Το επεισόδιο που περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ι´ Κυριακής του Ματθαίου (Ματ 17:14-23) συνέβη αμέσως μετά την κάθοδό του Χριστού από το όρος όπου μεταμορφώθηκε. Την ώρα που τρεις από τους μαθητές του Ιησού αξιώνονταν να δουν πάνω στο όρος Θαβώρ τη δόξα του δασκάλου τους ως Θεού σε όλο της το μεγαλείο, οι υπόλοιποι μαθητές του προσπαθούσαν κάτω στα χωριά της Γαλιλαίας να αντιμετωπίσουν τη σκληρή καθημερινότητα των πονεμένων ανθρώπων, ανίκανοι να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Όσο ο Ιησούς βρισκόταν πάνω στο βουνό, ένας απελπισμένος πατέρας έφερε το επιληπτικό παιδί του στους μαθητές για να το γιατρέψουν, αυτοί όμως απέτυχαν να απαλλάξουν έναν άνθρωπο από τον πόνο που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή. Και τώρα ο πατέρας μαζεύει όσα αποθέματα πίστης διαθέτει ακόμη και απευθύνεται στον ίδιο τον Ιησού.

Η αντίδραση του Ιησού απέναντι στο αίτημα του πατέρα να θεραπεύσει τον γιο του φαίνεται κάπως περίεργη. Δείχνει να ενοχλείται, να εξοργίζεται και αγανακτισμένος καταγγέλλει την απιστία και το κακό που κυριαρχεί στον κόσμο. Τελικά όμως προσφέρει στον δυστυχισμένο πατέρα αυτό που χρόνια ολόκληρα ποθούσε· τη θεραπεία του παιδιού του.

Αλλά τους μαθητές εξακολουθούσε να τους βασανίζει το πρόβλημα και, μόλις βρέθηκαν μόνοι με τον Ιησού, τον ρώτησαν για την αιτία της αποτυχίας τους. Η απάντηση του Ιησού ήταν σύντομη: «Εξαιτίας της απιστίας σας», τους είπε. Και για να κάνει ακόμα πιο παραστατικό τον λόγο του, χρησιμοποιεί μια παροιμία της εποχής για το πιο μικρό αντικείμενο που μπορεί να υπάρχει στη γη, τον σιναπόσπορο, διαβεβαιώνοντας τους μαθητές ότι, αν κανείς έχει έστω και ελάχιστη πίστη (έστω και σαν κόκκο σιναπιού), μπορεί να πετύχει τα πάντα, ακόμη και να μετακινήσει βουνά. Έσπευσε όμως να προσθέσει και μία ακόμα προϋπόθεση για τη νίκη επί του κακού· την προσευχή και τη νηστεία.

Αν όμως μπορεί κανείς να κατανοήσει την απάντηση του Ιησού για τη δύναμη της πίστης, η αναφορά του στην ανάγκη προσευχής και νηστείας προκειμένου να εξαλειφθεί το κακό από τον κόσμο, καθιστά την απάντησή του για τον σύγχρονο άνθρωπο δυσνόητη. Έτσι, το ερώτημα που απασχολούσε τους μαθητές του Χριστού, «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε;», απασχολεί και τους σύγχρονους μαθητές του, τους χριστιανούς. Οι απαντήσεις στο ερώτημα αυτό θα μπορούσαν να είναι εύκολες και από τις δύο πλευρές. Από την πλευρά των μη χριστιανών εύκολα θα μπορούσε, για παράδειγμα, να κατηγορήσει κανείς τους χριστιανούς ότι πολύ γρήγορα εγκατέλειψαν το όραμα της αλλαγής του κόσμου και στράφηκαν στην αναζήτηση της προσωπικής τους σωτηρίας. Αλλά και πάλι θα μπορούσε να εγερθεί η ένσταση από την άλλη πλευρά, ότι χριστιανοί είναι εκείνοι που, εμπνεόμενοι από την πίστη τους, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση διεθνών οργανισμών, στη δημιουργία δομών και οργανώσεων αλληλεγγύης και πλήθους άλλων θεσμών, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το κακό που καταδυναστεύει τους ανθρώπους.

Οι παραπάνω απαντήσεις, και άλλε παρόμοιες, παραθεωρούν την πραγματικότητα ότι ο Χριστός δεν προτείνει κάποιες δυναμικές λύσεις για την αντιμετώπιση του κακού ούτε την ανάληψη κάποιας δράσης, αλλά πίστη, προσευχή και νηστεία. Όμως όταν η πίστη, η προσευχή και η νηστεία κατανοούνται ως θρησκευτικές υποχρεώσεις για την επίτευξη των ατομικών επιδιώξεων των ανθρώπων, τότε δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα για τη μεταμόρφωση της κοινωνίας. Πίστη στον Χριστό δεν σημαίνει μια έντονη συναισθηματική κατάσταση, μια ψυχική φόρτιση, κάτι σαν αυτοσυγκέντρωση για ικανοποίηση μιας ατομικής επιθυμίας, αλλά ακλόνητη βεβαιότητα ότι ο Θεός έχει ένα σχέδιο για τον κόσμο και ότι ο κάθε χριστιανός έχει στο σχέδιο αυτό κάποιον ρόλο, τον οποίο καλείται να παίξει.

Παρ᾽ όλα αυτά, δεν είναι, δυστυχώς, λίγοι οι χριστιανοί που πηγαίνουν στην εκκλησία, προσεύχονται στον Χριστό, εκτελούν γενικά τα θρησκευτικά τους καθήκοντα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι ειδωλολάτρες λάτρευαν τους θεούς τους, οι μουσουλμάνοι πηγαίνουν στο τζαμί, οι ινδουιστές στους ναούς τους. Μια ατομική, δηλαδή, ευσέβεια, που στοχεύει στην ατομική ευημερία, έστω και αν όλος ο υπόλοιπος κόσμος οδεύει στην καταστροφή. Στη σκέψη πολλών χριστιανών κυριαρχεί μια καθαρά ατομοκεντρική αντίληψη· αν είναι καλοί άνθρωποι, αν φροντίζουν για την ηθική και πνευματική τους βελτίωση, ο Θεός θα τους προστατεύει και θα τους ανταμείψει· αν όχι σε αυτήν τη ζωή, οπωσδήποτε στην άλλη.

Στη σκέψη της μετά θάνατον ανταμοιβής επαναπαύονται πολλοί χριστιανοί και ξεχνούν ότι ο Χριστός ήρθε σ’ αυτήν τη ζωή, ήρθε για να αλλάξει αυτόν τον κόσμο και όχι κάποιον ουράνιο. Είναι όμως προφανές ότι αν δεν αγωνιστούν για να αλλάξουν ολόκληρο τον κόσμο, όσο και να βελτιώνουν τον εαυτό τους, το κακό θα παραμένει ανίκητο. Όταν η προσευχή περιορίζεται σε αιτήματα για την ατομική ευημερία και δεν έχει ως στόχο και προοπτική τον κόσμο ολόκληρο, όταν η προσευχή δεν είναι ένας ειλικρινής διάλογος με τον Θεό προκειμένου να κατανοήσει το θέλημά του για τον κόσμο και οδηγηθεί κανείς σε ορθές επιλογές στη ζωή του, αλλά γίνεται από ανάγκη ή από φόβο, τότε δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

Ο Νίκος Καββαδίας στο ποίημά του «Οι προσευχές των Ναυτικών» περιγράφει με πολύ γλαφυρό τρόπο αυτό το είδος της ατομικής προσευχής:

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Όμως τέτοια προσευχή δεν δίδαξε στους μαθητές του ο Χριστός. Μόνον όταν αντικείμενο των προσευχών των χριστιανών γίνει η σωτηρία όλου του κόσμου, μόνον όταν οι χριστιανοί συνειδητοποιήσουν ότι δεν μπορούν να ζήσουν ευτυχισμένοι αν οι άλλοι γύρω τους δυστυχούν, τότε θα έχουν κάνει ένα μεγάλο βήμα για τη λύση των προβλημάτων της ανθρωπότητας.

Ανάλογα ισχύουν και για τη νηστεία. Κάθε φορά που γίνεται λόγος για νηστεία, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό πολλών ευσεβών ανθρώπων είναι κάτι το αρνητικό· τι δεν πρέπει να τρώνε, τι δεν πρέπει να σκέφτονται, τι δεν πρέπει να λένε, τι δεν πρέπει να κάνουν και γενικά τι απαγορεύεται. Και αν αναρωτηθεί κανείς για τον σκοπό της νηστείας του, η πιο εύκολη απάντηση που έρχεται στη σκέψη του εμπεριέχει πάλι κάτι το αρνητικό· για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του. Σκεπτόμενος κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο, αδυνατεί να δει τη θετική πλευρά της νηστείας. Θεωρεί τη νηστεία και γενικότερα τη χριστιανική άσκηση σαν μια άρνηση της χαράς και της ζωής και όχι σαν μια διαφορετική στάση ζωής.

Μια από τις πιο βασικές διδασκαλίες της χριστιανικής πίστης είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο τέλειο. Αυτό σημαίνει ότι το κακό δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό, άρα είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτο. Κάνει την εμφάνισή του μόνον εκεί όπου υποχωρεί το καλό. Και το καλό υποχωρεί κάθε φορά που ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό, κάνοντας κατάχρηση της εξουσίας που ο ίδιος ο Θεός του έδωσε πάνω στη φύση. Κάθε φορά που ο άνθρωπος διασπά τη σχέση του με τον Θεό, αυτό έχει άμεσες συνέπειες στις σχέσεις του με τους άλλους και με τον κόσμο ολόκληρο. Διάσπαση όμως των αρμονικών σχέσεων συνεπάγεται εμφάνιση σχέσεων ανταγωνισμού που είναι η πηγή όλων των δεινών για τον άνθρωπο. Γι’ αυτόν το λόγο ήδη από την εποχή του αρχαίου Ισραήλ οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης οραματίστηκαν την εποχή της αποκατάστασης των σχέσεων με τον Θεό και της εξάλειψης του κακού από τον κόσμο σαν μια εποχή που θα έχουν εξαλειφθεί όλοι οι ανταγωνισμοί, ακόμη και στη φύση:

Τότε θα κάθεται ο λύκος
παρέα με το αρνί
και θα κοιμάται ο πάνθηρας
με το κατσίκι αντάμα
τονίζει πολύ χαρακτηριστικά ο προφήτης Ησαΐας (11:6).

Η νηστεία, λοιπόν, δεν είναι μια επίδειξη ευσέβειας. Αυτό που κάνει κανείς στην πραγματικότητα με τη νηστεία είναι να παραιτείται από την εξουσία του πάνω στα ζώα, από το δικαίωμά του να τα τρώει προκειμένου να συντηρηθεί. Δεν είναι ο Θεός αυτός που ζητάει τη νηστεία από τους ανθρώπους, προκειμένου να δοκιμάσει την εγκράτειά τους και να τους ανταμείψει ανάλογα, αλλά είναι οι χριστιανοί που επιθυμούν νηστεύοντας να δηλώσουν στον Θεό ότι παραιτούνται από κάποια δικαιώματά τους, ως ελάχιστο δείγμα μετάνοιας για όσες φορές καταχράστηκαν την εξουσία που τους έδωσε, ως ελάχιστο δείγμα της απόφασής τους για αποκατάσταση των σχέσεών τους μαζί του και με τον κόσμο ολόκληρο. Μια τέτοια δήλωση προϋποθέτει άνθρωπο αξιοπρεπή, που σέβεται τον εαυτό του και αναλαμβάνει με γενναιότητα τις ευθύνες του. Αν η νηστεία δεν έχει αυτήν την έννοια, της αξιοπρεπούς απόφασης για αλλαγή της στάσης ζωής, τότε καταντάει πάλι μια κατάχρηση εξουσίας, αφού χρησιμοποιεί κανείς τη δύναμη της εγκράτειας για να ξεγελάσει είτε τους συνανθρώπους του, παριστάνοντας τον ευσεβή, είτε, ακόμη χειρότερα, τον Θεό, οπότε η νηστεία είναι και πάλι αμαρτία.

Αν, λοιπόν, το κακό εξακολουθεί να κυριαρχεί στον κόσμο, δεν φταίει ο Θεός γι’ αυτό, αλλά οι χριστιανοί που δεν αγωνίζονται όσο πρέπει για την επικράτηση του καλού. Είναι προφανές ότι ένας τέτοιος αγώνας προϋποθέτει πίστη. Κανείς δεν μπορεί να αγωνιστεί, αν δεν πιστεύει ότι μπορεί να νικήσει. Ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να σωθούν μερικοί “καλοί” χριστιανοί· ήρθε για να γίνει φως του κόσμου όλου, για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι. Όσο οι χριστιανοί θα μένουν κλεισμένοι στον εαυτό τους, όσο περισσότερο φροντίζουν για την ατομική τους σωτηρία, τόσο περισσότερο χώρο αφήνουν για το κακό.

Μικρά ίσως φαίνονται τα βήματα αυτά και ίσως οι περισσότεροι αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητά τους. Είναι όμως βέβαιο ότι μια κοινωνία από συνειδητοποιημένους χριστιανούς, από ανθρώπους που θεωρούν δική τους ευθύνη τη σωτηρία του κόσμου και αγωνίζονται γι᾽ αυτήν, αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη ελπίδα για την ανθρωπότητα. Σήμερα, που όλοι ξέρουν πως οι σίγουροι τρόποι και οι μεγάλες κοσμοθεωρίες απέτυχαν, αξίζει να δοκιμαστεί η λύση που προτείνει ο Χριστός. Ο ίδιος, άλλωστε, βεβαιώνει ότι όποιος πιστεύει μπορεί να πετύχει τα πάντα.

*O Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.