Το ζήτημα της ενότητας των δύο Διαθηκών, Παλαιάς και Καινής, τονίζεται από τα πρώτα βήματα της Εκκλησίας, τόσο από τους ίδιους τους Αποστόλους όσο και από τους Πατέρες που ακολούθησαν. Η αλήθεια αυτή διακηρύσσεται ποικιλότροπα όχι μόνο μέσα από θεολογικά συγγράμματα αλλά ακόμη και μέσα από θρύλους που επιχειρούν με γλαφυρά αφηγηματικό τρόπο να καταστήσουν σαφές ότι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ενεργεί πάντα μέσα στην Ιστορία του κόσμου από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας.

Ένας τέτοιος θρύλος αναφέρεται στο πρόσωπο του δικαίου Συμεών, του ανθρώπου που υποδέχτηκε το μόλις 40 ημερών βρέφος Ιησού στον ναό της Ιερουσαλήμ, όταν οι γονείς του πήγαν εκεί για να εκπληρώσουν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Ο θρύλος γεννήθηκε πιθανότατα από την πληροφορία του Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου ότι ο Συμεών ήταν «κεχρηματισμένος ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου» (β´ 26). Σύμφωνα με τον θρύλο, ό Συμεών ήταν ένας από τους 72 μεταφραστές, οι οποίοι τον γ´ π.Χ. αιώνα μετέφρασαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου την Εβραϊκή Βίβλο στα ελληνικά, και επειδή εξέφρασε την αμφιβολία του για την αξιοπιστία του χωρίου Ησα ζ´ 14, όπου προφητεύεται η εκ παρθένου γέννηση του μεσσία, έλαβε τη θεϊκή υπόσχεση να ζήσει ώσπου να δει την εκπλήρωση της προφητείας.

Στόχος του θρύλου είναι προφανώς να συνδέσει με τρόπο γλαφυρό την εκπόνηση της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Ο΄), η οποία διευκόλυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη διάδοση της χριστιανικής πίστης σε ολόκληρο τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, με την πρόνοια του Θεού και το σχέδιο της θείας οικονομίας. Καθώς όμως κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο δίκαιος Συμεών, ο οποίος βρίσκεται στο μεταίχμιο δύο κόσμων, ο θρύλος περιγράφει με επίσης παραστατικό τρόπο το πέρασμα από τον παλιό Ισραήλ στον νέο, την Εκκλησία, η οποία καθίσταται πλέον ο πραγματικός κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού.

Τον ίδιο στόχο εξυπηρετεί και το αποστολικό ανάγνωσμα της γιορτής της Υπαπαντής, που σύμφωνα με το λειτουργικό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου κάθε έτους. Το ανάγνωσμα προέρχεται από την Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ και είναι ένα απόσπασμα από την επιχειρηματολογία του αποστόλου που προσπαθεί να αποδείξει ότι η ιερωσύνη του Ιησού είναι ανώτερη από την ιουδαϊκή ιερωσύνη. Για τον λόγο αυτόν υπενθυμίζει στους αναγνώστες του το επεισόδιο της συνάντησης του προπάτορά τους Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ.

Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση του βιβλίου της Γενέσεως, επιστρέφοντας ο Αβραάμ από μια νικηφόρα μάχη, πέρασε από την Ιερουσαλήμ, στην οποία τότε κατοικούσε μια χαναανιτική φυλή, οι Ιεβουσαίοι. Έξω από την πόλη συνάντησε τον βασιλιά της, τον Μελχισεδέκ, ο οποίος ήταν και ιερέας της πόλης. Ο Μελχισεδέκ πρόσφερε στον Αβραάμ κρασί και ψωμί και ο Αβραάμ του έδωσε το ένα δέκατο από τα λάφυρα που είχε πάρει από τη μάχη (Γεν 14:17-20). Ξεκινώντας ο απόστολος από τη λογική παραδοχή ότι «αυτός που ευλογεί είναι αναντίρρητα ανώτερος απ’ αυτόν που ευλογείται», και εφαρμόζοντας την ερμηνευτική μέθοδο της εποχής του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αφού ο Αβραάμ ευλογήθηκε από τον Μελχισεδέκ, ευλογήθηκε μέσα από αυτόν και ο απόγονός του ο Ααρών, ο πρώτος αρχιερέας των Ισραηλιτών. Κατά συνέπεια ο Μελχισεδέκ είναι ανώτερος από τον Ααρών.

Ο λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο κείμενο διαβάζεται κατά τη γιορτή της Υπαπαντής σχετίζεται με αυτό που ο δίκαιος Συμεών αντιπροσωπεύει. Ο Συμεών εμφανίζεται ως εκπρόσωπος ενός λαού που για αιώνες ζέσταινε μέσα στην καρδιά του την ελπίδα της έλευσης ενός λυτρωτή. Με όπλο την ελπίδα αυτήν έδωσε άπειρους αγώνες, ξεπέρασε ανυπέρβλητα εμπόδια, τα έβαλε με πανίσχυρες αυτοκρατορίες, πολέμησε με τους Αιγυπτίους, τους Ασσυρίους, τους Βαβυλωνίους, τους Πέρσες, τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, οι συνεχείς απογοητεύσεις, η μακρόχρονη αναμονή και υπομονή τον κούρασαν, τον εξουθένωσαν. Έφτασε στα όριά του και, καθώς δεν είχε άλλο κουράγιο για νέα οράματα και νέες προσδοκίες, πέρασε στη συντήρηση. Το όραμα του αναμενόμενου λυτρωτή δεν έσβησε, βέβαια, αλλά ξεθώριασε, αλλοιώθηκε, φτήνυνε. Και μαζί μ’ αυτό φτήνυνε και η εικόνα του λυτρωτή· ο παγκόσμιος βασιλιάς της ειρήνης και της δικαιοσύνης μετατράπηκε σε έναν τοπικό αρχηγό, που θα επαναστατήσει κατά των Ρωμαίων και θα απαλλάξει τον λαό του από τη μιζέρια της σκλαβιάς και της αβάσταχτης ρωμαϊκής φορολογίας. Έτσι, τώρα που έφτασε ο καιρός για να γίνει το παλιό όραμα πραγματικότητα, τώρα που επιτέλους ο αναμενόμενος λυτρωτής ήρθε, μόνον ένας γέρος απέμεινε που να είναι σε θέση να τον αναγνωρίσει και να τον υποδεχτεί.

Με το παραπάνω απόσπασμα ο απόστολος προσπαθεί να αναστήσει για τους συμπατριώτες του το παλιό όραμα. Προσπαθεί να τους θυμίσει πώς ξεκίνησε αυτή η ελπίδα. Τους ζητάει να στρέψουν τη σκέψη τους δυο χιλιάδες χρόνια πίσω, στην εποχή του προπάτορά τους, του Αβραάμ και στη συνάντησή του με τον Μελχισεδέκ. Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια· οι απόγονοι του Αβραάμ έγιναν μεγάλος λαός, ο Θεός τους χάρισε γη, τους προστάτεψε από τους εχθρούς τους, τους έδωσε νόμο που θα ρυθμίζει τις μεταξύ τους σχέσεις και τους όρισε ιερατείο για να τον λατρεύουν. Όμως εκείνο το περίεργο επεισόδιο, εκείνη η συνάντηση του Αβραάμ με τον Μελχισεδέκ δεν ξεχάστηκε. Ο λαός του Θεού γνώριζε ότι και ο Νόμος του και το ιερατείο του δεν ήταν αιώνια, αλλά μέσα που θα τον προετοίμαζαν για τη μεγάλη συνάντηση με τον πραγματικά αιώνιο αρχιερέα. Ο Μελχισεδέκ έγινε σύμβολο αυτού του αναμενόμενου αρχιερέα, και η αναμονή αυτή έγινε ύμνος που τον έψελναν στον ναό τους:

Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου:
«Κάθισε στὰ δεξιά μου,
ὥσπου νὰ ὑποτάξω τοὺς ἐχθρούς σου κάτω ἀπ᾽ τὰ πόδια σου». Σκῆπτρο ἐξουσίας θὰ σοῦ παραχωρήσει ὁ Κύριος ἀπ᾽ τὴ Σιών, κι ἐσὺ δέσποζε στοὺς ἐχθρούς σου ἀνάμεσα.
Μαζί σου θά ̓ναι οἱ ἄρχοντες
τὴ μέρα ποὺ τὴν ἐξουσία σου θ᾽ ἀναλάβεις,
μὲς στὴ λαμπρὴ παρουσία τῶν ἀφοσιωμένων σου.
Πρὶν ἀνατείλει τῆς αὐγῆς τὸ ἀστέρι,
ἀπὸ τὰ σπλάχνα μου σὲ γέννησα.
Ὁρκίστηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν θ ̓ ἀλλάξει γνώμη:
«Αἰώνια ἐσὺ θὰ εἶσαι ἱερέας, σὰν τὸν Μελχισεδέκ» .

Αυτά προσπαθεί ο απόστολος να θυμίσει στους συμπατριώτες του Εβραίους. Όμως τα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν από τη συνάντηση Αβραάμ και Μελχισεδέκ μέχρι τη συνάντηση Συμεών και Ιησού αποδείχτηκαν πάρα πολλά· το όραμα είχε πια σχεδόν πεθάνει.

Σήμερα ο νέος λαός του Θεού ζει σε μιαν ανάλογη εποχή. Έχουν περάσει και πάλι δυο χιλιάδες χρόνια. Ο νέος Ισραήλ, η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός, πέρασε αντίστοιχες με τον παλιό καταστάσεις. Τα έβαλε κι αυτός με αυτοκρατορίες, πάλεψε με χίλιες δυο αντιξοότητες, έκανε κι αυτός ιερατείο και περικαλλείς ναούς για να λατρέψει τον Θεό του. Όπλο του στους αγώνες αυτούς ήταν ένα καινούργιο όραμα· η Βασιλεία του Θεού, ένας καινούργιος κόσμος, όπου θα βασιλεύει η αγάπη, η ειρήνη και η δικαιοσύνη.

Έτσι, τώρα καλείται η Εκκλησία να απαντήσει στο ερώτημα· πόσο ζωντανό είναι ακόμη αυτό το όραμα; Μήπως τα δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού την κούρασαν; Μήπως εγκατέλειψε τον αγώνα και πέρασε στη συντήρηση; Φτήνυνε τόσο πολύ το όραμα, ώστε οι χριστιανοί να εμφανίζονται έτοιμοι να παραδοθούν στον πρώτο επίγειο “σωτήρα” που θα εμφανιστεί, διακηρύσσοντας ότι θα εγκαθιδρύσει μια “νέα τάξη πραγμάτων” στον κόσμο; Μήπως το όραμα της παγκόσμιας ειρήνης και της συναδέλφωσης όλων των λαών έδωσε τη θέση του στους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς;

Δεν είναι, βέβαια, εύκολο να δώσει κανείς μια σύντομη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής (Λου 2:22-40) δίνει το μέτρο για μια εκτίμηση της κατάστασης. Ο γέρο – Συμεών είχε την ετοιμότητα να αναγνωρίσει τον Χριστό, έστω και ως βρέφος, γιατί είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στον σκοπό αυτό, ώστε να είναι έτοιμος την κατάλληλη στιγμή. Ο Θεός δεν εμφανίστηκε μία και μοναδική φορά στην Ιστορία. Είχε εμφανιστεί πάμπολλες φορές στο παρελθόν και εξακολουθεί να εμφανίζεται και σήμερα. Το ερώτημα είναι πάντοτε, ποιοι είναι σε θέση να τον αναγνωρίσουν. Σε πάρα πολλά σημεία του κηρύγματός του τονίζει ο Ιησούς την ανάγκη αυτής της ετοιμότητας. Ο παλιός Ισραήλ έχασε αυτήν την ετοιμότητα και μαζί της έχασε και τη σωτηρία, παρά το πλήθος των θυσιών που προσέφερε στον Ναό του. Αν από τα παραπάνω ερωτήματα προκύψει ως απάντηση ότι και οι χριστιανοί έχασαν την ετοιμότητά τους, τότε είναι μάταιες οι πανηγυρικές λειτουργίες και οι λιτανείες, μάταια τα προσκυνήματα και τα τάματα. Μόνον αν κρατηθεί ζωντανό το όραμα της Βασιλείας, μόνον αν από σήμερα κιόλας ξεκινήσει ο αγώνας για την πραγμάτωσή του, μόνον τότε μπορεί η Εκκλησία να είναι φορέας σωτηρίας για όλους τους λαούς της γης.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: