Ο πρώτος μήνας του λειτουργικού έτους της Ορθόδοξης Εκκλησίας σηματοδοτείται από μια γιορτή αφιερωμένη στο πιο αμφιλεγόμενο από τα σύμβολά της, στον Σταυρό του Χριστού. Και είναι πράγματι αμφιλεγόμενο σύμβολο ο σταυρός, αφού ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, ο οποίος κατέστησε τον σταυρό κέντρο της θεολογίας του, δεν θα διστάσει να παραδεχτεί ότι το κήρυγμα για τη σταυρική θυσία του Ιησού είναι για τους λογικά σκεπτόμενους ανθρώπους “μωρία” (1Κο 1:18). Η ορολογία που χρησιμοποιεί στην προκειμένη περίπτωση ο απόστολος είναι χαρακτηριστική. Μιλάει για τον «λόγο» του σταυρού, γνωρίζοντας το ιδιαίτερο βάρος που ο συγκεκριμένος όρος έχει τόσο για τους Ιουδαίους όσο και για τους Έλληνες.

Για τους Ιουδαίους ο όρος “λόγος”, στην εβραϊκή του εκδοχή, δηλώνει, μεταξύ άλλων, την έκφραση του θελήματος του Θεού και, επομένως, ταυτίζεται με τον Νόμο και τη Σοφία του Θεού, ενώ για τους Έλληνες ο ίδιος όρος δηλώνει την αιτία που βρίσκεται πίσω από την τάξη του σύμπαντος και το πλεονέκτημα της φιλοσοφικής σκέψης να κατανοεί αυτήν την τάξη. Μιλώντας, λοιπόν, ο Παύλος για «λόγο τοῦ σταυροῦ» προκαλεί τόσο τη θρησκευτική όσο και τη λογικοκρατική σκέψη της εποχής του. Γιατί κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει έμβλημά του ένα σύμβολο της ατίμωσης και του θανάτου, όπως ήταν την εποχή εκείνη ο σταυρός. Αυτός όμως ο ατιμωτικός θάνατος του Ιησού πάνω στον σταυρό κατανοείται από τους χριστιανούς ως η υπέρτατη θυσία που χάρισε νέες, άγνωστες μέχρι τότε, δυνατότητες ζωής στην ανθρωπότητα. Έτσι, ο σταυρός έγινε για τους μαθητές του Χριστού από σύμβολο θανάτου σύμβολο ζωής και σύμβολο της δύναμης του Θεού, γιατί αποκαλύπτει τη δύναμη του Θεού να σώσει τον κόσμο.

Καθώς, λοιπόν, ο σταυρός του Χριστού αποτελεί το κέντρο ολόκληρης της Ιστορίας της θείας οικονομίας, τόσο τα βιβλικά αναγνώσματα του Εσπερινού όσο και η υμνολογία της γιορτής αναφέρονται σε προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης για τον Σταυρό. Το πρώτο από τα αναγνώσματα αυτά αποτελεί η περικοπή Εξο 15:22 – 16:1, που έχει ως θέμα ένα επεισόδιο από την πορεία των Ισραηλιτών στην έρημο. Αν η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας αποτέλεσε για τον Ισραήλ μια θανάσιμη απειλή, από την οποία σώθηκε με τη θαυμαστή επέμβαση του Θεού, η πορεία του στην έρημο έκρυβε εξίσου θανάσιμους κινδύνους από την έλλειψη τροφής και νερού:
Μόλις τρεις ημέρες πορείας αποδείχτηκαν αρκετές για να ξεχάσει ο λαός τις ευεργεσίες του Θεού και να αρχίσει τις διαμαρτυρίες προς τον Μωυσή, καθώς το νερό της πηγής που βρήκαν είχε πικρή γεύση και δεν ήταν πόσιμο. Το όνομα «Μερρά», που δόθηκε στην περιοχή, προέρχεται από τη μεταγραφή με ελληνικούς χαρακτήρες της αντίστοιχης εβραϊκής λέξης που σημαίνει «πικρία».

Όμως ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον λαό του παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης που αυτός επιδεικνύει απέναντί του. Υποδεικνύει στον Μωυσή να βυθίσει στα πικρά νερά της πηγής ένα κομμάτι ξύλο, και αμέσως το νερό γίνεται πόσιμο. Με την ευκαιρία της νέας αυτής σωτηριώδους επέμβασής του ο Θεός υπενθυμίζει στον λαό του τις υποχρεώσεις του απέναντί του, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τον ιαματικό χαρακτήρα των θείων παρεμβάσεων στην ανθρώπινη Ιστορία: «… γιατί εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας που σας γιατρεύει» (Εξο ιε´ 26). Προφανώς αυτή η θεραπευτική των ανθρωπίνων σφαλμάτων χάρις του Θεού, που στην παρούσα συνάφεια ενεργείται μέσα από ένα ξύλο, συνδέει συνειρμικά το ξύλο της Μερρά με το ξύλο του Σταυρού και αποτελεί έναν από τους λόγους της επιλογής της συγκεκριμένης περικοπής ως αναγνώσματος για τη γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού.

Η σχετική με τη γιορτή υμνολογία βρίσκει και ένα άλλο κοινό σημείο ανάμεσα στα δύο ξύλα· μετατρέποντας ο Μωυσής με το ξύλο τα πικρά νερά της Μερρά σε γλυκά προεικονίζει τη μεταστροφή του ειδωλολατρικού κόσμου που θα καταστεί δυνατή με το ξύλο του Σταυρού: «Πικρογόνους μετέβαλε ξύλῳ Μωϋσῆς πηγὰς ἐν ἐρήμῳ πάλαι, τῷ Σταυρῷ πρὸς τὴν εὐσέβειαν τῶν ἐθνῶν προφαίνων τὴν μετάθεσιν».

Ανάλογα ισχύουν και για κάθε ξύλο που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη και το οποίο συσχετίζεται στην υμνολογία της ημέρας με το ξύλο του σταυρού. Ορισμένα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το ξύλο του δένδρου της ζωής που βρισκόταν στη μέση του παραδείσου (Γεν 2:9) προεικονίζει «Τὸ φυτευθὲν ἐν Κρανίου τόπῳ ξύλον τῆς ὄντως ζωῆς, ἐν ᾦ εἰργάσατο σωτηρίαν ὁ τῶν αἰώνων Βασιλεύς». Ακόμη, ο σταυρός ακυρώνει τις συνέπειες της πτώσης που προκάλεσε το δένδρο της γνώσης (Γεν 2:9,16· 3:1-5), καθώς «… ξύλῳ γὰρ ἔδει τὸ ξύλον ἰάσασθαι …», ενώ η ράβδος του Ααρών «εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται»· όπως «τῷ βλαστῷ προκρίνει τὸν ἱερέα» (Αρι 17:1-10), έτσι ο σταυρός αναδεικνύει τον Ιησού σε μέγα αρχιερέα.

Προτυπώσεις όμως του σταυρού βρίσκουν οι υμνογράφοι όχι μόνο στα ξύλινα αντικείμενα, αλλά σε διάφορες κινήσεις, στάσεις, κλπ, που ερμηνεύονται κατά ανάλογο τρόπο. Έτσι, «Προτυπῶν τὸν σταυρὸν σου Χριστέ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, τοῖς ἐγγόνοις τὴν εὐλογίαν χαριζόμενος, ἐπὶ ταῖς κάραις ἐναλλάξ τὰς χεῖρας ἐπέθηκε …» (πρβλ Γεν 48:8-20). Στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς ἐπ’ εὐθείας ράβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε …» (Εξο 14:21-29), ενώ στην έρημο, «Ἀνέθηκε Μωϋσῆς ἐπὶ στήλης ἄκος φθοροποιοῦ λυτήριον καὶ ἰοβόλου δήγματος· καὶ ξύλῳ τύπῳ σταυροῦ τὸν πρὸς γῆν συρόμενον ὄφιν προσέδησεν, ἐγκάρσιον ἐν τούτῳ θριαμβεύσας τὸ πῆμα …» (Αρι 21:4-9). Τέλος, «Ἱερῶς προστοιβάζεται ὁ τετραμερὴς λαὸς προηγούμενος τῆς ἐν τύπῳ μαρτυρίου σκηνῆς, σταυροτύποις τάξεσι κλεϊζόμενος», οπότε ακόμη και η στρατοπέδευση των Ισραηλιτών σταυροειδώς γύρω από τη Σκηνή του Μαρτυρίου (Αρι 2:3-31), κατανοείται ως τύπος του σταυρού του Κυρίου. Ολόκληρος, άλλωστε, ο κανόνας της γιορτής, ποίημα του Κοσμά του Μελωδού (η΄ μ.Χ. αιώνας), έχει ως θέμα του τις προτυπώσεις του Σταυρού στην Παλαιά Διαθήκη.

Η παραπάνω μέθοδος προσέγγισης της Αγίας Γραφής, σύμφωνα με την οποία τα περιγραφόμενα στην Παλαιά Διαθήκη γεγονότα δεν κατανοούνται απλώς ως ιστορικού ενδιαφέροντος γεγονότα του παρελθόντος αλλά ως προτυπώσεις γεγονότων του παρόντος και του μέλλοντος και, επομένως, ξεχωριστής σημασίας για τη σωτηρία, χρησιμοποιήθηκε ήδη από τους αποστόλους. Έτσι, για την Εκκλησία, η Παλαιά Διαθήκη δεν κατανοείται πλέον ως ένα ιουδαϊκό βιβλίο, στο οποίο απλώς εξαγγέλλεται ο Μεσσίας, αλλά ως ένα χριστιανικό βιβλίο, που μαρτυρεί για τον Λόγο του Θεού, ο οποίος ενεργεί μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία. Ο ίδιος Λόγος του Θεού, στον οποίο αναφέρεται η Καινή Διαθήκη, ενεργεί μέσα στην Ιστορία από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας και γι’ αυτόν γίνεται λόγος και στην Παλαιά Διαθήκη. Στόχος επομένως, μιας ορθόδοξης ερμηνείας της Γραφής είναι η αναγνώριση μέσα στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης Εκείνου ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Απο 1:4). Άλλωστε, στον χώρο της Ορθοδοξίας η Γραφή κατανοήθηκε πάντοτε ως τμήμα μιας ευρύτερης παράδοσης, η οποία παραμένει ζωντανή και αδιάσπαστη από την εποχή του Αβραάμ.

Κάθε φορά που οι αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς επικαλούνται τη μαρτυρία της Γραφής, δεν παραπέμπουν σε κάποια αντικειμενικά αξιόπιστη πηγή, αλλά στη ζωντανή παράδοση του λαού τού Θεού, της οποίας αισθάνονται ότι αποτελούν συνέχεια. Το «κατὰ τὰς Γραφάς» κατανοείται ως μια βιωματική γνώση που παραλαμβάνεται και παραδίδεται. Αυτή η γνώση «κατὰ τὰς Γραφάς» όμως δεν θα μπορούσε να έχει κύρος έξω από τον χώρο της παραλαβής και της παράδοσης, δηλαδή της Εκκλησίας. Το αποφασιστικό, επομένως, κριτήριο για την αυθεντικότητα ενός βιβλικού κειμένου αποτελεί η μαρτυρία της κοινότητας, η οποία παρέδωσε το συγκεκριμένο κείμενο, καθώς πίσω από κάθε βιβλικό κείμενο οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς βλέπουν μια κοινότητα, η οποία βίωσε την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία της και διατήρησε την εμπειρία της αυτή ζωντανή μέσα στην προφορική της παράδοση πριν την καταγράψει και στη συνέχεια η ίδια αυτή κοινότητα αναγνωρίσει αυτήν την καταγραφή ως αυθεντική μαρτυρία της εμπειρίας της.

Έτσι, η τυπολογική ερμηνεία, με τον συνειδητά υποκειμενικό της χαρακτήρα και την ευελιξία της, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη της Βίβλου σήμερα, καθώς αφήνει πολύ περισσότερο ελεύθερο χώρο για μια πιο πνευματική προσέγγιση των βιβλικών κειμένων από ό,τι οι “αντικειμενικές” μέθοδοι της ιστορικοκριτικής έρευνας και ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες της κοινότητας που αναγνωρίζει το συγκεκριμένο κείμενο ως Αγία Γραφή της. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ζωντανής κοινότητας, η οποία βρίσκεται σε συνεχή διαλεκτική σχέση με την παράδοση και τις Γραφές της, καθώς μόνο στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοινότητας είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ορθόδοξη ερμηνεία.

*O Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: