Τα ιστορικά γεγονότα, ανεξάρτητα από τη σπουδαιότητα και πάρα τη μοναδικότητά τους, από βιωμένες καταστάσεις γίνονται, με το πέρασμα του χρόνου, αράδες στις σελίδες των βιβλίων της ιστορίας. Κάποια στιγμή οι γενιές που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές τους φεύγουν. Οι άμεσοι διάδοχοι έχουν την ευκαιρία να κληρονομήσουν τον πλούτο της ζωντανής προφορικής παράδοσης και της ατόφιας ιστορικής μνήμης. Και αν για τις επόμενες γενιές κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολα δυνατό, εντούτοις ο χρόνος μοιάζει να παγώνει στον τόπο εκείνο που διαδραματίστηκε ένα ιστορικό γεγονός. Ή μάλλον ο τόπος καθίσταται γέφυρα που ενώνει παρελθόν και παρόν.


Αυτή τη σύνδεση παρελθόντος και παρόντος βίωσαν 48 ταξιδιώτες από την Ξάνθη κυρίως αλλά και από άλλες πόλεις που μετείχαν σ’ ένα προσκύνημα μνήμης στη νότια Αλβανία (Βόρεια Ήπειρο) από τις 30 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου 2016. Με ευθύνη του παραρτήματος της Ένωσης Απόστρατων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ) Ξάνθης, επισκεφθήκαμε τόπους ιερούς και συνάμα τόπους πόνου. Σημεία που παραμένουν μάρτυρες μερικών από τις σημαντικότερες σελίδες της Ελληνικής νικηφόρας αντίστασης στον Ιταλικό φασισμό κατά το Έπος του ’40: Καλπάκι, Αργυρόκαστρο, Κλεισούρα, Ύψωμα 731, Τεπελένι και Άγιοι Σαράντα.

Για κάποιους από μας το ταξίδι αποτέλεσε εκπλήρωση μιας επιθυμίας πολλών ετών και μία οφειλόμενη τιμή στους προγόνους μας που πολέμησαν εκεί. Η οικογένειά μου ευτύχησε να τους υποδεχτεί με κρυοπαγήματα, αλλά ζωντανούς. Σε αντίθεση με τις οικογένειες των 7976 στρατιωτών που δεν επέστρεψαν ποτέ. Μέχρι σήμερα τα λείψανά τους παραμένουν είτε φυλασσόμενα σε οστεοφυλάκια, στην καλύτερη περίπτωση, είτε βρίσκονται ακόμα θαμμένα σε γνωστούς και άγνωστους ομαδικούς τάφους, ενώ αρκετών στρατιωτών τα οστά παραμένουν εκεί που σκοτώθηκαν. Κατά τις επισκέψεις μας στα στρατιωτικά κοιμητήρια στο χωριό Βουλιαράτες και στην Ι.Μ. Αγίου Νικολάου Κλεισούρας (έργο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου), καθώς και κατά τη συνάντησή μας με τον Έλληνα Γενικό Πρόξενο Αργυρόκαστρου, κ. Βασίλειο Τόλιο, ενημερωθήκαμε για την πορεία του ελληνικού αιτήματος ως προς την παροχή άδειας από το Αλβανικό κράτος για την πρέπουσα ταφή των οστών. Πόσο μάλλον που η Ιταλία εξασφάλισε σχετική άδεια για τους δικούς της νεκρούς ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60! Θυμάμαι ήμουν παιδί όταν είχα παρακολουθήσει ένα σχετικό ντοκιμαντέρ στη δημόσια τηλεόραση για τους άταφους νεκρούς του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και το Ύψωμα 731. Και να που βρεθήκαμε κι εμείς στους ιερούς αυτούς τόπους. Τους κυριολεκτικά ποτισμένους στο αίμα χιλιάδων ανθρώπων που θυσιάστηκαν αντιστεκόμενοι στη φασιστική θηριωδία.

Ασφαλώς, η επίσκεψη στο ύψωμα αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή αυτού του ταξιδιού. Εδώ έλαβε χώρα κατά τον Μάρτιο του 1941 η καθοριστικότερη μάχη μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών, την οποία παρακολούθησε προσωπικά και ο φασίστας δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι. Η ελληνική πλευρά με υπερασπιστές το 2ο Τάγμα του 5ου Συντάγματος Τρικάλων και διοικητή τον Δημήτριο Κασλά, κατάφερε να το κρατήσει, παρά τη σφοδρότητα της επίθεσης. Το πόσο σφοδρή ήταν γίνεται άμεσα αντιληπτό από το γεγονός πως οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν 100.000 βλήματα εναντίων του Ελληνικού Στρατού χωρίς να καταφέρουν την κατάληψη του υψώματος! Οι αλλεπάλληλοι κανονιοβολισμοί κατέφαγαν το βουνό μειώνοντας το υψόμετρό του κατά 5 μ. και ξεγύμνωσαν τις πλαγιές του από το πυκνό δάσος που προϋπήρχε.

Σήμερα η εικόνα του υψώματος είναι διαφορετική. Η βλάστηση επέστρεψε και πάλι. Τη μάχη έμειναν να θυμίζουν τα δύο λιτά μνημεία που στήθηκαν για τους πεσόντες και των δυο πλευρών. Από το μνημείο που έστησαν οι Ιταλοί έχει μείνει μόνο ένα μικρό τμήμα του, καθότι καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος του από τους Γερμανούς ναζί μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Σε κάποια σημεία του χώρου φαίνονται ακόμα τα χαρακώματα του Ελληνικού Στρατού. Κατά την επίσκεψή μας συναντήσαμε και ένα κοπάδι αιγοπροβάτων που ξαπόστασε στα φθαρμένα ορύγματα.

Μπορεί το τοπίο να μοιάζει πια τόσο διαφορετικό από τις φωτογραφίες και τα βίντεο της περιόδου εκείνης, η ίδια η γη αποτελεί όμως αδιάσειστο μάρτυρα των όσων έλαβαν χώρα εκεί. Αν κοιτούσες προσεκτικά διαπίστωνες ακόμα την ύπαρξη κατάλοιπων της μάχης: Θραύσματα από ιταλικές οβίδες, κάλυκες από σφαίρες και μεταλλικά στοιχεία βρίσκονται διάσπαρτα παντού. Βρήκαμε ακόμα και άσκαστα ιταλικά βλήματα. Ανάμεσα στο υλικό που συλλέξαμε και φέραμε πίσω ως πολύτιμο φορτίο μνήμης είναι ένα κουτάλι του Ελληνικού Στρατού καθώς και λίγες σφαίρες με την ένδειξη ΕΣ 1938. Μία περιείχε ακόμα μπαρούτι στο εσωτερικό της. Μάθαμε πως ακόμη και οστά μπορεί να βρει κανείς…

Το ταξίδι δεν ήταν μόνο μία αναδρομή στο παρελθόν μέσα από «άψυχες» μαρτυρίες. Συναντήσαμε και ζωντανούς φορείς της μνήμης. Στους Βουλιαράτες, ο Βορειοηπειρώτης κ. Γιάννης Μπάκος μας υποδέχτηκε στο στρατιωτικό κοιμητήριο εξιστορώντας μας το πώς ο πατέρας του φύλαξε κατά την περίοδο του καθεστώτος Χότζα τον κατάλογο με τα ονόματα των Ελλήνων πεσόντων και τους σταυρούς των τάφων. Μας περίμενε, όμως, και η «Μάνα της Χειμάρρας», η κ. Ερμιόνη Μπρίγκου. Μαζί με τα παιδιά της μας καλωσόρισε με ιδιαίτερη χαρά στο σπίτι της που αποτελεί ακόμα ένα σημείο ιστορικής μνήμης. Δίπλα στην αυλή του πατρικού της βρίσκονται θαμμένα τα σώματα 6 Ελλήνων στρατιωτών τους οποίους έθαψε με μυστικότητα ο πατέρας της. Δακρυσμένη, αλλά και με αίσθημα τιμής μας έδειξε το σημείο κοντά στο οποίο έχει φυτέψει μια μυρτιά, «για να έχουν τα παιδιά σκιά τις ηλιόλουστες ημέρες», όπως διαπιστώσαμε το ίδιο δακρυσμένοι κι εμείς. Η ίδια θυμάται να παίζει και να τραγουδά ως παιδί μαζί με τους στρατιώτες, τον ταπεινό τάφο των οποίων φροντίζει ως άλλη μάνα και αδερφή, μιας και όπως είπε δεν μπορούν να το κάνουν οι οικογένειές τους…

Για τους Έλληνες ομογενείς οι μνήμες αυτές αποτελούν στοιχείο της ταυτότητάς τους, την οποία αγωνίζονται να διατηρήσουν ζωντανή παρά τις παλιότερες και τις όποιες σημερινές αντιξοότητες.

Την ίδια στιγμή, μάλιστα, που αναζητούν τη δική τους δημιουργική, κοινωνική, οικονομική και εν γένει δημόσια παρουσία στη σύγχρονη Αλβανία ως αναγνωρισμένη εθνική μειονότητα. Μέσα από κουβέντες με εκπαιδευτικούς, νέους, αλλά και με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργυροκάστρου κ.κ. Δημήτριο, έγινε προφανές πως η ομογένεια εργάζεται πιστά στην κατεύθυνση διαφύλαξης των στοιχείων που συνθέτουν την ελληνική της συνείδηση (Ορθόδοξη πίστη, ελληνική γλώσσα και παιδεία, μουσική και λαϊκή παράδοση), έχοντας και ως αναφορά το πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης που με πιστότητα κηρύττει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας. Αρκετές φορές αναρωτηθήκαμε, όμως, ποια στάση κρατά η αλβανική κοινωνία απέναντι σε αυτά τα γεγονότα που αποτελούν και κομμάτι της δικής της ιστορικής παρακαταθήκης.

Γενικότερα, διαπιστώνει κανείς πως η γειτονική χώρα βιώνει μία μακρά μεταβατική περίοδο στην οποία δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί την ιστορία της. Στο Ύψωμα 731 το μικρό ελληνικό εκκλησάκι και μία αφιερωματική πλάκα έχουν δεχτεί αρκετές φορές επιθέσεις βανδαλισμού, όπως μαρτυρούν και τα σπασμένα υπολείμματα που βρίσκονται πεταμένα στον χώρο. Και αν ο εθνικισμός που αναβιώνει στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων αποτελεί την αιτία γι’ αυτήν τη στάση, η Αλβανία μοιάζει να έχει πρόβλημα να διαχειριστεί και τη μνήμη της δικής της αντίστασης κατά του φασισμού και του ναζισμού.

Στο Αργυρόκαστρο, εντός του Κάστρου, πάνω από την πανέμορφη παλιά πόλη που το 2005 εντάχθηκε στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, υπάρχουν οι φυλακές των πολιτικών κρατουμένων. Ο χώρος φιλοξενεί, επίσης, δείγματα γλυπτικής και ζωγραφικής του σοβιετικού ρεαλισμού, καθώς και μια συνοπτική έκθεση που ανατρέχει την ιστορία της Αλβανίας. Μεταξύ άλλων προσώπων παρουσιάζονται οι ντόπιες ηρωίδες Bule Naipi και Persefoni Kokëdhima που εκτελέστηκαν από τους Ναζιστές, αρνούμενες να προδώσουν τους συντρόφους τους. Στον χώρο φυλάσσονται τα ρούχα που φορούσαν κατά την ημέρα της εκτέλεσής τους καθώς και το σχοινί του απαγχονισμού τους. Η έκθεση αναφέρεται στα ονόματά τους, όχι όμως και στη συμμετοχή τους στην παράνομη κομμουνιστική νεολαία. Ίσως δείγμα ενοχής για το σκληρό κομμουνιστικό παρελθόν, σταλινικής εμπνεύσεως, της Αλβανίας. Έτσι όμως δεν μπορεί μία χώρα να βρει τον δρόμο της μπροστά. Εάν, δηλαδή, αδυνατεί να καταγράψει την ιστορία της, όπως αυτή έχει. Ούτε και μπορεί αυτή η στρέβλωση να δικαιολογηθεί με την μεγάλη αποστροφή στο ανελεύθερο καθεστώς του Ενβέρ Χότζα που εγκαθιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση.

Με όσα συναντήσαμε στο οδοιπορικό αυτό, θυμηθήκαμε και δικές μας ανοιχτές πληγές: Η περίπτωση του ηρωικού Δημητρίου Κασλά (διοικητού του ΙΙ/5 τάγματος πεζικού στην απόκρουση της ιταλικής επίθεσης στο Ύψωμα 731) και του κατοπινού διωγμού του ως μέλους του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Ή εκείνη του Χαράλαμπου Κατσιμήτρου, που ως διοικητής της 8ης Μεραρχίας ηγήθηκε της καθοριστικής αντίστασης στην ιταλική επίθεση στο Καλπάκι και που στη συνέχεια διετέλεσε για σύντομο χρονικό διάστημα Υπουργός Εργασίας στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου. Πρόσωπα και ιστορίες που αποτέλεσαν αφορμή για να διαπιστώσουμε πως και στη δική μας χώρα η ιστορική θεώρηση των γεγονότων δεν είναι κοινή και πως η κάθε πλευρά συνεχίζει να ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο γεγονότα και καταστάσεις, πρόσωπα και στάσεις που σημάδεψαν την πρόσφατη ιστορία μας. Άλλωστε, την τελευταία περίοδο ο δημόσιος διάλογος βρέθηκε και πάλι να διχάζεται από τέτοια ζητήματα, όχι χωρίς υπερβολές και σίγουρα όχι χωρίς στοχευμένες ανακρίβειες εκατέρωθεν.

Ένα τέτοιο οδοιπορικό δε θα μπορούσε να κλείσει με διαφορετικό τρόπο, παρά σημειώνοντας την αξία της συνάντησης ιστορικού χρόνου και χώρου ως αφετηρία στο παρόν για καλύτερη κατανόηση του παρελθόντος και στοχασμό της σημασίας του για το μέλλον. Και αυτή η σύνδεση γίνεται ακόμα βαθύτερη μέσα από τη βίωση της πνευματικής διάστασης του χρόνου. Οι συμμετέχοντες σ’ αυτό το προσκύνημα συναντήσαμε τους πρωταγωνιστές του Έπους του ’40 μέσα από την επίσκεψη στον χώρο, την ακρόαση των γεγονότων, τη θέαση των λειψάνων τους και την προσευχητική αναφορά. Η τέλεση της Ακολουθίας του Τρισαγίου ήταν η στιγμή που οι αντιθέσεις παραμερίζονταν, η βία υποχωρούσε, ο πόνος μετριάζονταν, ο πόλεμος καταλάγιαζε και η σκιά του θανάτου φωτίζονταν από την Ζωή.

Φωτογραφίες: Νίκος και Στέφανος Κοσμίδης

Ο Νίκος Κοσμίδης είναι πολιτισμολόγος, εταίρος του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES).