Δεν είναι πλέον σε κανέναν κρυφό ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αποφάσισε να χορηγήσει Αυτοκεφαλία στους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Ουκρανίας (Πατριαρχική Σύνοδος της 22ας Απριλίου 2018). Η ευθύνη της απόφασης αυτής ανήκει αποκλειστικά στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, επί της βάσει των Ιερών Κανόνων 9, 17 και 28 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος (451) και αποτελεί μόνο δικό της ιεροκανονικό και εκκλησιολογικό προνόμιο.

Η εν λόγω απόφαση στην ουσία προέκυψε από την κατάσταση που επικρατεί εδώ και 25 χρόνια στην Ουκρανία: μία «κανονική;» Εκκλησία, υπό την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας και δύο «σχισματικές» δικαιοδοσίες, υπό την αιγίδα του «Πατριάρχη Φιλαρέτου» και του «Μητροπολίτη Μακαρίου» αντίστοιχα. Η διάσπαση της ενότητας, που υφίσταται σήμερα εκεί, θέτει εν αμφιβόλω την ευχαριστιακή κοινωνία όλων όσοι ζουν εντός των ορίων αυτής της Χώρας και ομολογούν την Ορθόδοξη πίστη. Η κατάσταση επιδεινώνεται στο μέτρο που το κοινωνικό αγαθό διακυβεύεται από αυτήν την ατέρμονη κρίση. Οπωσδήποτε θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός ή παράφρων, ώστε να μην αναγνωρίσει ότι η βία και οι καταχρήσεις που υφίστανται οι Ορθόδοξοι αδελφοί μας στην Ουκρανία σήμερα, έχουν περάσει τα όρια και έχουν καταστεί από κάθε ευαίσθητο άνθρωπο μη αποδεκτές, μη ανεκτές και φυσικά μη δικαιολογημένες.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος είναι πρώτος μεταξύ ίσων εντός της Ορθοδοξίας, δεν μπορεί πλέον να παραμένει σιωπηλός. Ο ίδιος δεν διεκδικεί καμμία κοσμική εξουσία, έχει, ωστόσο, την αποκλειστική ευθύνη ανάληψης πρωτοβουλιών, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενότητα, η καθολικότητα και η καταλλαγή εντός του σώματος της Ορθοδοξίας. Έχει επίσης, την ευθύνη να συγκαλεί, όταν χρειάζεται και το κρίνει, σε σύνοδο τις άλλες Ορθόδοξες κατά τόπον Εκκλησίες. Και τέλος, έχει χρέος να λειτουργεί θεραπευτικά για όλες τις Εκκλησιακές Κοινότητες που βρίσκονται σε εξαιρετικά ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις.

Ως εκ τούτου, το πρωτείο του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι ούτε μία απλή ψιλή τιμητική προσφώνηση ούτε συνιστά ένα είδος «ανατολικού παπισμού», όπως κάποιοι Ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί ταγοί και ιεράρχες εσκεμμένα διακηρύσσουν urbi et orbi, αφού όπως ξέρουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υφίσταται η ιδέα ενός «παγκόσμιου επισκόπου». [penci_blockquote style=»style-3″ align=»none» author=»» font_weight=»700″ font_style=»normal» uppercase=»false» text_size=»16″]Αντίθετα, όπως ορθά επισημαίνει ο διακεκριμένος και διεθνούς φήμης Ορθόδοξος θεολόγος π. Ιωάννης Meyendorff, είναι αναμφισβήτητο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αρνηθεί ούτε την ανάγκη ύπαρξης Προκαθημένου στην καθ’ όλου επισκοπή ούτε την χρεία μιας συγκεκριμένης Αρχής ως εκπροσώπου του πρώτου Πατριάρχη του Προκαθημένου της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανά την Οικουμένη, στοιχεία που συνιστούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση της λειτουργίας της συνοδικότητας.[/penci_blockquote]

Ίσως βέβαια αυτό να δυσαρεστήσει ορισμένους. Σε αυτούς τους έντονα και επαίσχυντα χαοτικούς καιρούς που μαστίζουν τους Ορθόδοξους Ουκρανούς, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτή την συνετή ηγεσία και χωρίς την αντικειμενική και εγνωσμένου κύρους αυθεντία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεν αρκεί, επομένως, να διακηρύττουμε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι απλά Πρώτος μεταξύ ίσων «Primus inter pares».

Εάν περιοριστούμε μόνο σε αυτή την αρχή τότε παραπέμπουμε μάλλον σε μια «πολιτική» και κοσμική αντίληψη του ζητήματος, που αποβλέπει στο να αποδυναμώσει την δικαιοδοσιακή ευθύνη του Οικουμενικού Πατριάρχη ως Πρώτου στο σώμα των Ορθοδόξων. Αλλά η τιμή που δίδεται στον Κωνσταντινουπόλεως συνεπάγεται με πραγματικά προνόμια και υψηλές ευθύνες. Ας υπενθυμίσουμε εδώ σε όσους εξάπαντος δεν θέλουν να το ακούσουν, ότι τα ιεροκανονικά προνόμια αυτά ισχύουν μόνον για την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και προέκυψαν μέσα από την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας, καθώς και από την μακρά ιστορική και εκκλησιαστική εμπειρία και όχι κατόπιν επιθυμίας ή αιτήματος κάποιου βυζαντινού αυτοκράτορα ή κάποιου Τσάρου. Ουδείς πολιτικός ή θρησκευτικός φορέας και θεσμός, όσο έγκυρος και έγκριτος και εάν είναι αυτός, δεν έχει δικαίωμα να νοθεύει ή να ερμηνεύει κατά τα ίδια συμφέροντα αυτό που οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες με πίστη διακήρυξαν στις Οικουμενικές Συνόδους.

De jure, οι Ρωςς του Κιέβου, μετά το βάπτισμα του πρίγκιπα Βλαδίμηρου, το 988, υπάγονταν στην εκκλησιακή δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Επιπλέον, η Κωνσταντινούπολη δεν αναγνώρισε την αφομοίωση της Μητρόπολης Κιέβου το 1686 από την Σύνοδο της Ρωσσικής Εκκλησίας μετά την εισβολή της αυτοκρατορίας της Ρωσσίας στα εδάφη της αριστερής όχθης του Δνείπερου ποταμού.

Η μόνη παραχώρηση, που έκανε ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄, ήταν να επιτρέψει στον Πατριάρχη Μόσχας να χειροτονεί τον Μητροπολίτη Κιέβου, με τη ρητή προϋπόθεση ότι ο εκάστοτε Κιέβου θα μνημονεύεται στην Θεία Λειτουργία το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το κείμενο υπάρχει και πιστοποιεί το παραπάνω γεγονός, ως «Επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχου Διονυσίου Δ΄ προς τους Τσάρους της Ρωσσίας Ιωάννη και Πέτρο και στη Σοφία Αλεξιόγιεβιτς», (Μόσχα 1826), επιβεβαιώνει μάλιστα, λέξη προς λέξη, ότι αυτή η αντικανονική ενέργεια προσαρτήσεως της Μητροπόλεως Κιέβου στη Ρωσσική Εκκλησία, δεν κυρώθηκε ποτέ από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακόμη μέχρι και σήμερα.

Η ανάληψη πρωτοβουλίας εκ μέρους της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, για τον τερματισμό αυτής της κατάστασης, πρωτοβουλίας η οποία εμπίπτει άμεσα την ευθύνη του, αναδεικνύει ταυτόχρονα την αδυναμία της Ρωσσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε διεθνές επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την πτώση του Κομμουνισμού το 1991, να δημιουργήσει τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις, προκειμένου να τεθεί ένα τέλος στις διαιρέσεις των κατά τόπους Ορθόδοξων εδαφικών δικαιοδοσιών και να εξαλειφθούν οριστικά τα υπάρχοντα σχίσματα.

Κατά την άποψη του Antoine Arjakovsky, την οποία κατέθεσε στο συνέδριο της KEK στην Κύπρο, (8-10 Νοεμβρίου 2017), τα τρία τέταρτα των 25 εκατομμυρίων Ορθόδοξων χριστιανών της Ουκρανίας υπάγονται σήμερα στο «Πατριαρχείο του Κιέβου», που έχει επικεφαλής τον «Πατριάρχη Φιλάρετο». Επιπλέον, εκτιμάται ότι στο υπόλοιπο ένα τέταρτο, ανήκουν οι πιστοί του Πατριαρχείου Μόσχας υπό την ηγεσία του Μητροπολίτη Oνούφριου και οι της «Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας» υπό την ηγεσία του «Μητροπολίτη Μακαρίου». Από αυτό το ποσοστό του ενός τετάρτου, πάνω από το 75% θα ενταχθεί στην νέα εκκλησιακή οντότητα, που πολύ σύντομα θα ονομάζεται «Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας».

[penci_blockquote style=»style-3″ align=»none» author=»» font_weight=»800″ font_style=»normal» uppercase=»false» text_size=»16″]Αναμφισβήτητα, ο αντικανονικός στραγγαλισμός που επέφερε η Ρωσσική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία το 1686, και οι μετέπειτα κινήσεις της Ρωσσικού κράτους όπως η προσάρτηση της Κριμαίας σε αυτό και η στρατιωτική κατοχή του Donbass, στρέφονται τώρα εναντίον της ρωσσικής εκκλησιαστικής επεκτατικής πολιτικής, σαν ένα αεριωθούμενο μπούμερανγκ το οποίο, επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης του, μπορεί να βλάψει σοβαρά τον εκτοξευτή του εάν αυτός δεν είναι προσεκτικός.[/penci_blockquote]

Η απόφαση του Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου και της περί αυτόν Ιεράς Συνόδου να διακόψει την κοινωνία με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, παρότι με αιφνιδίασε πολύ, εντούτοις δεν με εξέπληξε. Εάν μάλιστα τη συγκρίνω με αυτό που συνέβη στην Εσθονία το 1996, τολμώ να πω ότι η απόφαση αυτή είναι κάτι περισσότερο από δυσάρεστη. Τότε, προκειμένου να εκτονωθεί η εσθονική κρίση, στην Ζυρίχη υπήρξε αμοιβαία ενυπόγραφη Συμφωνία επίλυσης του ζητήματος, η οποία θα προοιώνιζε ένα γόνιμο και εποικοδομητικό κοινό μέλλον μεταξύ των δύο τοπικών (εδαφικών) δικαιοδοσιών (Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας) στην Εσθονία, με την προϋπόθεση ότι και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη θα τηρούσαν και θα σέβονταν τους όρους αυτής της Συμφωνίας. Έχουν περάσει από τότε πάνω από είκοσι χρόνια. Αποδεικνύεται ότι η Συμφωνία αυτή στην πράξη έχει καταστεί άνευ σημασίας και, επομένως, δεν ισχύει, λόγω της μη εφαρμογής της μονομερώς εκ μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας. Υπάρχει ακόμη κανείς που να πιστεύει, μετά από αυτή την ασυνέπεια, ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τους ανθρώπους αυτούς που κατ’ αρχήν συγκατατίθενται να υπογράψουν μία συμφωνία, υπογράφουν στη συνέχεια αλλά τελικώς δεν σέβονται αυτά για τα οποία προηγουμένως δεσμεύτηκαν με την υπογραφή τους;

Από σεβασμό προς το πρόσωπο και το θεσμό του, δεν θέλω να αντιπαρατεθώ στον Πατριάρχη Ρωσσίας Κύριλλο. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να προσπεράσω τα γεγονότα, αφήνοντας ασχολίαστη την ασυνεπή και εξωφρενική αυτή πρακτική, την οποία και πάλι εφαρμόζει στην Εκκλησία του, να διακόπτει δηλαδή, ελαφρά τη καρδία, την ευχαριστιακή κοινωνία, ασκώντας έτσι πίεση, προκειμένου να ικανοποιήσει τις προσωπικές του απαιτήσεις. Μέσα σε δύο χρόνια, ο Πατριάρχης Κύριλλος διέπραξε δύο μεγάλα λάθη. Το πρώτο ήταν η απουσία του από την Αγία και Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το δεύτερο είναι η διακοπή κοινωνίας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και την Ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου, για μία ακόμη φορά, μετά το αντίστοιχο συμβάν στην Εσθονία το 1996.

Γνωρίζει, άραγε, πραγματικά ο Πατριάρχης Κύριλλος ότι δεν μπορεί ποτέ να διαπραγματευτεί το Ανεκτίμητο, το οποίο στην περίπτωση αυτή είναι η Ευχαριστιακή Κοινωνία, με κίνδυνο να θρυμματίσει και να διασπάσει την Εκκλησία του Χριστού και ότι κάθε κατά τόπον Εκκλησία και όλες οι κατά τόπους Εκκλησίες μαζί ως σύνολο απαρτίζουν την Μία Εκκλησία; Η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, του οποίου η δικαιοδοσία εδραιώθηκε και κυρώθηκε από τους ιερούς κανόνες: 3ος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (381), 9ος, 17ος και 28ος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451), 36ος της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691) κ.α., ισοδυναμεί με διάρρηξη της ενότητας των κατά τόπους Εκκλησιών στο σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σε ό,τι αφορά την Εκκλησιολογία μάλιστα, για το συγκεκριμένο θέμα της Κοινωνίας, η Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας δεν προσφέρει καμμία άλλη εναλλακτική εκτός από αυτήν της ακρίβειας, έστω και εάν στις ημέρες μας αυτή η τελευταία παραβιάζεται ασυστόλως, και εναπόκειται στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ως θεματοφύλακα αυτής, να την διαφυλάσσει και να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της.

[penci_blockquote style=»style-3″ align=»none» author=»» font_weight=»800″ font_style=»normal» uppercase=»false» text_size=»16″]Το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Κύριλλος δεν αναγνώρισε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ως «Πρώτο», αρνούμενος την τελευταία στιγμή να παραστεί στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016) και διακόπτοντας τώρα την ευχαριστιακή κοινωνία, θέτει ήδη αυτόν τον ίδιο Πατριάρχη Κύριλλο σε τροχιά σχίσματος και σε κατάσταση ακοινωνησίας. Πώς ένας άνθρωπος της δικής του νοημοσύνης και ενός τέτοιου πνευματικού διαμετρήματος δεν το βλέπει ή δεν το αντιλαμβάνεται αυτό;[/penci_blockquote]

Στην περίπτωση της Εσθονίας, το πρώτο βήμα έγινε ήδη από την Κωνσταντινούπολη, και οφείλουμε να τονίσουμε ότι αυτό είναι προς τιμήν της, έτσι ώστε το κακό να μην διαιωνίζεται. Αλλά στην παρούσα περίπτωση, ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση, όταν από το 2004 η Εκκλησία της Ρωσσίας εξακολουθεί να πολεμά και να ταπεινώνει την Κωνσταντινούπολη, υποτιμώντας συνεχώς την θέση και ευθύνη του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον προφανή στόχο να γίνει η τρίτη Ρώμη;

Είναι πλέον προφανές ότι η Ορθόδοξη Ουκρανία θα γίνει αυτοκέφαλη. Η προφητική χειρονομία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου μακροπρόθεσμα θα αποδειχθεί λυσιτελής, ειδικά επειδή η Ουρκανία «είναι η άμεση απόγονος της Κωνσταντινουπόλεως, ο ζωντανός καρπός του ιεραποστολικού της έργου, καθώς και τόπος μελλοντικής συμφιλίωσης και καταλλαγής με την Εκκλησία της Ρωσσίας» (Antoine Arjakovsky, ό.π.).

Tagged: