Εδώ και αρκετούς μήνες αναρτώνται σποραδικώς στο Διαδίκτυο δημοσιεύματα, που αφορούν σε ιερό ναό, που έχει ανεγερθεί σε έκταση, κειμένη εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος των Αθηνών. Η έκταση αυτή, γνωστή ως «Κτήμα Προμπονά», κληροδότημα του Ναξιώτη ιατρού Δημητρίου Προμπονά, αποτελεί – με αφορμή τον ως άνω ιερό ναό και πάντοτε κατά τα σποραδικά αυτά δημοσιεύματα – «μήλον της έριδος» μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος και αντικείμενο δικαστικής διαμάχης.

Δεν είμαι σε θέση να διατυπώσω γνώμη για το νομικό σκέλος της υποθέσεως, διότι η πληροφόρησή μου, έχοντας ως πηγή τα σποραδικά αυτά δημοσιεύματα, τα οποία δεν δίδουν και πλήρη εικόνα του ζητήματος, είναι εκ των πραγμάτων ελλειπής. Μπορώ όμως να παρουσιάσω την κανονική διάσταση του ζητήματος, δηλαδή το κατά τους ιερούς κανόνες προνόμιο ιδρύσεως πατριαρχικών σταυροπηγίων. Τις απόψεις μου, άλλωστε γύρω από το ζήτημα αυτό, τις έχω ήδη διατυπώσει και παλαιότερα (βλ. Αν. Βαβούσκου, Θεμελιώδεις αρχές της εκκλησιαστικής δικονομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος – Η αρχή της εξασφαλίσεως της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των οργάνων απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης, εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003, 224 επ.)

Το προνόμιο των Πατριαρχών συστάσεως πατριαρχικών σταυροπηγίων συνιστά μια εξαιρετική παράμετρο στο σύστημα της κατά τόπον αρμοδιότητας, το οποίο διέπεται από τις αρχές της κανονικής δικαιοδοσίας και της εντοπιότητας. Μάλιστα, το προνόμιο αυτό σχετικοποιεί το περιεχόμενο του 8ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, δια του οποίου οι ιερές μονές και οι εγκαταβιούντες σ’ αυτές μοναχοί υπήχθησαν στην εποπτεία του επιχωρίου επισκόπου, δηλαδή του επισκόπου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η μονή («Οἱ κληρικοί τῶν πτωχείων, καί μοναστηρίων, καί μαρτυρίων, ὑπό τήν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστῃ πόλει ἐπισκόπων, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν· καί μή κατά αὐθάδειαν ἀφηνιάτωοαν τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου. Οἱ δὲ τολμῶντες ἀνατρέπειν τήν τοιαύτην διατύπωσιν, καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον, καί μή ὑποταττόμενοι τῷ ἰδίῳ ἐπισκόπῳ, εἰ μέν εἶεν κληρικοί, τοῖς τῶν κανόνων ὑποκείσθωσαν ἐπιτιμίοις· εἰ δέ μονάζοντες, ἢ λαϊκοί, ἔστωσαν ἀκοινώνητοι». Βλ. το κείμενο σε Αν. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός, Εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 26).

Το προνόμιο αυτό εμφανίζεται υπό δύο μορφές.

Α. Κατά πρώτο λόγο, εμφανίζεται ως προνόμιο εκάστου Πατριάρχου (δηλαδή των Προκαθημένων των πέντε πρεσβυγενών Πατριαρχείων) να ιδρύει σταυροπήγια εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας του, δηλαδή εντός των γεωγραφικών ορίων της Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, της οποίας προϊσταται.

Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι η ίδρυση πατριαρχικών σταυροπηγίων πήρε ιδιαίτερες διαστάσεις, παρά το γεγονός ότι η άσκηση του προνομίου αυτού όχι μόνον δεν ερείδεται σε συγκεκριμένες κανονικές διατάξεις αλλά έρχεται σε αντίθεση μ’ αυτές (βλ. 8ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής). Για το λόγο αυτόν, η άσκηση αυτού του προνομίου προκαλούσε πληθώρα ενστάσεων και παραστάσεων διαμαρτυρίας προς τους φορείς τόσον της πολιτειακής όσο και της εκκλησιαστικής εξουσίας από τους επιχώριους επισκόπους και μητροπολίτες, οι οποίοι θεωρούσαν την άσκησή του παραβίαση των ορίων της κανονικής τους δικαιοδοσίας. Την δημιουργηθείσα κατάσταση περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ο Θ Βαλσαμών στο ερμηνευτικό σχόλιο του υπό τον 31ο κανόνα των Αποστόλων (Βλ. σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 40 – 41): «…Τούτῳ τῷ κανόνι, καί τοῖς λοιποῖς τά τοιαῦτα διοριζομένοις προσβοηθούμενοι οἱ κατά χώραν μητροπολῖται, καί ἐπίσκοποι, γογγύζουσι κατά τῶν ζητούντων σταυροπήγια πατριαρχικά εἰς τάς ἐνορίας αὐτῶν. Διά γάρ τοῦτο καί πολλάκις τινές ὤχλησαν τάς βασιλικάς καί πατριαρχικάς ἀκοάς, ζητοῦντες περιαιρεθῆναι τήν δόσιν τῶν πατριαρχικῶν σταυροπηγίων…».

Ο ίδιος, όμως, Κανονολόγος έδωσε και την απάντηση στο δημιουργηθέν ζήτημα, μέσω της ερμηνευτικής προσεγγίσεως του 31ου κανόνα των Αποστόλων και οδηγήθηκε στην κανονικότητα του προνομίου αυτού δια της εμμέσου εφαρμογής των ιερών κανόνων, που ρυθμίζουν τα θέματα της κανονικής δικαιοδοσίας.

Διατυπώνοντας, λοιπόν, ο Θ. Βαλσαμών την άποψη (βλ. το σχόλιο σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 42), ότι η Οικουμένη από πλευράς εκκλησιαστικής διοικήσεως δεν παραχωρήθηκε σε επισκόπους, αρχιεπισκόπους και μητροπολίτες αλλά στους Προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων, οι οποίοι εντός των ορίων τους έχουν το δικαίωμα χειροτονίας και κρίσεως των επισκόπων, αναγνωρίζει σ’ αυτούς – ως απόρροια των παραπάνω – και το προνόμιο της ιδρύσεως εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας τους πατριαρχικών και σταυροπηγιακών μονών: «…Μετά τήν τοῦ παρόντος ἐρμηνείαν, εἰς λόγον ἐλθών μετά τινων ἀρχιερέων, γογγυζόντων διά τά πατριαρχικά σταυροπήγια, ως δῆθεν ἀκανονίστως ἀποστελλόμενα εἰς τάς ἐνορίας αὐτῶν, κατενόησα δικαίως καί κανονικῶς ταῦτα γίνεσθαι, καί μάτην τούς ἐγχωρίους ἐπισκόπους μέμφεσθαι τήν τῶν τούτων ποίησιν. Ἀπό γάρ τῶν θείων κανόνων οὔτε μητροπολίτῃ, οὔτε ἀρχιεπισκόπῳ, οὔτε ἐπισκόπῳ ἐνορία ἐδόθη, ἀλλά τοῖς πέντε πατριάρχαις ἀπενεμήθησαν αἰ ἐνορίαι τῶν τεσσάρων κλιμάτων τῆς οἰκουμένης, καί διά τοῦτο ἔχουσιν ἐν ταύταις τήν ἀναφοράν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν ἀπό πάντων τῶν ἐν αὐταῖς ἐπισκόπων∙ καί τοῦτο δῆλον ἀπό τοῦ ζ΄ κανόνος τῆς α΄ συνόδου, καί τοῦ β΄ καί γ΄ κανόνος τῆς δευτέρας, διοριζομένων τόν Ἀλεξανδρείας ἔχειν ἐνορίαν πᾶσαν τήν Αἰγυπτον, τήν Λιβύην, καί τήν Πεντάπολιν∙ τόν Ἀντιοχείας, τήν Κοίλην Συρίαν, την Μεσοποταμίαν, καί τήν Κιλικίαν, καί τούς λοιπούς πατριάρχας, τάς ἑτέρας διοικήσεις. Ὅθεν καί ὡς ἔχοντες δίκαια χειροτονιῶν εἰς τάς άφορισθείσας αὐτοῖς διοικήσεις, κατά τήν τῶν ρηθέντων κανόνων περίληψιν, καί ἀνακρίνοντες τους διέποντας ταύτας ἀρχιερεῖς, καί κανονικῶς διορθούμενοι, δικαίως σταυροπήγια δώσουσιν εἰς πόλεις καί παροικίας αὐτῶν∙ ἰδιώσονται δέ καί κληρικούς αὐτῶν, ὁσάκις θέλουσιν, ἀποκριματίστως». Η ίδια, δε, άποψη διατυπώνεται και στην ερμηνεία του Πηδαλίου (βλ. σημ. 1 υπό τον 31ο κανόνα των Αποστόλων, 33).

Υπό αυτό το πρίσμα, το προνόμιο ιδρύσεως σταυροπηγίων αποκτά κανονικό υπόβαθρο και η δημιουργηθείσα ως προς την άσκηση του προνομίου αυτού πραγματική κατάσταση μεταβάλλεται πλέον και σε «κανονικό» θεσμό.

Κατόπιν τούτων, εφόσον ιδρυθεί πατριαρχικό σταυροπήγιο, αυτό παραμένει υπό το αυτό κανονικό καθεστώς εσαεί. Τούτο σημαίνει, ότι εις το διηνεκές:

α) διατηρεί το καθεστώς υπαγωγής του στον Πατριάρχη που το ίδρυσε,

β) η μοναστική αδελφότητα μνημονεύει το όνομα αυτού, ως απτή απόδειξη της αναγνωρίσεώς του ως «κανονικού» κυριάρχη, ανεξαρτήτως αν η εκκλησιαστική περιφέρεια, εντός των ορίων της οποίας κείται το σταυροπήγιο: 1. καταστεί ανεξάρτητη Εκκλησία κατόπιν παραχωρήσεως σ’ αυτήν αυτοκεφάλου καθεστώτος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή

2. παραχωρηθεί σε ήδη ανεξάρτητη Εκκλησία.

Εκτός, αν στην σχετική Πράξη γίνει ειδική μνεία και αναφορά, όπως συνέβη:

α) με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, όπου στον Ι΄ όρο αυτής ορίζεται ότι: «Διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τά κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἱερῶν Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, μνημονευομένου ἐν αὐταῖς τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἑκάστοτε ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἀνακοινουμένης πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων Ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν τούτων».

β) με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1882, όπου γίνεται σαφής αναφορά στις ιερές πατριαρχικές και σταυροπηγιακές μονές, οι οποίες βρίσκονται εντός των παραχωρουμένων εκκλησιαστικών περιφερειών και ορίζεται ότι: «…Καί δή γράφοντες ἀποφαινόμεθα ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τάς ἐν ταῖς πολιτικῶς τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος ἄρτι ἐκχωρηθείσαις χώραις κειμένας…, ὡς καί τάς ἐν αὐταῖς ὑπαρχούσας ἱεράς Πατριαρχικάς καί Σταυροπηγιακάς Μονάς εἶναι διά παντός τοῦ λοιποῦ καί λέγεσθαι καί παρά πάντων γιγνώσκεσθαι καί ἐκκλησιαστικῶς ἡνωμένας καί συνημμένας ἀναποσπάστως τῇ Ἁγιωτάτῃ αὐτοκεφάλῳ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος καί ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας ταύτης διακυβερνᾶσθαι, πρός αὐτήν τε ἔχειν τήν κανονικήν και ἄμεσον ὑποταγήν καί ἀναφοράν, καί τοῦ ὀνόματος αὐτῆς μνημονεύειν».

Β. Κατά δεύτερο λόγο, το προνόμιο ιδρύσεως σταυροπηγίων λειτουργεί ως αποκλειστικό προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχου να ιδρύει σταυροπήγια όχι μόνον εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας του, αλλά και εκτός των ορίων αυτών, ήτοι εντός των ορίων δικαιοδοσίας των άλλων Πατριαρχών. Ειδικότερα :

Όπως και το προνόμιο των Πατριαρχών περί συστάσεως σταυροπηγίων εντός της περιφερείας της κανονικής δικαιοδοσίας τους δεν στηρίζεται αμέσως σε κανονικές διατάξεις, έτσι και το προνόμιο αυτό του Οικουμενικού Πατριάρχου δεν πηγάζει αμέσως από συγκεκριμένη κανονική διάταξη, με την έννοια της ρητής και σαφούς αναγνωρίσεως του δικαιώματος αυτού. Η αναγνώριση όμως, αυτού του προνομίου οφείλεται στην μακρά και ομοιόμορφη πρακτική, που ηκολουθείτο και είχε παγιωθεί από ετών στην συνείδηση της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα να επέλθει ως προς τη δεσμευτικότητά της πρακτικής αυτής εξομοίωσή της με κανονική διάταξη. Η μακρά, δε, αυτή και ομοιόμορφη πρακτική συνέχεται όμως αμέσως και με τη δεσπόζουσα θέση και το αυξημένο κύρος του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ως πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, στοιχεία τα οποία απέρρευσαν μέσα από τον σταδιακό εμπλουτισμό της με προνόμια και τιμές από την ίδια την Εκκλησία (Βλ. σχετ. τους κανόνες 3ο της Β΄ Οικουμενικής περί των πρεσβείων τιμής, 9ο και 17ο της Δ΄ Οικουμενικής περί της ανωτάτης δικαστικής δικαιοδοσίας και 28ο της ίδιας συνόδου περί της κανονικής δικαιοδοσίας). Τα προνόμια, μάλιστα, αυτά επικύρωσε στη συνέχεια και η Πολιτεία (Βλ. Νεαρά Ιουστινιανού [26], σε Αν. Βαβούσκου, ο.π., 730) κατά την οποία: «3. Καὶ διὰ τοῦτο θεσπίζομεν, κατὰ τοὺς αὐτῶν ὅρους τὸν ἁγιώτατον τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμην πάπαν πρῶτον εἶναι πάντων τῶν ἱερέων, τὸν δὲ μακαριώτατον ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως τῆς νέας Ῥώμης δευτέραν τάξιν ἐπέχειν μετὰ τὸν ἁγιώτατον ἀποστολικὸν θρόνον τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, τῶν δὲ ἄλλων πάντων προτιμᾶσθαι».

Το πλαίσιο αυτό είχε υπόψιν και ο Θ. Βαλσαμών, όταν, σχολιάζοντας τον προαναφερθέντα 31ο κανόνα των Αποστόλων (βλ. το κείμενο σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 2, 41) και θίγοντας το θέμα με αφορμή τις διαμαρτυρίες των επισκόπων και την απαίτησή τους να θεμελιωθεί κανονικώς αυτό το δικαίωμα, σημείωνε χαρακτηριστικώς: «…ὡς τῶν ζητούντων αὐτά, καί ποιουμένων τήν τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου ἀναφοράν, μηδὲ λόγου ἀξιούντων αὐτούς∙ ἀλλ’ οὐκ εἰσηκούσθησαν, καὶ ταῦτα ζητοῦντες κανόνας προκομισθῆναι, τήν τῶν τοιούτων σταυροπηγίων ἐκχωροῦντας ἔκδοσιν, ὡς τοῦ μέρους τῆς ἁγιωτάτης μεγάλης ἐκκλησίας γενναίως ἀποσκευασαμένου τήν τούτων ἔνστασιν, διά τῆς μακρᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἀγράφου συνηθείας, τῆς ἀντί κανόνων κρατησάσης ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων καί μέχρι τοῦ νῦν».

Βεβαίως, ο Θ. Βαλσαμών σε άλλο σημείο (τέλος) του σχολίου του στον αυτό κανόνα απορρίπτει το προνόμιο αυτό λέγοντας κατά λέξιν: «Τούτων δέ οὔτως ἐχόντων, οὐδενί τῶν πατριαρχῶν ἐπ’ ἀδείας ἔσται εἰς ἑτέρου πατριάρχου ἐνορίαν ἀποστεῖλαι σταυροπήγια, ἀλλ’ οὐδέ κληρικόν αὐτοῦ ἁρπᾶσαι, ἵνα μή συγχέωνται τά δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν». Η θέση αυτή του Θ. Βαλσαμώνος δεν είναι άμοιρη του γεγονότος της υπηρετήσεώς του στό Θρόνο της Εκκλησίας της Αντιοχείας από τη θέση του Προκαθημένου αυτής, αφού υπό την ιδιότητα αυτή θιγόταν αμέσως από την άσκηση εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας του τού ως άνω δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, αποδέχεται την ύπαρξη εθίμου – δηλαδή μακράς και ομοιόμορφης πρακτικής που δημιουργεί δίκαιο – έστω και εμμέσως – παρουσιάζοντας την άποψη αυτή ως άποψη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και όχι ως δική του. Βλ. επίσης το ερμηνευτικό σχόλιο του ιδίου στον κανόνα 12ο κανόνα της συνόδου της Σαρδικής (σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 3, 265), όπου αποδέχεται επίσης την άποψη αυτή λέγοντας: «˙ἀπὸ μακρᾶς δὲ συνηθείας, βεβαιωθείσης πολλάκις συνοδικῶς, ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως σταυροπήγιά τε δίδωσιν εἰς πάσας τὰς τῶν ἐκκλησιῶν ἐνορίας, καὶ ἀναφορὰν ἔχει οὐ μόνον ἐν τούτοις, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ αἷς ἔχει ἀκινήτοις κτήσεσιν ὁπουδήποτε».

Με την άποψη του Θ. Βαλσαμώνος συντάσσεται και ο Μ. Βλάσταρις (σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τ. 6, 84): «Μόνῳ δέ τῷ Πατριάρχῃ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ συνηθείας ἐφεῖται μακρᾶς, σταυροπήγιά τε διδόναι, καί τήν ἀναφοράν καί μνήμην τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἔχειν, οὐ μόνον ἐφ’ οἷς κέκτηται ἰδίοις χωρίοις ὁπουδήποτε κειμένοις, καί τοῖς ἀκινήτοις κτήμασι τῶν ὑποκειμένων τούτῳ μοναστηρίων, ἀλλά καί ἐν ταῖς τῶν μητροπόλεων αὐτοῦ ἐνορίαις, ἔνθα ἄν παρά τοῦ τόν νεών ἀνεγείροντος, δηλαδή προσκλθείη ».

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι την παγίωση της πρακτικής αυτής στην συνείδηση της Εκκλησίας ανεγνώρισε και η Πολιτεία, κατοχυρώνοντας και διά νόμου (Επαναγωγή) το σχετικό προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχου, να ιδρύει πατριαρχικά σταυροπήγια εκτός των ορίων της δικής του δικαιοδοσίας και εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας των άλλων Πατριαρχών.

Ούτως, κατά το πργφ. 10 του τίτλου Γ΄ της Επαναγωγής (βλ. τη διάταξη σε Αν. Βαβούσκου, ο.π., 525): «Πασῶν τῶν μητροπόλεων καὶ ἐπισκοπείων, μοναστηρίων τε καὶ ἐκκλησιῶν ἡ πρόνοια καὶ φροντίς, ἔτι δὲ καὶ κρίσις καὶ κατάκρισις καὶ ἀθώωσις, τῷ οἰκείῳ πατριάρχῃ ἀνάκειται. Τῷ δὲ Κωνσταντινουπόλεως προέδρῳ ἔξεστι καὶ ἐν ταῖς τῶν ἄλλων θρόνων ἐνορίαις, ἐν οἷς οὐκ ἐστὶ προκαθιέρωσις ναοῦ, σταυροπήγια διδόναι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰς ἐν τοῖς ἄλλοις θρόνοις γινομένας ἀμφισβητήσεις ἐπιτηρεῖν καὶ διορθοῦσθαι καὶ πέρας ἐπιτιθέναι ταῖς κρίσεσιν».

Υπόβαθρο για την κατοχύρωση αυτή, αποτέλεσε η αναγνώριση σε προγενέστερη διάταξη του ιδίου νόμου στον Οικουμενικό Πατριάρχη το δικαίωμα κρίσεως επί υποθέσεων αναφυομένων στις περιφέρειες των άλλων θρόνων, ακολουθώντας τις επιταγές των 9ου και 17ου κανόνων της Δ. Οικουμενικής (Βλ. πργφ. 9 του Γ΄ τίτλου της Επαναγωγής σε Αν. Βαβούσκου, ο.π., 525): Ὁ Κωνσταντινουπόλεως θρόνος βασιλείᾳ ἐπικοσμηθεὶς ταῖς συνοδικοῖς ψήφοις πρῶτος ἀνεῤῥήθη, αἷς οἱ θεῖοι κατακολουθοῦντες νόμοι καὶ τὰς ὑπὸ τοὺς ἑτέρους θρόνους γινομένας ἀμφισβητήσεις ὑπὸ τὴν ἐκείνου προστάττουσιν ἀναφέρεσθαι διάγνωσιν καὶ κρίσιν».

Κατόπιν των ανωτέρω, νομίζω ότι από κανονικής απόψεως, το προνόμιο του Οικουμενικού Πατριάρχου περί ιδρύσεως πατριαρχικών σταυροπηγίων εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας των άλλων Πατριαρχείων, αναλογικώς δε στις μέρες μας εντός των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας, είναι αναμφισβήτητο και αδιαπραγμάτευτο.

Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος
Δικηγόρος, Μέλος του Δ.Σ του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: