Πριν από λίγες μέρες, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο μου, το οποίο ανέπτυξε σε αδρές γραμμές το περιεχόμενο του προνομίου του Οικουμενικού Πατριάρχου και των λοιπών Πατριαρχών ιδρύσεως πατριαρχικών σταυροπηγίων, με αφορμή την μεταβίβαση ενός ιδιωτικού ναού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, την επακόλουθη άσκηση αγωγής εκ μέρους της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και το Αρχιεπισκόπου προσωπικώς κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των προσώπων που μεταβίβασαν σ’ αυτό τον ιερό τούτο ναό, καθώς και την αναπόφευκτη δημιουργία ρήξεως στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου – Εκκλησίας Ελλάδος.

Με σημείο αναφοράς την ίδια αιτία με αυτήν, που με οδήγησε στην σύνταξη του τελευταίου άρθρου μου (την υπόθεση μεταβιβάσεως του ιδιωτικού ναού του Αγίου Γεωργίου Προμπονά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο), και επαναλαμβάνοντας ότι δεν είμαι σε θέση να διατυπώσω πλήρη άποψη για το νομικό σκέλος της υποθέσεως, επειδή η ενημέρωσή μου βασίζεται στα σποραδικά κατά καιρούς δημοσιεύματα, δεν δύναμαι για τον λόγο αυτό να απαντήσω και στα ζητήματα, που η κατατεθείσα αγωγή εμμέσως πλην σαφώς φαίνεται να θέτει. Και τα ζητήματα αυτά άπτονται κυρίως:

της καθ’ ύλιν αρμοδιότητας των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων

της αρμοδιότητας των εκκλησιαστικών δικαστηρίων

της εφαρμοστέας νομοθεσίας (Αστικού Κώδικα ή ιερών κανόνων)

του τρόπου επιδόσεως της κατατεθείσης αγωγής (συμφώνως με τις διατάξεις περί επιδόσεως στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή μέσω Υπουργείου Εξωτερικών)

της ιδιότητας του εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα ως αντικλήτου και του εύρους της εκπροσωπήσεως αυτής

της ιδιότητας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως νομίμου οργάνου διοικήσεως και νομίμου εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου

της νομικής φύσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα και της δυνατότητας εναγωγής του ως οιονεί νομικού προσώπου δημοσίου διεθνούς δικαίου.

Για τον λόγο αυτόν, θα επιχειρήσω μόνον την απάντηση του καίριου και αδιαμφισβήτητου ερωτήματος αυτής της υποθέσεως, το οποίο και συνιστά την πεμπτουσία του δημιουργηθέντος προβλήματος. Το ερώτημα αυτό είναι το εξής: Δύναται ή όχι να μεταβληθεί το καθεστώς κανονικής δικαιοδοσίας ενός ιδιόκτητου ιερού ναού;

Α. Κατά την διάταξη του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα: «Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα, και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών».

Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, στα εκτός συναλλαγής πράγματα, δηλαδή στα πράγματα τα οποία δεν είναι δεκτικά εξουσιάσεως, ανήκουν και αυτά, τα οποία εξυπηρετούν θρησκευτικούς σκοπούς.

Ως τέτοια, νοούνται οι ιεροί ναοί – ανεξαρτήτως διακρίσεως αυτών – οι οποίοι δύνανται να ανήκουν και σε ιδιώτη, υπό τον όρο ότι δεν αναιρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο ο υπ’ αυτών εξυπηρετούμενος σκοπός.

Τούτο σημαίνει ότι υπό την έννοια του πράγματος που υπάρχει προς εξυπηρέτησιν θρησκευτικού σκοπού θα συμπεριληφθούν – συμφώνως προς τις διακρίσεις του άρθρου 6 του Α.Ν. 2200/1940 «Περί ιερών ναών και εφημερίων» και του Κανονισμού 8/1979 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 1/1980) «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών» – οι ενοριακοί ναοί, οι ναοί των ιδρυμάτων, οι ναοί των νεκροταφείων, τα παρεκκλήσια και τα εξωκκλήσια, και τέλος οι ιδιόκτητοι ναοί, δηλαδή οι ναοί που εξυπηρετούν αποκλειστικώς τις θρησκευτικές ανάγκες του ιδιοκτήτη και της οικογενείας του ή στην περίπτωση Φιλανθρωπικών, Εκπαιδευτικών, Δημοσίων και Δημοτικών Ιδρυμάτων, Νομικών προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας τις θρησκευτικές ανάγκες του προσωπικού και των τροφίμων ή των μελών αυτών.

Β. Κατά το εδάφιο β΄ της πρώτης παραγράφου του 4ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκο, Κώδικας Νομοκανονικός, εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 25): «… ἔδοξε (εννοείται στη σύνοδο) ,μηδένα μέν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδέ συνιστᾶν μοναστήριον, ἤ εὐκτήριον οἶκον, παρά γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου».

Η ως άνω κανονική διάταξη συνιστά την πρώτη από πλευράς Εκκλησίας ρύθμιση, δια της οποίας η ευθύνη για την παροχή αδείας ανεγέρσεως ιεράς μονής ή ευκτηρίου οίκου ανατίθεται στον επιχώριο επίσκοπο, δηλαδή στον επίσκοπο περιφερείας εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας ευρίσκεται η ιερά μονή ή ο ευκτήριος οίκος. Η ρύθμιση, δε, αυτή αποτέλεσε και το υπόβαθρο των νυν ισχυουσών ρυθμίσεων του Α.Ν. 2200/1940 και του Κανονισμού 8/1979 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 1/1980) περί παροχής υπό του οικείου Μητροπολίτη αδείας ανεγέρσεως ιδιόκτητου ιερού ναού.

Αιτία της κανονικής αυτής επεμβάσεως της Εκκλησίας αποτέλεσε η αταξία και η απειθαρχία, που επικρατούσε εντός του μοναχικού κινήματος, εξαιτίας της ανέλεγκτης περιφοράς των μοναζόντων εκτός των ιερών μονών και ανεγέρσεως μονών και ευκτηρίων οίκων. Ο δε επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η επιβολή της ευταξίας όχι μόνον στο μοναχικό κίνημα αλλά και στην αλόγιστη οικοδόμηση μοναστηρίων και ευκτηρίων οίκων. Η οποία ανοικοδόμηση είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση ιερών μονών και ευκτηρίων οίκων, τα οποία στην συνέχεια ελλείψει πόρων και εποπτείας εγκαταλείπονταν στην τύχη τους, μην εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό, για τον οποίο εν τέλει ιδρύονταν, δηλαδή να λειτουργούν ικανοποιώντας τις θρησκευτικές και λειτουργικές ανάγκες των πιστών. Η πραγματική αυτή μάλιστα κατάσταση αποτυπώθηκε και στον προαναφερθέντα σχετικό κανόνα: «Ἐπειδή δέ τινες τῷ μοναχικῷ κεχρημένοι προσχήματι, τάς τε ἐκκλησίας, καί τά πολιτικά διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες ἀδιαφόρως ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐ μήν ἀλλά καί μοναστήρια ἑαυτοῖς συνιστᾶν ἐπιτηδεύοντες,…». Υπό το αυτό πρίσμα σχολιάζουν την ως άνω κανονική ρύθμιση και οι Κανονολόγοι Ι. Ζωναράς, Θ. Βαλσαμών και Α. Αριστηνός (βλ. σε Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, Τόμος Β΄, 226 – 227, 228 και 229 αντιστοίχως).

Γ. Κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Α.Ν. 2200/1940: «Οι Ιδιόκτητοι Ναοί παραμένουσιν εις την ιδιοκτησίαν και διαχείρισιν του ιδιοκτήτου, εφ’ όσον προορίζονται υπ’ αυτού προς εξυπηρέτησιν των θρησκευτικών αναγκών αυτού μόνου και της οικογενείας του, κλείονται δε εντολή του οικείου Μητροπολίτου δια της αστυνομικής αρχής, εάν τεθώσιν εις δημοσίαν λατρείαν ή απαλλοτριούνται υπέρ του πλησιεστέρου ενοριακού «ή προσκυνηματικού» Ναού κατά τας διατάξεις του Αναγκ. Νόμου 1731 «περί απαλλοτριώσεων»».

Στην συνέχεια, και υπό το καθεστώς του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977) εκδόθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ο Κανονισμός υπ’ αριθ. 8/1979 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 1/1980) «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών», ο οποίος εφαρμόζεται μόνον επί των Ιερών Ναών και Ενοριών του κλίματος της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 αυτού: « Οι Ναοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται εις :

α) Ενοριακούς, εις ους υπάγονται τα Παρεκκλήσια και Εξωκκλήσια τούτων,

β) Προσκυνηματικούς ή επικουρούντας κοινωφελείς σκοπούς και Ιδρύματα της Εκκλησίας, γ) Ιδιοκτήτους και δ) Ναούς Κοιμητηρίων».

Συνεπώς, ο Κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις περιοχές και στις Ιερές Μονές, στις οποίες – ως υπαγόμενες σε διαφορετικό καθεστώς δικαιοδοσίας – δεν εφαρμόζεται και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δηλαδή:

α) στις περιοχές της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και του Αγίου Όρους (άρθρο 1 παράγραφος 5 του Κ.Χ.Ε.Ε.) ή σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή ανήκει σε κλίμα και κανονική δικαιοδοσία άλλης Ορθόδοξης Εκκλησίας και

β) επί των ναών, οι οποίοι αποτελούν μετόχια των Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας και της Βλατάδων, καθώς και του Παναγίου Τάφου και της Ιεράς Μονής Σινά (άρθρο 39 παράγραφος 8 του Κ.Χ.Ε.Ε.). Σημειωτέον, ότι υπό τον όρο «Μετόχια» θα πρέπει ερμηνευτικώς να εννοήσουμε κάθε μορφή εκκλησιαστικού πράγματος, το οποίο έχει την ιδιότητα του παραρτήματος και ως τέτοιο είναι ομοταγές του μετοχίου, όπως είναι το Κάθισμα, το Κελλίο, η Σκήτη ή το Ησυχαστήριο.

Κατά το άρθρο 1 του εν λόγω Κανονισμού, οι Ιεροί Ναοί της Εκκλησίας της Ελλάδος διακρίνονται σε: α) ενοριακούς, στους οποίους υπάγονται τα Παρεκκλήσια και τα Εξωκκλήσια (άρθρο 1 υπό στοιχ. α΄), β) σε προσκυνηματικούς ή επικουρούντες κοινωφελείς σκοπούς και ιδρύματα της Εκκλησίας (άρθρο 1 υπό στοιχ. β΄), γ) σε ιδιόκτητους (άρθρο 1 υπό στοιχ. γ΄) και δ) σε ναούς Κοιμητηρίων (άρθρο 1 υπό στοιχ. δ΄).

Ειδικότερα, τα περί ιδιοκτήτων ιερών ναών ρυθμίζονται στο άρθρο 13, κατά το οποίο οι ιδιόκτητοι Ιεροί Ναοί:

α) ανεγείρονται και λειτουργούν κατόπιν αδείας του οικείου Μητροπολίτη (βλ. άρθρο 13 παράγραφος 1 του ως άνω Κανονισμού).

β) παραμένουν υπό την ιδιοκτησία και διαχείριση του ιδιοκτήτη (εννοείται φυσικό πρόσωπο), υπό την προϋπόθεση ότι προορίζονται για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του ιδίου και της οικογενείας του (βλ. άρθρο 13 παράγραφος 2 εδ. α΄ του ως άνω Κανονισμού). Και εφόσον ο ιδιοκτήτης είναι Φιλανθρωπικό, Εκπαιδευτικό, Δημόσιο ή Δημοτικό Ίδρυμα, Νομικό πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, οι Ένοπλες Δυνάμεις ή τα Σώματα Ασφαλείος, τότε ο Ιερός Ναός προορίζεται για την εξυπηρέτηση των αναγκών μόνον του προσωπικού και των τροφίμων ή των μελών αυτών (βλ. άρθρο 13 παράγραφος 5 υπό α΄ του ως άνω Κανονισμού). Συνεπώς, εξ αντιδιαστολής, αποκλείεται ιδιοκτήτης ιδιόκτητου Ιερού Ναού να είναι νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

γ) Κλείνουν με εντολή του οικείου Μητροπολίτη διά της Αστυνομικής Αρχής ή απαλλοτριώνονται υπέρ του πλησιεστέρου ενοριακού ή προσκυνηματικού ιερού ναού είτε αν ανεγέρθηκαν ή λειτουργούν χωρίς αίτηση και χορήγηση της σχετικής αδείας του οικείου Μητροπολίτη είτε αν τεθούν στην δημόσια λατρεία είτε αν παύσουν να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίον ιδρύθηκαν (βλ. άρθρο 13 παράγραφος 2 εδ. β΄ του ως άνω Κανονισμού).

Κατόπιν των ανωτέρω, τίθεται το ερώτημα, αν είναι εφικτή η αλλαγή του προσώπου, το οποίο χορηγεί την άδεια ανεγέρσεως του ιδιωτικού Ιερού Ναού και την άδεια λειτουργίας του, και κατ’ επέκτασιν και η αλλαγή καθεστώτος κανονικής δικαιοδοσίας, και με ποιον τρόπο.

Ως αρμόδιο πρόσωπο κατά το άρθρο 13 παράγραφος 1 ορίζεται ο «οικείος» Μητροπολίτης, και ως τέτοιος – και σε συμφωνία και με το εννοιολογικό περιεχόμενο που οι ιεροί κανόνες δίδουν στον όρο αυτόν – εννοείται ο Μητροπολίτης στην περιφέρεια του οποίου ιδρύεται ο ιδιόκτητος Ιερός Ναός.

Η σχέση την οποία δημιουργεί η ως άνω διάταξη – και αυτό πρέπει να το προσέξουμε ιδιαιτέρως – δεν είναι σχέση υπαγωγής αυτού τούτου του ιδιόκτητου Ιερού Ναού στον επιχώριο Μητροπολίτη. Είναι σχέση ελέγχου, σχέση εποπτείας του πρώτου (εννοείται του ιδιωτικού Ιερού Ναού) από τον δεύτερο (τον επιχώριο Μητροπολίτη), που εστιάζεται:

α) στην αρμοδιότητα ελέγχου της ανεγέρσεως του Ιερού Ναού, η οποία ασκείται άπαξ και

β) στην αρμοδιότητα ελέγχου της λειτουργίας του Ιερού Ναού, η οποία ασκείται σε κάθε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης επιθυμεί να τον λειτουργήσει.

Η σχέση αυτή, καθώς και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα, θεμελιώνονται στις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού 8/1979 και ασκούνται βάσει αυτών. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι τροποποίηση της σχέσεως αυτής, με παράλληλη αλλοίωση ή κατάργηση των απορρεόντων από αυτήν δικαιωμάτων, είναι καταρχήν εφικτή μόνον με αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων του ισχύοντος Κανονισμού, που καθορίζουν αυτήν την σχέση.

Δύναται, όμως, η σχέση αυτή να τροποποιηθεί και με σύμβαση, είτε αυτή είναι σύμβαση μεταβιβάσεως κυριότητος (πώληση, δωρεά) είτε σύμβαση παραχωρήσεως της χρήσεως του ιδιόκτητου ιερού ναού είτε με δόση χρηματικού ανταλλάγματος (μίσθωση – ενοικίαση) είτε ακόμη και άνευ ανταλλάγματος (χρησιδάνειο). Ειδικότερα:

Κατά τον προαναφερθέντα Κανονισμό η διαχείριση ενός ιδιόκτητου Ιερού Ναού ανήκει στον ιδιοκτήτη του, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο (άρθρο 13 παράγραφος 2 εδ. α΄), είτε αυτός είναι νομικό πρόσωπο (άρθρο 13 παράγραφος 5 υπό α΄).

Υπό την έννοια του όρου «διαχείριση» θα πρέπει να συμπεριλάβουμε:

α) την είσπραξη των εσόδων του ιδιόκτητου Ιερού Ναού, τα οποία προκύπτουν από την λειτουργία του καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, πλην της ημέρας της πανηγύρεως του Ιερού Ναού. Και τούτο διότι τα έσοδα από την ημέρα αυτή κατατίθενται στην Εθνική Τράπεζα επ’ ονόματι του Ι. Ναού και εις κοινή διαταγή του Μητροπολίτη και του ιδιοκτήτη του Ναού και διατίθενται υπό τον έλεγχο του οικείου Μητροπολίτη υπέρ της συντηρήσεως του Ναού αυτού, τα δε περισσεύματα διατίθενται για τις ανάγκες των ευαγών ιδρυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως (άρθρο 13 παράγραφος 3 υπό α΄ εδ. β).

Συνεπώς, αφ’ ης στιγμής τα έσοδα από την ημέρα της πανηγύρεως του ιδιόκτητου Ιερού Ναού διατίθενται κατά την συγκεκριμένη διάταξη για την συντήρηση αυτού και υπέρ των ευαγών Ιδρυμάτων της Μητροπόλεως, τα έσοδα από την λειτουργία του Ιερού Ναού τον υπόλοιπο χρόνο ανήκουν – του νόμου άλλως μη ορίζοντος – στον ιδιοκτήτη του Ιερού Ναού.

β) την οποιαδήποτε πράξη η οποία θα κατατείνει στην αξιοποίηση και ουσιαστικότερη χρήση του ιδιόκτητου Ιερού Ναού.

Ως τέτοια πράξη θα νοηθεί καταρχήν η οργάνωση και τέλεση στον Ιερό Ναό εκ μέρους των ιδιοκτητών θείων λειτουργιών, μυστηρίων και εν γένει λατρευτικών εκδηλώσεων. Παραλλήλως, όμως, θα πρέπει να δεχθούμε ότι στην αυτή κατηγορία πράξεων θα πρέπει να συγκαταλεχθούν και η εκ μέρους του ιδιοκτήτη δυνατότητα μεταβιβάσεως της κυριότητος του Ιερού Ναού ή παραχωρήσεως της χρήσεώς του, εφόσον αυτή η κίνηση διασφαλίζει την ανάληψη της διαχειρίσεως του Ιερού Ναού, δηλαδή ουσιαστικώς διασφαλίζει την εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο αυτός ανεγέρθηκε. Και ως τέτοιος, βεβαίως, σκοπός νοείται η όσο το δυνατόν συχνότερη και απρόσκοπτη λειτουργία του Ιδιωτικού Ιερού Ναού. Το δικαίωμα, δε, αυτό της μεταβιβάσεως της κυριότητος ή της παραχωρήσεως της χρήσεως θα πρέπει να αναγνωρισθεί στον ιδιοκτήτη ως αναγκαία συνέπεια της ελευθερίας του στην διαχείριση του πράγματος, η οποία περαιτέρω αποτελεί αναγκαία συνέπεια της αναγνωρίσεως στα αναφερόμενα στον Κανονισμό 8/1979 πρόσωπα να έχουν δικαίωμα κυριότητος επί Ιερού Ναού.

Η εκ μέρους του ιδιοκτήτη μεταβίβαση της κυριότητος ή παραχώρηση της χρήσεως του ιδιόκτητου Ιερού Ναού θα μπορεί να γίνει σε κάθε περίπτωση, που ο ιδιοκτήτης κρίνει ότι άνευ αυτής δεν υπηρετείται ο σκοπός, για τον οποίον ανεγέρθηκε ο ιδιόκτητος Ιερός Ναός. Ως τέτοια περίπτωση θα πρέπει να νοηθεί:

είτε η φυσική αδυναμία του ιδιοκτήτη, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο,

είτε η εν τοις πράγμασι αδυναμία αυτού, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, λόγω της φύσεως της δραστηριότητάς του,

είτε η τυχόν μακρά χηρεία του θρόνου της Ιεράς Μητροπόλεως, αφού ο ορισθείς πιθανόν Τοποτηρητής δεν θα είναι κατά νομική ακριβολογία ο «οικείος» κατά τον Κανονισμό Μητροπολίτης.

είτε η άρνηση τυχόν του επιχωρίου Μητροπολίτη να παρέχει την σχετική άδεια λειτουργίας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, οι οποίες καθιστούν ανέφικτη την εξυπηρέτηση των σκοπών, για τους οποίου ιδρύεται ένας ιδιωτικός Ιερός Ναός, αλλά και αναιρούν ουσιαστικώς αυτήν την ίδια την ουσία της υπάρξεως του, δηλαδή την χρήση και λειτουργία του, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι ο ιδιοκτήτης αυτού δύναται, μέσα στα πλαίσια του δικαιώματος διαχειρίσεως που έχει, να διασφαλίσει δια συμβάσεως αυτήν την χρήση και λειτουργία του.

Δύναται, λοιπόν:

α) είτε να μεταβιβάσει κατά κυριότητα τον ιδιόκτητο Ιερό Ναό, υπό τον όρο ότι δεν αναιρείται η προϋπόθεση της εξυπηρετήσεως των θρησκευτικών αναγκών του δικαιοπρακτούντος (βλ. την υπ’ αριθ. 86/1974 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, σε Νομικό Βήμα 23 (1975), σ. 214 – 215).

β) είτε να εκμισθώσει (παραχώρηση χρήσεως με αντάλλαγμα – ενοίκιο) τον ιδιόκτητο Ιερό Ναό, αρκεί η μίσθωση να γίνεται με σκοπό την χρήση του ως χώρου λατρείας του Θεού (βλ. υπ’ αριθ. 396/1948 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε Θέμις ΝΘ΄ (1949), σ. 870. Επίσης την άποψη αυτή υποστήριξε και ο Α. Τούσης, Εμπράγματον Δίκαιον (κατά τον Αστικόν Κώδικα), έκδοσις τρίτη (λίαν επηυξημένη), Αφοι Σάκκουλα 1966, σελ. 94, υποσημ. 12α).

γ) είτε – πολύ περισσότερο – να παραχωρεί δωρεάν, άνευ ανταλλάγματος – την χρήση του ιδιόκτητου Ιερού Ναού με σύμβαση χρησιδανείου, αφού και στην περίπτωση αυτή – όπως και στην μίσθωση – δεν αναιρείται η χρήση του Ιερού Ναού ως χώρου λατρείας.

Αντισυμβαλλόμενος, λοιπόν, βάσει των ανωτέρω, και στις τρεις περιπτώσεις μπορεί να είναι:
α) φυσικό πρόσωπο ή Φιλανθρωπικό, Εκπαιδευτικό, Δημόσιο και Δημοτικό Ίδρυμα, Νομικό πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας
β) το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή Ιερά Μονή που υπάγεται στην κανονική δικαιοδοσία αυτού, αποκλειομένων των λοιπών Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, καθόσον οι Προκαθήμενοι αυτών δεν δύνανται εκ των ιερών κανόνων – όπως έχει ήδη αναφερθεί στο προηγούμενο άρθρο μου – να θεμελιώνουν σταυροπήγια εκτός των γεωγραφικών ορίων της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της οποίας προΐσταντιαι.

Ειδικότερα, στην δεύτερη περίπτωση, από την υπογραφή της σχετικής συμβάσεως, είτε αυτή μεταβιβάζει την κυριότητα του ιδιόκτητου Ιερού Ναού ή παραχωρεί την χρήση αυτού μετά ή άνευ ανταλλάγματος (σύμβαση μισθώσεως ή χρησιδανείου):

α) επέρχεται διαδοχή στο καθεστώς κανονικής δικαιοδοσίας, σχετικώς με την παροχή αδείας λειτουργίας και την εποπτεία του μεταβιβασθέντος ή παραχωρηθέντος κατά χρήσιν ιδιόκτητου Ιερού Ναού.

β) δεν εφαρμόζονται πλέον οι διατάξεις του Κανονισμού 8/1979, ο οποίος ισχύει μόνον για την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, οι ιεροί κανόνες και οι Κανονισμοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

γ) καταργείται ο ιδιόκτητος χαρακτήρας του Ιερού Ναού, και ο μέχρι πρότινος ιδιόκτητος Ιερός Ναός μεταπίπτει στο καθεστώς του πατριαρχικού σταυροπηγίου, προσδιοριζομένου στη συνέχεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο του κανονικού καθεστώτος αυτού.

Εύχομαι τα δύο αυτά άρθρα να εισφέρουν στην επίλυση της διαφοράς και της προκληθείσης αντιδικίας.

Οψόμεθα.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: