Στο β΄ κεφάλαιο του Περὶ τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ (1904) έργου του ο άγιος Νεκτάριος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Κατὰ τὴν ὀρθόδοξον ἄρα ἔννοιαν τὴν διδομένην τῇ Ἐκκλησίᾳ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ὡς ἅγια τῆς Ἐκκλησίας μέλη, ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εὐρίσκονται ἐν ἀδιαρρήκτω μετὰ τῆς Ἐκκλησίας ἑνότητι. Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκονται ἐν συναισθήσει τῶν λειτουργιῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ συναινοῦσι καὶ συνδοξάζουσι μετὰ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας τὸν Σωτήρα …». Και καταλήγει: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ νοήσῃ διάσπασιν καὶ χωρισμὸν τῶν ἑαυτῆς μελῶν, τῶν τε ζώντων καὶ τεθνεώτων, διότι ἀδυνατεῖ νὰ νοήσῃ μέλη Χριστοῦ χωρισθέντα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μετὰ θάνατον καὶ κατασταθέντα νεκρὰ καὶ ἀναίσθητα. Ἡ Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ ἐννοήσῃ τοιοῦτον χωρισμὸν μετὰ τὴν μετὰ τοῦ Κυρίου ἕνωσιν, ἀδυνατεῖ νὰ ἐννοήσῃ μέλη αὐτῆς λαβόντα τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴν καὶ μὴ ἔχοντα πλέον αὐτὴν, ἀδυνατεῖ νὰ ἐννοήσῃ μέλη ἄνευ νοήσεως, ἄνευ συναισθήσεως …».

Ο ορισμός, επομένως, της Εκκλησίας ως «Σώματος Χριστού» σημαίνει ότι τα μέλη της, ως μέλη του σώματος του Χριστού, μετέχουν κατά παραχώρηση του Θεού στην αγιότητά του. Είναι η αγιότητα του Σώματος του Χριστού αυτή που καθιστά τα μέλη του άγια και ποτέ το αντίθετο. Οι άγιοι, κατά συνέπεια, δεν έγιναν φορείς της χάριτος του Θεού επειδή κατόρθωσαν να κάνουν κάποια έργα που τους εξασφάλισαν τη σωτηρία, ούτε ασφαλώς μπορούν οι ίδιοι να σώσουν κάποιους, η σταθερή προσήλωσή τους όμως στον αγώνα να παραμείνουν ενωμένοι με τον Χριστό τους αξίωσε να γίνουν αποδέκτες της δωρεάς του Θεού. Έτσι, η τιμή των αγίων είναι πρωτίστως τιμή προς τον Θεό, ο οποίος αναδεικνύει ορισμένους ανθρώπους ώστε να αποτελέσουν πρότυπα αγιότητας για τους υπόλοιπους. Πραγματική, κατά συνέπεια, τιμή για τους αγίους είναι η προσπάθεια των μελών της Εκκλησίας να παραμείνουν σε κοινωνία με τον Χριστό, ακολουθώντας το πρότυπο των αγίων.

Αυτή η προσπάθεια παραμονής σε κοινωνία με τον Χριστό ως απαραίτητη προϋπόθεση της χριστιανικής ζωής αποτελεί και το θέμα της περικοπής Ματ 14:22-34 που αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Η´ Κυριακής του Ματθαίου. Αμέσως μετά τον θαυματουργικό πολλαπλασιασμό των τροφίμων, και καθώς είχε ήδη νυχτώσει, ο Ιησούς έστειλε τους μαθητές του να μπούνε στο πλοίο για να πάνε στη δυτική ακτή της Λίμνης της Γαλιλαίας, ενώ ο ίδιος αποτραβήχτηκε σε κάποιον κοντινό λόφο της ανατολικής ακτής για να προσευχηθεί. Όταν όμως το πλοίο απομακρύνθηκε από την ακτή, ένας δυνατός άνεμος προκάλεσε τέτοια τρικυμία που έθετε σε κίνδυνο τη ζωή των επιβατών του. Ώρες ολόκληρες πάλευαν οι μαθητές με τα μανιασμένα κύματα, όταν, ξαφνικά, ο πανικός τους από τον κίνδυνο που διέτρεχαν έδωσε τη θέση του στον τρόμο από το περίεργο θέαμα που αντίκρισαν· καθώς η νύχτα κόντευε να τελειώσει, είδαν στον ορίζοντα μια μορφή να περπατάει πάνω στα κύματα και νόμισαν ότι έβλεπαν φάντασμα. Ο Ιησούς ερχόταν να τους συναντήσει και, αντιλαμβανόμενος τον τρόμο που τους προκάλεσε, προσπαθεί να τους καθησυχάσει φωνάζοντας από μακριά: «Εγώ είμαι». Όμως οι μαθητές δεν τον πίστεψαν, και ο Πέτρος, μαζεύοντας όσα αποθέματα θάρρους του απέμεναν, αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει την υπόθεση, φωνάζοντας από μακριά: «Κύριε, αν είσαι πράγματι εσύ, κάλεσέ με να έρθω κοντά σου περπατώντας πάνω στα νερά».

Ο Ιησούς ανταποκρίθηκε στο αίτημα του αγαπημένου του μαθητή και τον κάλεσε, αλλά το εγχείρημα απαιτούσε πολύ περισσότερες ψυχικές δυνάμεις από εκείνες που διέθετε ο Πέτρος. Στα τελευταία βήματα αυτής της παράξενης πορείας χάνει το θάρρος του και αρχίζει να βυθίζεται. Ο Ιησούς απλώνει το χέρι του, τον ανασύρει, και τον οδηγεί με ασφάλεια στο πλοίο. Εντυπωσιασμένοι οι μαθητές προσκυνούν τον Ιησού, αναγνωρίζοντας ότι είναι πράγματι Θεός, ενώ οι κάτοικοι της ακτής όπου αποβιβάστηκαν σπεύδουν κοντά του για να γιατρευτούν από τις ασθένειες που τους βασάνιζαν.

Το θαύμα του Ιησού έδωσε στους μαθητές του την ευκαιρία να αναγνωρίσουν τη θεότητά του. Σήμερα όλοι οι χριστιανοί αναγνωρίζουν, όπως ακριβώς και ο Πέτρος, τον Χριστό ως Θεό και σωτήρα τους. Και όπως ακριβώς και ο Πέτρος, κάθε πιστός χριστιανός έχει την πεποίθηση ότι ο Χριστός μπορεί να κάνει το αδύνατο δυνατό. Το αίτημα του Πέτρου να περπατήσει πάνω στο νερό βασίζεται σ᾽ αυτήν ακριβώς την πεποίθησή του. Επομένως, αυτό που συνέβη στον Πέτρο δεν οφείλεται σε έλλειψη πίστης γενικά, αλλά ήταν μια στιγμιαία απόσπαση της προσοχής, μια στιγμή αποπροσανατολισμού· απέσπασε την προσοχή του από τον πραγματικό του στόχο, να φτάσει στον Χριστό, και την έστρεψε στην ένταση του ανέμου.

Κατά ανάλογο τρόπο οι περιστάσεις της ζωής παρασέρνουν συχνά τον χριστιανό και χάνει τον προσανατολισμό του. Όμως μια στιγμή αποπροσανατολισμού της σκέψης από τον πραγματικό στόχο είναι αρκετή για να οδηγήσει στον καταποντισμό. Σε τέτοιες στιγμές μια κραυγή σαν εκείνη του Πέτρου «Κύριε, σώσε με» μπορεί να αποβεί σωτήρια για τον άνθρωπο. Ο Χριστός έρχεται πάντοτε αρωγός, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Πέτρου, απλώνοντας το χέρι του, για να σώσει όποιον τον επικαλείται. Αρκεί να βρει κανείς σ’ εκείνες ακριβώς τις στιγμές τη δύναμη να εμπιστευτεί στην παρουσία του Θεού στη ζωή του.

Ένας άνθρωπος που κατόρθωσε να μην χάσει τον προσανατολισμό του και να κάνει σκοπό της ζωής του την κοινωνία με τον Χριστό είναι ο σήμερα (18 Αυγούστου) εορταζόμενος άγιος Αγάπιος. Ο άγιος Αγάπιος γεννήθηκε γύρω στα 1710 στη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής που τότε αποτελούσε έδρα επισκοπής και ήταν περίφημη για τους Γαλατσάνους αγιογράφους της, έργα των οποίων σώζονται σε διάφορα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Αφού έλαβε την εγκύκλια μόρφωση στην πατρίδα του, νέος ακόμη, μετέβη στους Αγίους Τόπους, όπου παρέμεινε, εκάρει μοναχός και έγινε μέλος της Αγιοταφικής Αδελφότητος.

Μετά τη χειροτονία του από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Παρθένιο (1737 – 1766 μ.Χ.), σε ιερέα του Παναγίου Τάφου, στάλθηκε ως οικονόμος του μετοχίου του Παναγίου Τάφου, τον ναό της Νέας Παναγίας κοντά στον Λευκό Πύργο, στη Θεσσαλονίκη. Κατά την εκεί παραμονή του δίδασκε στην Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης. Το 1743 ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος έστειλε τον αρχιμανδρίτη Αγάπιο στη Μόσχα για συλλογή χρηματικής βοήθειας προς εξόφληση των χρεών τού Πατριαρχείου. Η αποστολή του στέφθηκε με επιτυχία και το 1747 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε το διδακτικό του έργο, ενώ αργότερα δίδαξε ως καθηγητής στην Αθωνιάδα Ακαδημία, κοντά στη μονή Βατοπαιδίου. Με υπόδειξη του φημισμένου για τη μόρφωσή του Ευγενίου Βούλγαρη ο Αγάπιος διορίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Σχολάρχης της Αθωνιάδος, αλλά στις 18 Αυγούστου 1752, επιστρέφοντας από τη Γαλάτιστα στη Θεσσαλονίκη, έπεσε σε ενέδρα κακοποιών Γενιτσάρων κοντά στη Θέρμη και πέθανε μαρτυρικώς.

Αυτό που χαρακτήριζε τον άγιο Αγάπιο ήταν τόσο η ακλόνητη πίστη του στον Χριστό όσο και η πεποίθησή του πως η ανάσταση του Γένους των Ορθοδόξων θα επιτευχθεί με την παιδεία και την πνευματική αναγέννησή του. Με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με την τιμή που αποδίδεται στους αγίους, πραγματική τιμή για τον διδάσκαλο του Γένους άγιο Αγάπιο είναι να ξαναβρούν οι σύγχρονοι Έλληνες αυτό που φαίνεται πως έχασαν, την αυτοπεποίθησή τους η οποία τους χαρακτήριζε πάντα και γέννησε τους μεγάλους ευεργέτες και τους δασκάλους του Γένους, ακόμη και στις πιο δυσμενείς για την επιβίωση του Ελληνισμού συνθήκες. Να συνειδητοποιήσουν ότι προέρχονται από ένα γένος πολύ πιο αρχαίο και είναι φορείς ενός πολιτισμού πολύ πιο παραγωγικού από αυτόν στον οποίο προσπαθούν να ενταχθούν ως σύγχρονοι Ευρωπαίοι. Να αντιληφθούν ότι αυτό το οποίο θα πρέπει να αποτελεί άμεση προτεραιότητα δεν είναι μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται σε εισαγόμενες επενδύσεις και θα “σώσει” τη χώρα εξασφαλίζοντας καταναλωτική άνεση στους πολίτες της, αλλά η ανάπτυξη των πνευματικών δυνάμεων των πολιτών της, ώστε αυτές με τη σειρά τους να εξελιχθούν σε δημιουργικές δυνάμεις που θα τους απελευθερώσουν από την εθελόδουλη υποταγή στους νόμους της αγοράς και θα τους οδηγήσουν στην αναζήτηση ενός πραγματικού νοήματος ζωής, που θα στηρίζεται στην ακλόνητη πεποίθηση ότι η πίστη στον Χριστό και ο πλούτος της πνευματικής κληρονομιάς του Γένους μπορούν να αποτελέσουν αναντικατάστατα εφόδια σωτηρίας.

Με βάση τα παραπάνω, η αναφορά σε Δασκάλους του Γένους δεν μπορεί να αποτελεί μια απλώς επετειακή ρητορεία, αλλά αφορμή για επαναξιολόγηση της όλης κατάστασης και συνειδητή απόφαση για επιστροφή σε όλον τον πνευματικό πλούτο που παρήγαγε η πάλη των χριστιανών ανά τους αιώνες για νοηματοδότηση της ζωής. Μόνο μια πολιτική πρακτική που θα υπηρετήσει θεσμικά αυτή την επιστροφή θα μπορέσει ίσως να δώσει προοπτικές ανάστασης του Γένους.

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: