Αρθρογραφία

Ο καινούργιος άνθρωπος που προβάλλει ο Χριστιανισμός

Λίγο πριν από την μεγάλη γιορτή της Γεννήσεως του Χριστού η Εκκλησία όρισε, μαζί με την ευαγγελική περικοπή του Μεγάλου Δείπνου (Λκ 14,16-24), να διαβάζεται μια αποστολική περικοπή από την προς Κολοσσαείς επιστολή, στην οποία ο Απ. Παύλος περιγράφει τον καινούργιο άνθρωπο που γίνεται πραγματικότητα με την έλευση του Χριστού στον κόσμο.

Η περικοπή σε νεοελληνική μετάφραση είναι η ακόλουθη:

«Αδελφοί, όταν ο Χριστός, που είναι η αληθινή ζωή μας, φανερωθεί, τότε κι εσείς θα φανερωθείτε μαζί του δοξασμένοι στην παρουσία του. Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: Την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σ’ εκείνους που δε θέλουν να πιστέψουν. Σ’ αυτούς ανήκατε άλλοτε κι εσείς, όταν αυτά τα πάθη δυνάστευαν τη ζωή σας. Τώρα όμως πετάξτε τα όλα αυτά από πάνω σας: Την οργή, το θυμό, την πονηρία, την κακολογία και την αισχρολογία. Μη λέτε ψέματα ο ένας στον άλλο, αφού βγάλατε από πάνω σας τον παλιό αμαρτωλό εαυτό σας με τις συνήθειές του. Τώρα πια έχετε ντυθεί τον καινούργιο άνθρωπο, που ανανεώνεται συνεχώς σύμφωνα με την εικόνα του δημιουργού του, ώστε με τη νέα ζωή του να φτάσει στην τέλεια γνώση του Θεού. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση δεν υπάρχουν πια εθνικοί και Ιουδαίοι, περιτμημένοι κι απερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι, ελεύθεροι· του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός τα διέπει όλα» (Κολ. 3,4-11).

Τη νέα κατάσταση του πιστού, κατά την οποία ο πιστός νεκρώθηκε και αναστήθηκε σε νέα ζωή μαζί με τον Χριστό κατά το βάπτισμα, την αντιμετωπίζει ο Παύλος με τέτοιο ριζικό τρόπο, ώστε να μη μπορεί πια να διανοηθεί καμιά σχέση του χριστιανού με την αμαρτία, όχι βέβαια με την έννοια ότι είναι αδύνατο ο χριστιανός να διαπράξει αμαρτία, αλλά ότι είναι δυνατό να την αποφύγει. Ενώ όμως περιγράφει τη νέα αυτή εν Χριστώ κατάσταση του ανθρώπου σε έγκλιση οριστική για να δηλώσει το τετελεσμένο ήδη γεγονός της λυτρώσεως από τον θάνατο και την αμαρτία, παράλληλα υπογραμμίζει σε έγκλιση προστακτική τη συνεχή υποχρέωση του χριστιανού για αγώνα κατά της αμαρτίας.

Έτσι, μετά την εξαγγελία σε οριστική έγκλιση της αλήθειας ότι οι πιστοί πέθαναν και αναστήθηκαν μαζί με τον Χριστό, ακολουθούν οι προστακτικές: «απονεκρώστε», «πετάξτε από πάνω σας», «μη λέτε ψέμματα» κλπ. Η συνύπαρξη οριστικής και προστακτικής εγκλίσεως εξηγείται και κατανοείται καλά μέσα στο πλαίσιο της Παύλειας ανθρωπολογίας για την ένταση της νέας εν Χριστώ ζωής του ανθρώπου που ήδη άρχισε αλλά δεν έχει τελειωθεί ακόμη ολοκληρωτικά. Ο πιστός ζει ήδη την καινούργια πραγματικότητα μέσα στο σώμα του Χριστού και προγεύεται μυστηριακά τα αγαθά της μέλλουσας βασιλείας, η εμπειρική τους όμως ζωή εκτυλίσσεται μέσα στον αμαρτωλό κόσμο και υπόκειται στην επίδραση των δυνάμεών του. Συνεπώς η αναμονή της εσχατολογικής τελειώσεως δεν βρίσκεται σε αντίφαση με τη βεβαιότητα της σωτηρίας, που επιτυγχάνεται με τον Χριστό, αλλά ακριβώς πηγάζει απ’ αυτήν. Εφόσον στον σταυρό του Χριστού νικήθηκε η δύναμη της αμαρτίας και ο πιστός πέθανε ως προς αυτήν κατά το βάπτισμα, προτρέπεται από τον Παύλο να ζει «κατά Χριστόν». Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η υπακοή στην προτροπή αυτή δεν είναι προϋπόθεση της σωτηρίας του αλλά καρπός της· δεν εφαρμόζει δηλαδή ο χριστιανός την προσταγή στη ζωή του για να επιτύχει τη σωτηρία του, αλλά επειδή αυτή έχει επιτευχθεί δια του Χριστού, οφείλει και μπορεί ο πιστός να τηρεί συνεχώς την ηθική προσταγή σαν καρπό της σωτηρίας του.

Εφόσον οι πιστοί πέθαναν μαζί με τον Χριστό κατά το βάπτισμα και αναστήθηκαν μαζί του σε νέα ζωή, προτρέπονται απ’ τον Παύλο να δείξουν και έμπρακτα τη νέα αυτή ζωή, υπακούοντας σε μια σειρά προσταγών: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν». Με την πεντάδα των αμαρτωλών εκδηλώσεων (πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή, πλεονεξία) δεν υπαινίσσεται ο απόστολος συγκεκριμένες καταστάσεις των παραληπτών της επιστολής, αλλά χρησιμοποιεί μια συνήθη απαρίθμηση των αμαρτωλών εκδηλώσεων του εθνικού και ειδωλολατρικού κόσμου.

Η συχνή αναφορά του Παύλου καθώς και άλλων συγγραφέων της Καινής Διαθήκης σ’ αυτές τις αμαρτωλές εκδηλώσεις δικαιολογείται από τη χαρακτηριστική έκλυση των ηθών του ειδωλολατρικού κόσμου, έναντι της οποίας υπογραμμίζεται ότι η νέα πίστη του χριστιανού απαιτεί και μια νέα ζωή, ζωή ηθικής καθαρότητας και συνεχούς εξαγιασμού. Η χαρακτηριστικά στωική έννοια «πάθος» χρησιμοποιείται εδώ όχι με τη φιλοσοφική της έννοια, αλλά για να δηλώσει γενικά τις αμαρτωλές εκδηλώσεις της σάρκας, στην οποία είναι υπόδουλος ο χωρίς Χριστό άνθρωπος· ειδικότερα εδώ επειδή γίνεται λόγος για πορνεία, ακαθαρσία κλπ., δηλώνει τις σεξουαλικές εκδηλώσεις του ανθρώπου.

Η «επιθυμία» προσδιορίζεται με το επίθετο «κακή», για να δηλώσει την επιθυμία που κατευθύνεται απ’ τη δύναμη της αμαρτίας και οδηγεί στην ανυπακοή κατά του Θεού. Η «πλεονεξία» συμπίπτει ουσιαστικά με την ειδωλολατρία, γιατί αποσπάει την καρδιά του ανθρώπου από τον Θεό και την οδηγεί σε ψεύτικα και ανύπαρκτα υποκατάστατά του. Και είναι ακόμη η πλεονεξία ειδωλολατρία, γιατί απομακρύνει τον άνθρωπο από το αληθινό είναι, δηλ. από τον Θεό, για να τον παγιδεύσει μέσα στο έχειν, στα διάφορα αποκτήματα που γίνονται είδωλα και υποκαθιστούν τον Θεό. Αυτό που σαν αξίωμα προβλήθηκε από τη νεότερη φιλοσοφική σκέψη, ότι ο άνθρωπος όσο περισσότερα πράγματα αγωνίζεται να έχει, τόσο λιγότερο είναι, τόσο λιγότερο δηλ. υπάρχει, είναι διάχυτο μέσα στη θεολογία του Παύλου.
΄

Ολες οι αμαρτωλές εκδηλώσεις που απαριθμούνται εδώ προκαλούν την, κατά ανθρωποπαθή έκφραση, «οργήν του Θεού». Ο Παύλος υπενθυμίζει στους αναγνώστες του τη ζωή τους προτού πιστεύσουν στον Χριστό, ζωή αμαρτωλών εκδηλώσεων. Η σύγκριση της προ Χριστού καταστάσεως των πιστών με τη χριστιανική έχει σκοπό να εξάρει την υπεροχή της τωρινής καταστάσεως.

Η μνεία της τωρινής καταστάσεως οδηγεί τον Παύλο στην ηθική προσταγή: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν», πράγμα που επεξηγείται στην πεντάδα των αμαρτημάτων που ακολουθεί: «οργή, θυμός, πονηρία, κακολογία, αισχρολογία». Μέσα στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, δεν είναι δυνατό να έχουν θέση οι εκδηλώσεις που απαριθμήθηκαν προηγουμένως και ιδιαίτερα το ψεύδος για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια. Η προσταγή των στίχων αυτών θεμελιώνεται στη ριζική αλλαγή του πιστού που συντελέστηκε στο βάπτισμα. Ο «παλιός αμαρτωλός εαυτός» είναι ο προ της εν Χριστώ απολυτρώσεως άνθρωπος που βρίσκεται κάτω απ’ το κράτος της αμαρτίας και της δυνάμεως της «σαρκός». «Συνήθειες» αυτού είναι οι αναφερόμενες εδώ αμαρτωλές εκδηλώσεις.

«Καινούργιος άνθρωπος» είναι εκείνος που υπέστη δια του Χριστού τέτοια ριζική υπαρξιακή μεταλλαγή, ώστε να μη κυριαρχείται πια απ’ τη «σάρκα» αλλά απ’ το Πνεύμα του Θεού. Η ζωή μέσα στο σώμα του Χριστού δεν είναι μια κατάσταση που αποκτήθηκε μια φορά για πάντα και δεν μπορεί να μεταβληθεί, αλλά προϋποθέτει για τη διατήρησή της διαρκή και άγρυπνη προσπάθεια του ανακαινισμένου ανθρώπου.
Στη συνέχεια λέγεται ότι ο νέος άνθρωπος που ανακαινίζεται διαρκώς διαμορφώνεται «σύμφωνα με την εικόνα του δημιουργού του».

Η αρχική δημιουργία του ανθρώπου «κατ’ εικόνα θεού» (Γεν. 1, 26) ερμηνεύεται απ’ τον Παύλο Χριστολογικά, εφόσον ο νέος τύπος ανθρώπου, ο καινός άνθρωπος, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο δια του Ιησού Χριστού. Δηλ. η ανανέωση του αρχικού «κατ’ εικόνα» δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς παρά μόνο με την αληθινή «εικόνα του Θεού» που είναι ο Ιησούς Χριστός. Το «ώστε να φτάσει στην τέλεια γνώση του Θεού» δηλώνει το αποτέλεσμα της ανακαινίσεως του ανθρώπου· δηλαδή ανακαινίζεται ο άνθρωπος, ώστε να φθάσει στην επίγνωση του θελήματος του Θεού και του μυστηρίου του ευαγγελίου, σ’ αντίθεση προς τον «παλαιό άνθρωπο», που δεν έχει επίγνωση του μυστηρίου του Χριστού.

Ο Παύλος πραγματεύεται το θέμα της ανακαινίσεως του ανθρώπου σε μια ηθική προοπτική, άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Μέσα στο σώμα του Χριστού, όπου επιτυγχάνεται η πραγματοποίηση του νέου ανθρώπου, καταργούνται οι εγκόσμιες διακρίσεις, γιατί εκείνος που συνδέει και ενώνει την ανθρωπότητα, ο Χριστός, είναι ισχυρότερος απ’ το ανθρώπινο στοιχείο, το οποίο δημιουργεί τις διαφοροποιήσεις και διαιρέσεις. Μέσα στη νέα ανθρωπότητα, δηλ. στην Εκκλησία, «δεν υπάρχουν πια εθνικοί και Ιουδαίοι, περιτμημένοι κι απερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι, ελεύθεροι· του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός τα διέπει όλα». Οι διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, ενώ η χάρη του Θεού συνενώνει τους ανθρώπους μέσα σε μια καινούργια κοινωνία, στην οποία παύει να υφίσταται η οξεία θρησκευτική διάκριση ιουδαίου και εθνικού – το «έλλην» του πρωτοτύπου χρησιμοποιείται από τον Παύλο είτε προς δήλωση του εθνικού είτε σ’ αντίθεση προς το βάρβαρος προς δήλωση του πεπαιδευμένου.

Οι λ. «βάρβαροι» και «Σκύθες» δεν αποτελούν ζεύγος αντιθέσεως, όπως οι προηγούμενες και οι επόμενές τους, αλλά απλώς τοποθετούνται σε ανιούσα κλίμακα, αφού οι Σκύθες θεωρούνταν ως οι πιο απαίδευτοι απ’ όλους τους βαρβάρους. Η διάκριση των ανθρώπων βάσει της παιδείας χάνει τη σημασία της μέσα στην Εκκλησία, καθώς επίσης παύει να υπάρχει και η κοινωνική διάκριση μεταξύ «δούλου» και «ελευθέρου», που αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχαίας κοινωνίας. Με όλα αυτά ο Παύλος δεν εννοεί τη φυσική ενότητα του ανθρώπινου γένους σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Στωικών, γιατί η νέα αυτή ενότητα κατά τον Παύλο δεν υπάρχει από τη φύση, αλλά δίδεται απ’ τον Χριστό κατά χάρη. Η φυσική και εμπειρική κατάσταση της ανθρωπότητας χαρακτηρίζεται από διαιρέσεις και εχθρότητες, ενώ η κατάργηση των διαιρέσεων, η ενότητα και ειρήνευση πραγματοποιούνται μέσα στην Εκκλησία, όπου ο πιστός αντιμετωπίζει τον άλλο άνθρωπο όχι σαν πρώην Ιουδαίο ή εθνικό, σαν μορφωμένο ή αμόρφωτο, σαν δούλο ή ελεύθερο, αλλά σαν μέλος του σώματος του Χριστού, αφού μέσα σ’ αυτό το σώμα μόνος Κύριος είναι ο Χριστός. ΄Εναντι των διακρίσεων του αρχαίου κόσμου, η Εκκλησία ως σώμα του Χριστού προβάλλει μια νέα ανθρωπότητα, που έχει κεφαλή και Κύριο τον Χριστό.

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και η αξιοποίηση τους

Επεφάνη η χάρις του Θεού

Το Ευαγγέλιο και η οικουμενική αποστολή του Απ. Παύλου

Η σκυταλοδρομία της πίστης

Η πανοπλία του Χριστιανού

Ισοτιμία ανδρών και γυναικών