Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της τρίτης Κυριακής της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι ένας λόγος του Ιησού (Μαρ 8:34 – 9:1) τον οποίο εκφωνεί αμέσως μετά από μια συζήτησή του με τους μαθητές του καθ’ οδόν προς την περιοχή της Καισάρειας Φιλίππου. Στο πλαίσιο της συζήτησης οι μαθητές αναγνωρίζουν ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος μεσσίας (8:27-30) και εκείνος τους πληροφορεί για το επικείμενο πάθος και την ανάστασή του (8:31). Στην αντίδραση του Πέτρου απέναντι σ’ αυτήν την πρόρρηση, ο Ιησούς αντιδρά ασυνήθιστα έντονα, αποκαλώντας τον “σατανά” και κατηγορώντας τον ευθέως ότι: «οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων» (8:33).

Για να γίνει κατανοητή η ένταση της αντίδρασης του Ιησού, όπως και όσα θα πει στη συνέχεια απευθυνόμενος προς το πλήθος που τον ακολουθεί, θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του το ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η όλη συζήτηση. Αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφηγηματικής τεχνικής του ευαγγελιστή Μάρκου να δημιουργεί μια ένταση ανάμεσα στη γνώση του αναγνώστη για τον Ιησού και σ’ εκείνη των ακροατών και των μαθητών του.

Συγκεκριμένα, ενώ ο αναγνώστης πληροφορείται από τον πρώτο στίχο του Ευαγγελίου ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού, οι μαθητές δείχνουν ώς το 8ο κεφάλαιο να το αγνοούν. Έτσι, στο 4ο κεφάλαιο σημειώνεται ότι οι μαθητές αναρωτιούνται «τίς ἄρα οὗτός ἐστιν» (4:41), και στο 6ο κεφάλαιο οι συγχωριανοί του Ιησού απορούν για την πηγή της σοφίας και της δύναμής του (6:2-3), ο βασιλιάς Ηρώδης πιστεύει ότι είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, τον οποίο είχε αποκεφαλίσει (6:16), άλλοι υποθέτουν ότι είναι ο προφήτης Ηλίας ή κάποιος προφήτης (6:15), ενώ οι μαθητές, βλέποντάς τον να περπατάει πάνω στα νερά της λίμνης, τον εκλαμβάνουν ως φάντασμα (6:49), καθώς, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ευαγγελιστής: «ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη» (6:52). Και όταν επιτέλους στο 8ο κεφάλαιο ο Πέτρος, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του Ιησού, ομολογεί «Σὺ εἶ ὁ Χριστός» (8:29), μια νέα ένταση προκύπτει, καθώς οι προσδοκίες του Πέτρου από τη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού δεν φαίνεται να συμπίπτουν με τον πραγματικό ρόλο του Ιησού ως Μεσσία.

Έτσι, ο Ιησούς στρέφεται πλέον προς το πλήθος και αρχίζει τον λόγο του διατυπώνοντας μια εντελώς παράδοξη πρόταση: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει» (8:34-35).

Είναι προφανές ότι αυτή η σε πρώτη προσέγγιση τόσο ακραία πρόταση αποσκοπεί στο να καταστήσει προς πάσα κατεύθυνση σαφές ότι οι αντιλήψεις των Ιουδαίων της εποχής για τον αναμενόμενο μεσσία και τον ρόλο του βρίσκονται εκτός του σχεδίου του Θεού για τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι οι αλλεπάλληλες καταστροφές, εξορίες και κατοχές της Παλαιστίνης είχαν καταντήσει τη χώρα από “Γη της Επαγγελίας” μια ασήμαντη και φτωχή επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί στα μάτια του λαού και η εικόνα του αναμενόμενου μεσσία. Έτσι, ο λυτρωτής του κόσμου, ο παγκόσμιος βασιλιάς της ειρήνης μετατρέπεται στη φαντασία του καταδυναστευόμενου λαού σε σκληρό εκδικητή που θα απελευθερώσει τους Ιουδαίους από την καταπίεση των Ρωμαίων. Δεν είναι τυχαίο που η ιουδαϊκή ερμηνευτική της εποχής, αν και δέχεται τον μεσσιανικό χαρακτήρα των προφητειών που περιέχονται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του προφήτη Ησαΐα σχετικά με τον «Δούλο του Κυρίου», στο όνομα του οποίου «ἔθνη ἐλπιοῦσιν» (Ησα 42:4), και αποστέλλεται από τον Θεό «εἰς φῶς ἐθνῶν, ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς τυφλῶν, ἐξαγαγεῖν ἐκ δεσμῶν δεδεμένους καὶ ἐξ οἴκου φυλακῆς καθημένους ἐν σκότει» (Ησα 42:6-7), εξαιρεί από τη μεσσιανική ερμηνεία τα χωρία όπου ο “Δούλος του Κυρίου” περιγράφεται ως εκείνος ο οποίος «τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται …» (Ησα 53:4), ως εκείνος ο οποίος «ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν καὶ … τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ησα 53:5). Ένας παθητός μεσσίας, ένας μεσσίας που πάσχει και υποφέρει για τους άλλους είναι αδιανόητος για την ιουδαϊκή σκέψη της εποχής του Ιησού.

Αυτές τις εσφαλμένες αντιλήψεις για το έργο και τον ρόλο του μεσσία επιχειρεί να ανασκευάσει ο Ιησούς και γι’ αυτό ο λόγος του είναι τόσο σκληρός και απόλυτος. Το να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό είναι μια απόφαση ζωής και αυτό καθίσταται φανερό και από την προσεκτική επιλογή των χρόνων των ρημάτων που χρησιμοποιεί ο ευαγγελιστής. Τα δύο πρώτα ρήματα που περιγράφουν τις απαιτήσεις του Ιησού από όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ», είναι σε αόριστο χρόνο, ενώ το επόμενο ρήμα «ἀκολουθείτω μοι» είναι σε χρόνο ενεστώτα. Κατά συνέπεια, όποιος αποφασίσει να απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει τον σταυρό του μπαίνει σε μια διαδικασία συνεχούς αγώνα και σε μια διαρκή προσπάθεια να υποστηρίξει την επιλογή του. Επομένως δεν μπορεί κανείς να κάνει μια τέτοια επιλογή χωρίς να έχει προηγουμένως αποφασίσει ότι θα αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του σ’ αυτήν. Αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζοντας ο Ιησούς να περιγράφει τις απαιτήσεις του από όσους θελήσουν να τον ακολουθήσουν χρησιμοποιεί ένα τόσο σκληρό ρήμα, όπως το «ἀπόλλυμι», που δεν σημαίνει απλώς “χάνω”, αλλά εγγίζει τη σημασία του “καταστρέφομαι”.

Όπως συμβαίνει με όλες τις αποφάσεις ζωής, δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί η ορθότητά τους με θεωρητικά επιχειρήματα, παρά μόνο με την εμπειρία. Μπορεί κανείς να διατυπώσει μια απόλυτα σωστή από δογματική άποψη και βιβλική τεκμηρίωση θεωρία για τη μεσσιανικότητα του Ιησού, όμως αυτό δεν είναι το ζητούμενο, τουλάχιστον για τους σύγχρονους χριστιανούς, οι οποίοι προφανώς δεν αμφισβητούν το ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Το ζητούμενο, όπως το θέτει ο Ιησούς, είναι τι μπορεί να σημαίνει η παραδοχή αυτή για την καθημερινότητα του καθένα. Το ερώτημα επομένως που τίθεται αφορά στο κατά πόσο εμπιστεύεται κανείς τον Χριστό και αποφασίζει να θεμελιώσει τη ζωή του σε εντελώς άλλες βάσεις, αφιερώνοντάς την στην υπηρεσία του Ευαγγελίου ή δεν τον εμπιστεύεται και επιλέγει δικούς του δρόμους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δεύτερη επιλογή είναι η ασφαλέστερη. Οργανώνει κανείς τη ζωή του όπως νομίζει καλύτερα και παρακαλεί τον Θεό να τον βοηθήσει να πάνε καλά οι δουλειές του. Η πρώτη επιλογή απαιτεί πολύ πιο ριζοσπαστικές αποφάσεις και κυρίως θυσίες. Αυτός είναι ο λόγος που στη μέση ακριβώς της Σαρακοστής η Εκκλησία προτάσσει τον σταυρό του Χριστού· για να υπενθυμίσει ότι ως εφόδιο για τον δρόμο που οδηγεί στην ανάσταση δεν επαρκεί η τήρηση κάποιων θρησκευτικών υποχρεώσεων, όπως η νηστεία, αλλά απαιτείται και η θυσία των όποιων ατομικών επιδιώξεων που ικανοποιούν την εγωιστική τάση του ανθρώπου για επιβολή και κυριαρχία.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: