Το θαύμα της θεραπείας του τυφλού της Ιεριχώ τοποθετείται, στη “διήγηση” του Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου, αμέσως μετά την περιγραφή της συνάντησης του Ιησού με τον πλούσιο άρχοντα, ο οποίος τον πλησίασε για να τον ρωτήσει πώς θα μπορούσε να αποκτήσει την αιώνια ζωή (18:18-30) και πριν από τη συνάντηση του Ιησού με τον Ζακχαίο (19:1-10). Και τα τρία επεισόδια συμβαίνουν αφού ο Ιησούς έχει αφηγηθεί στους ακροατές του δύο παραβολές για το πώς πρέπει να προσεγγίζει κανείς τον Θεό· την Παραβολή του άδικου κριτή και της χήρας (18:1-8) και την Παραβολή του Τελώνη και Φαρισαίου (18:9-14).

Θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να υποστηριχτεί ότι οι τρεις συναντήσεις του Χριστού επεξηγούν κατά κάποιο τρόπο το περιεχόμενο των παραβολών που προηγήθηκαν. Ο πλούσιος άρχοντας προσεγγίζει τον Ιησού όπως ο Φαρισαίος, βασιζόμενος στα προσόντα του και στις αρετές του, ο τυφλός τον προσεγγίζει, όπως η χήρα τον δικαστή, με επιμονή και προσήλωση στον στόχο, ενώ ο Ζακχαίος επιχειρεί να συναντηθεί με τον Χριστό συναισθανόμενος, όπως και ο τελώνης της παραβολής την αμαρτωλότητά του.

Με βάση τη διαπίστωση αυτή, προσεκτική μελέτη της συμπεριφοράς του τυφλού μπορεί να αποτελέσει έναν ασφαλή οδηγό για τη δημιουργία μιας ορθής σχέσης με τον Θεό. Σύμφωνα με το κείμενο, πηγαίνοντας παραμονές του Πάσχα ο Ιησούς, όπως και πολύς άλλος κόσμος, προς τα Ιεροσόλυμα, διέρχεται από την Ιεριχώ, όταν ένας τυφλός που ζητιάνευε στην άκρη του δρόμου, άκουσε τη φασαρία, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει και, μόλις πληροφορήθηκε ότι περνούσε ο Ιησούς, άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη: «Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με».

Η πρώτη διαπίστωση που κάνει κανείς μελετώντας τη συμπεριφορά του τυφλού είναι ότι είχε την ικανότητα να δει αυτό που τα πλήθη που ακολουθούσαν τον Ιησού αδυνατούσαν να δουν. Όταν ρώτησε να μάθει την αιτία της φασαρίας που άκουγε, τον πληροφόρησαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος (18:37). Εκείνος όμως άρχισε να φωνάζει «Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με» (18:38). Αυτό σημαίνει ότι αναγνώριζε στο πρόσωπο του Ιησού τον αναμενόμενο λυτρωτή, ήταν δηλαδή πληροφορημένος για το περιεχόμενο των σχετικών με τον μεσσία προφητειών, αλλά και για την εκπλήρωση των προφητειών αυτών. Υπάρχουν πολλοί χριστιανοί σήμερα που, αν και ισχυρίζονται ότι είναι ορθόδοξοι και τηρούν με αρκετή ευλάβεια τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, αγνοούν το ακριβές περιεχόμενο της πίστης τους ή, ακόμα χειρότερα αδιαφορούν πλήρως γι᾽ αυτό, περιοριζόμενοι σε μια απατηλή θρησκευτικότητα που τους παρέχει την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας με τον Θεό. Δεν είναι, βέβαια, λίγοι και εκείνοι οι οποίοι, αν και δεν αρνούνται την πίστη στον Θεού, προτιμούν να δηλώνουν ότι πιστεύουν γενικά σε μια ανώτερη απρόσωπη δύναμη ή διαμορφώνουν μια προσωπική φανταστική εικόνα για τον Χριστό προσαρμοσμένη στις δικές τους φιλοσοφικές απόψεις, που καμιά σχέση δεν έχει με την περιγραφή της Γραφής και την πίστη της Εκκλησίας για το πρόσωπό του. Τέτοιες απόψεις όμως όχι μόνο δεν οδηγούν σε αληθινή σχέση με τον Θεό, αλλά αντίθετα μετατρέπουν ακόμα και τη χριστιανική πίστη σε ειδωλολατρία. Ο ίδιος, άλλωστε, ο Χριστός βεβαιώνει ότι: «Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται» (Ιωα 10:9) και ότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾽ ἐμοῦ» (Ιωα 14:6).

Ο τυφλός της Ιεριχώ γνώριζε πολύ καλά σε ποιον απευθύνει τις εκκλήσεις του και γι᾽ αυτό, παρόλο που εκείνοι που ακολουθούσαν τον Ιησού προσπάθησαν να τον σταματήσουν, εκείνος φώναζε όλο και δυνατότερα (18:39). Η συμπεριφορά αυτή, αν και στα μάτια των συνοδοιπόρων του Ιησού φαινόταν αναξιοπρεπής, φανερώνει την ακλόνητη εμπιστοσύνη του τυφλού στη δύναμη του Χριστού να τον θεραπεύσει. Μόνο μια τέτοια πίστη μπορεί να υπερβεί όλα τα εμπόδια που θέτουν κάθε φορά οι κοινωνικές, πολιτισμικές ή άλλες συνθήκες και να διαμορφώσει μια αληθινή σχέση με τον Θεό. Και δεν είναι μόνον η υποκρισία, η ασυνέπεια λόγων και έργων, η αδιαφορία για τον πονεμένο διπλανό, ο εγωκεντρισμός, το αίσθημα αυτάρκειας σχετικά με την κατοχή της αλήθειας που γίνονται εμπόδιο σε άλλους ανθρώπους να δουν τον Χριστό.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμα και απόψεις που, ενώ σε πρώτη προσέγγιση φαντάζουν απόλυτα ορθές από χριστιανικής απόψεως, μπορούν να καταστούν εμπόδιο στην προσπάθεια κάποιου να πλησιάσει τον Χριστό. Υπάρχουν, για παράδειγμα, αρκετοί θεολογούντες χριστιανοί που ισχυρίζονται ότι είναι θεολογικά ορθότερο να προσεύχεται κανείς «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» αντί «ελέησόν με», επειδή το πρώτο ενικό πρόσωπο δηλώνει ίσως ατομισμό και αδιαφορία για την κοινότητα. Όμως ο τυφλός κραυγάζει: «Υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με», γιατί μόνον αυτός μπορεί να αντιληφθεί το πρόβλημά του σε όλη του την τραγική πραγματικότητα. Μόνον όποιος συναισθάνεται πραγματικά την αμαρτωλότητά του ζητά το θείο έλεος, και βασίζεται σ᾽ αυτό προκειμένου να δημιουργήσει μια αληθινή σχέση με τον Θεό, και μόνον τότε μπορεί να γίνει παράγοντας ευλογίας για ολόκληρη την κοινότητα. Όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής στο τέλος της περικοπής, όταν ο τυφλός θεραπεύτηκε από τον Χριστό «ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ» (18:43).

Πίστη, επομένως, στον αληθινό Χριστό, όπως αυτός μαρτυρείται στη Γραφή και στην πίστη της Εκκλησίας, και αναγνώριση της δύναμής του να σώσει τον κόσμο, επιμονή στην προσπάθεια να προσεγγίσει κανείς τον Θεό και συναίσθηση της αμαρτωλότητας, αποτελούν το τρίπτυχο των προϋποθέσεων δημιουργίας μιας αληθινής σχέσης με τον Θεό.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Αρχων Διδασκαλος του Ευαγγελιου της Μεγαλης του Χριστου Εκκλησιας.

Tagged: