Εσχάτως, και με αφορμή την δημοσίευση εγγράφων τα οποία αφορούν τα παραχωρηθέντα προς την Ρωσική Εκκλησία δικαιώματα σε σχέση με την Μητρόπολη Κιέβου (χειροτονία του Μητροπολίτη Κιέβου επ’ αδεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου), καθώς και τις προϋποθέσεις ασκήσεως αυτών, τέθηκε επί τάπητος και ένα νέο στοιχείο. Το στοιχείο αυτό είναι ο προσωρινός χαρακτήρας των δικαιωμάτων αυτών.

Επιθυμώντας να ανακεφαλαιώσω στο αναγκαίο μέτρο, όσα έχω ήδη εγγράφως υποστηρίξει: α) για τον θεσμό της χρησικτησίας επί εκκλησιαστικής περιφέρειας, θεσμό τον οποίον για πρώτη φορά παρουσίασα και ανέλυσα σε προηγούμενο άρθρο μου και β) για τον τρόπο επιλύσεως του θέματος, θα επαναλάβω εν συντομία τις θέσεις μου.

Α. Το προσφάτως αναφυέν ζήτημα της προσωρινότητας των παραχωρηθέντων δικαιωμάτων προς τη Ρωσική Εκκλησία (επ’ αδεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου χειροτονία του Μητροπολίτη Κιέβου) δεν επηρεάζει και δεν αφορά σε καμία περίπτωση την επίλυση του ζητήματος. Και τούτο, διότι η επίλυση του επίμαχου ζητήματος εδράζεται όχι στον προσωρινό ή μόνιμο χαρακτήρα της ισχύος των παραχωρηθέντων δικαιωμάτων αλλά στην μη πλήρωση των όρων, υπό τους οποίους έγινε η παραχώρηση αυτή.

Το δικαίωμα χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου παραχωρήθηκε υπό δύο όρους: 1) την εκλογή του Μητροπολίτη Κιέβου από την τοπική Εκκλησία και

2) την μνημόνευση από τον Μητροπολίτη Κιέβου του ονόματος του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχη υπό την ιδιότητα του Εξάρχου αυτού.

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν έκτοτε, με αποτέλεσμα η παραχώρηση του δικαιώματος της επ΄ αδεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου από την Ρωσική Εκκλησία να «ήρτηται», να τελεί δηλαδή έκτοτε υπό καθεστώς ανακλήσεως εκ μέρους του παραχωρήσαντος το δικαίωμα αυτό Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η δυνατότητα ανακλήσεως αυτή συνιστά δικαίωμα – και όχι υποχρέωση – του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το δε δικαίωμα αυτό δύναται να ασκηθεί, όποτε κρίνει περί του αναγκαίου της ασκήσεώς του ο παραχωρήσας θεσμός. Τονίζω, δε, ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής του δικαιώματος αυτού, διότι:

α) η όποια τυχόν παραγραφή άρχεται από την στιγμή της τελέσεως του κανονικού παραπτώματος. Η μη τήρηση, όμως, των προϋποθέσεων που τέθηκαν (εκλογή του Μητροπολίτη Κιέβου από την τοπική Εκκλησία και μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη), που συνιστά και το κρίσιμο κανονικό παράπτωμα, τελείται μέχρι και σήμερα, συνιστώντας «διαρκές κανονικό παράπτωμα». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η οποιαδήποτε παραγραφή, εάν θεωρηθεί ότι αυτή υπάρχει, ουδέποτε άρχισε να «τρέχει».

β) η αναφορά στον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο περί του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Πολωνίας (1924), την οποία εγώ πρώτος επεσήμανα, περί μη τηρήσεως των κανονικών διατάξεων στην περίπτωση της Μητροπόλεως Κιέβου, συνιστά ένα πρόσθετο στοιχείο προς ενίσχυση της απόψεως, ότι ουδέποτε του Οικουμενικό Πατριαρχείο θεώρησε ως λήξαν το θέμα της παραβιάσεως των προϋποθέσεων που τέθηκαν.

γ) ο θεσμός της χρησικτησίας επί εκκλησιαστικής περιφέρειας, ο οποίος προβλέπεται στον 17ο της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου – και επαναλαμβάνεται στον 25ο της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου – τυγχάνει εφαρμογής, εφόσον πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:

1. ύπαρξη εντός της επαρχίας (Μητροπόλεως) περιοχών, οι οποίες είναι «αδέσποτες», δηλαδή δεν διαποιμαίνονται από τον κανονικό επίσκοπο.

2. κατοχή των αδεσπότων αυτών περιοχών από κάποιον επίσκοπο, πλην του «κανονικού».

3. κατοχή (διαποίμανση) που ασκείται επί τριάντα έτη αβιάστως, δηλαδή χωρίς καμία όχληση ή διαμαρτυρία την περίοδο αυτήν από τον «κανονικό» επίσκοπο.

4. ύπαρξη στο πρόσωπο του κατέχοντος την «αδέσποτη» περιοχή επισκόπου καλής πίστεως, δηλαδή να μην αγνοεί αυτός από βαρεία αμέλεια, ότι η περιοχή που κατέχει δεν είναι «αδέσποτη» και ότι διαποιμαίνεται κανονικώς από τον «κανονικό» επίσκοπό της.

Στην περίπτωση της αντικανονικής προσαρτήσεως της Μητροπόλεως Κιέβου από το Πατριαρχείο Μόσχας, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ισχυρισμός από το τελευταίο περί κτήσεως κανονικής δικαιοδοσίας επί της ως άνω Μητροπόλεως δυνάμει χρησικτησίας, με το επιχείρημα ότι παρήλθαν τριάντα χρόνια από της ενάρξεως της διαποιμάνσεως της Μητροπόλεως αυτής από το Πατριαρχείο Μόσχας. Και τούτο, διότι για να επέλθει κτήση εκκλησιαστικής περιφέρειας διά χρησικτησίας απαιτείται η σωρευτική πλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων. Και όπως προκύπτει από την αναφορά στον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Πολωνική Εκκλησία, υπήρχε κανονικός επίσκοπος στη Μητρόπολη Κιέβου. Η δε Ρωσική Εκκλησία, όταν την έθεσε υπό την κατοχή της, γνώριζε ότι υπήρχε κανονικός επίσκοπος, παρά ταύτα την έθεσε «βιαίως» υπό την κανονική δικαιοδοσία της.

Στην συνέχεια, δε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβη στην παραχώρηση υπό όρους προς αυτήν του κανονικού δικαιώματος της χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου, αναιρουμένης κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε περιπτώσεως για τυχόν επίκληση από το Πατριαρχείο Μόσχας κτήσεως της κανονικής δικαιοδοσίας της Μητροπόλεως αυτής διά χρησικτησίας.

Συνεπώς, ζήτημα κτήσεως της κανονικής δικαιοδοσίας επί της Μητροπόλεως Κιέβου από το Πατριαρχείο Μόσχας δεν τίθεται. Για τον λόγο, δε, αυτόν, δεν υπάρχει κώλυμα, για την διατύπωση της απόψεως περί της αναλογικής εφαρμογής του 17ου κανόνα και στα άλλα επίπεδα κανονικής δικαιοδοσίας, δηλαδή της Επαρχίας (Μητροπόλεως) και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, παρά την περί αντιθέτου εκφρασθείσα άποψη.

Όπως, επίσης οφείλω να επισημάνω, ότι δεν είναι επιτυχής η προσφυγή στις διατάξεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, όταν υπάρχουν οι σχετικές και οικείες κανονικές διατάξεις, οι οποίες έχοντας ως αφετηρία τον θεσμό της χρησικτησίας του Ρωμαϊκού Δικαίου, ρυθμίζουν ειδικώς και κατά προσαρμογήν προς τις ανάγκες της Εκκλησίας τον θεσμό αυτόν στον 17ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου.

Β. Κατόπιν των ανωτέρω, η επίλυση του ζητήματος του Ουκρανικού αυτοκεφάλου θα πρέπει – όπως έχω ήδη προτείνει σε παλαιότερο άρθρο μου – να κινηθεί εντός του παρακάτω περιγραφομένου πλαισίου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, λόγω της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που τέθηκαν, γεγονός που συνιστά λόγο ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως της Πράξεως του 1686, καθώς και λόγω του απαραγράπτου χαρακτήρα του δικαιώματος αυτού δύναται προς αποκατάστασιν της κανονικής τάξεως:

α) να ανακαλέσει με νεότερη απόφασή της Αγίας και Ιεράς Συνόδου αυτου την έγγραφη παραχώρηση δικαιωμάτων κανονικής δικαιοδοσίας του 1686 (δικαίωμα επ’ αδεία χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου) λόγω μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων όρων, επαναφέροντας την πάλαι ποτέ Μητρόπολη Κιέβου και πάλι στην κανονική δικαιοδοσία του και το δικαίωμα χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου στην αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη. Με τον τρόπο αυτόν, παρακάμπτονται οι οποιεσδήποτε ενστάσεις περί της αναγκαιότητας συμπράξεως της Μητέρας Εκκλησίας στην μετέπειτα μεταβολή του κανονικού καθεστώτος της Μητροπόλεως Κιέβου. Μητέρα Εκκλησία θα είναι πλέον το ίδιο του Οικουμενικό Πατριαρχείο.

β) να προχωρήσει στην συνέχεια στην αποκατάσταση της ενότητας του ποιμνίου της δικής του πλέον από πλευράς κανονικής δικαιοδοσίας περιφέρειας, μέσω της εκλογής και χειροτονίας Προκαθημένου (Μητροπολίτη ή Αρχιεπισκόπου) και της ανασυνθέσεως μιας νέας τοπικής συνόδου και

γ) όταν ολοκληρωθεί η αποκατάσταση της κανονικότητας και της ενότητας του ποιμνίου, να προχωρήσει στην συνέχεια στην παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος, όποτε κρίνει σκόπιμο η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η χρήση άλλων κανονικών βάσεων (όπως το ζήτημα της προσωρινότητας της παραχωρήσεως του κανονικού δικαιώματος της επ’ αδεία χειροτονίας του Μητροπολίτη Κιέβου ή την διασύνδεση του θεσμού της χρησικτησίας μόνο με το επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας της επισκοπής) για την επίλυση του επίμαχου ζητήματος έχω την αίσθηση, ότι έχει ως αποτέλεσμα την διολίσθηση του ζητήματος σε ατραπούς με ατέρμονες συζητήσεις και απώλεια της ουσίας του προβλήματος.

Tagged: