρκεί να το ζητήσει η Εκκλησία.

Αυτά μαζί με άλλα εξίσου ανατριχιαστικά για τη δημοκρατική και συνταγματική τάξη (Θυμίζω: Tην όψιμη αντίθεση του κ. Ιερώνυμου στην ίδρυση τεμένους παρά την συγκατάθεση του προκατόχου του Χριστόδουλου. Την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής ότι οι πρόσφυγες απειλούν με αφελληνισμό και μουσουλμανοποίηση τη χώρα, τη διαστροφή της χριστιανικής φιλανθρωπίας με την προσχώρηση στο αντιχριστιανικό δόγμα ότι η εκκλησία μοιράζει ψωμί μόνο στους Έλληνες, την πλήρη κάλυψη των ακροδεξιών ρασοφόρων). Όλα αυτά και άλλα πολλά , ακόμη κι αν αποτελούν πολιτικούς ελιγμούς ασυμβίβαστους όμως προς το οικουμενικό μήνυμα του χριστιανισμού, συνιστούν ευθεία πρόκληση προς το πολιτικό σύστημα, αμφισβήτηση των δημοκρατικών αξιών και επικίνδυνη ρητορική που αν επικρατήσει θα οδηγήσει στο διχασμό της κοινωνίας και στην περιθωριοποίηση της χώρας. Θα βυθίσει την πατρίδα μας πιο βαθιά στην κρίση.

Το θέμα αυτό υπερβαίνει εμένα ως Υπουργό Παιδείας, τον σημερινό Πρωθυπουργό ή την Αριστερά ως παράταξη. Αφορά στο σύνολο του πολιτικού συστήματος, όλες τις πολιτικές δυνάμεις που οφείλουν να υψώσουν ανάστημα και ασπίδα προστασίας απέναντι στην ιταμή αξίωση να διανοείται, να απαιτεί και τελικά να επιτυγχάνει η ηγεσία της Εκκλησίας με την ανοιχτή στήριξη του χρεοκοπημένου μιντιακού κατεστημένου την απομάκρυνση υπουργών της εκλεγμένης κυβέρνησης αυτού του τόπου. Πρόκειται, για τον ορισμό της παραθεσμικής συμπεριφοράς απέναντι στην οποία όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες και ειδικά η προοδευτική παράταξη θα αντιταχθούμε με αποφασιστικότητα παρά το όποιο πρόσκαιρο κόστος.

Η απομάκρυνσή μου από το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας και Θρησκευμάτων (άραγε πόσο ακόμη θα κρατήσει αυτός ο αναχρονισμός να συνυπάρχουν αφενός η εκπαίδευση και η έρευνα και αφετέρου οι εκκλησιαστικές υποθέσεις στο ίδιο υπουργείο;), η απομάκρυνσή μου λοιπόν, είμαι πλέον βέβαιος ότι εγγράφει με τον πιο σαφή τρόπο ως κεντρικό στόχο για το σύνολο των δημοκρατικών δυνάμεων στην επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση να προτείνουν τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας στην κατεύθυνση του διαχωρισμού ρόλου και αρμοδιοτήτων. Αυτό είναι πλέον ζήτημα στοιχειώδους αυτογνωσίας και καθήκον για το σύνολο του πολιτικού κόσμου, που πρέπει να ανταποκριθεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Η τεράστια πλειοψηφία του λαού μας και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών που πιστεύουν στην Ορθοδοξία συμμερίζονται αυτή την επιδίωξη, όπως σταθερά επιβεβαιώνει το σύνολο των δημοσκοπικών ευρημάτων τα τελευταία χρόνια. Για ένα κράτος που βαδίζοντας προς τον εορτασμό των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 θα ολοκληρώσει επιτέλους τον θεσμικό-δημοκρατικό εκσυγχρονισμό του και για μια Εκκλησία απελευθερωμένη από τον κρατικό εναγκαλισμό, τον σκοταδισμό και τον μεσαιωνικό αναχρονισμό, ικανή να απαντήσει, απαλλαγμένη από ιδεολογικές αγκυλώσεις όπως είναι ο εθνοφυλετισμός και ο ζηλωτισμός, στις μεγάλες αγωνίες και ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου.

Κυρίες και κύριοι
Στην επίτευξη αυτού του στόχου θα αφιερώσω μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου ως βουλευτής την επόμενη περίοδο. Με τη συνείδηση ότι η έξοδος της χώρας από τη βαθιά ηθικοπολιτική και οικονομική κρίση δεν μπορεί να γίνει με την επιστροφή σε κατεστημένα συμφέροντα, σε χρεοκοπημένα δόγματα και σε αναχρονιστικά στερεότυπα. Με την πεποίθηση ότι για τη σημερινή κρίση ουδείς είναι αναμάρτητος, ούτε ο παλαιοκομματισμός, ούτε οι λαίμαργες οικονομικές ελίτ και τα συμφέροντα της πολυπλόκαμης διαπλοκής, ούτε βέβαια οι εκκλησιαστικές εξουσίες. Γι αυτό η συζήτηση για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας διαπερνά το σύνολο της προσπάθειας για εθνική αναγέννηση μέσα σε μια νέα Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. Γιατί η ουσιαστική επανένταξη της χώρας στην Ευρώπη δεν μπορεί να επιτευχθεί υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές σκληρής λιτότητας και προσκυνώντας ταυτόχρονα εγχώριες σκοταδιστικές εξουσίες. Κι αν για το πρώτο υπάρχουν δικαιολογίες τι να υποθέσουμε για το δεύτερο;

Είναι κρίμα οι εκκρεμότητες στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας να αντιμετωπίζεται με αφορισμούς και αναθέματα ή ακόμη χειρότερα με λογιστικούς υπολογισμούς για το «παγκάρι», τα οικόπεδα, τα στρέμματα και τα χρυσόβουλα. Πρόκειται για αντιλήψεις και ιδιοτέλειες που λίγο πριν την κρίση είχαν οδηγήσει στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου, Είναι λογικό λοιπόν να μας διατρέχει ανατριχίλα όταν ακούμε από τα χείλη του κ. Ιερώνυμου τέτοιου είδους τοποθετήσεις την ώρα που ο λαός μας ταλαιπωρείται και υποφέρει. Πρόκειται για εξουσιαστικές αντιλήψεις (αναγκάζομαι να το πω ανοιχτά) που μετατρέπουν τον «Οίκο του Πατρός σε Οίκο Εμπορίου». Και αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την αξία της κοινωνικής προσφοράς πολλών ανθρώπων του λαϊκού κλήρου, ο οποίος συχνά αισθάνεται την αυθαιρεσία του καθεστώτος της δεσποτοκρατίας στη χώρα μας».

Ερωτηθείς να σχολιάσει τις δηλώσεις Φίλη, ο διευθυντής του γραφείου Τύπου της Αρχιεπισκοπής κ. Χάρης Κονιδάρης δήλωσε «κανένα απολύτως σχόλιο».

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Ετικέτες: