Έναυσμα για την σύνταξη του παρόντος αποτέλεσαν τα ερωτήματα, που έθεσε ο κ. Σωτήριος Μητραλέξης, Επίκουρος Καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως στο τέλος του διαδικτυακού άρθρου του στη Huffington Post υπό τον τίτλο: «Η Μεγάλη Σύνοδος, οι Νέες Χώρες, το Αυτόνομον, και ο μύλος των παρεξηγήσεων» .

Κατά τα πρώτα βήματα της διοικητικής οργανώσεώς της η Εκκλησία ενσωμάτωσε και αφομοίωσε θεσμούς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο θεσμός της χρησικτησίας, συμφώνως προς τον οποίο το πρόσωπο που ασκεί εξουσία επί αλλοτρίου πράγματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που ο νόμος ορίζει, αποκτά την κυριότητα επί του πράγματος αυτού πρωτοτύπως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πραγματική κατάσταση, δηλαδή η επί μακρόν εξουσίαση ενός πράγματος από ένα πρόσωπο, που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του, μετατρέπεται σε νομική κατάσταση, με γνώμονα την ασφάλεια των συναλλαγών και κριτήριο την πεποίθηση των τρίτων προσώπων, ότι ο επί μακρόν νεμόμενος το πράγμα αυτό είναι και ο ιδιοκτήτης του.

Η ίδια φιλοσοφία υπαγόρευσε και την εισαγωγή του θεσμού αυτού και στην ζωή της Εκκλησίας, αφού η αιτία που υπαγόρευσε την δημιουργία του θεσμού της χρησικτησίας από τον πολιτειακό νομοθέτη (η διασφάλιση της ασφάλειας των συναλλαγών από την επί μακρόν εγκατάλειψη ενός πράγματος από τον ιδιοκτήτη του και την αντίστοιχη επί μακρόν εξουσίαση αυτού από τρίτο πρόσωπο), παρουσιάζεται αντιστοίχως και στην Εκκλησία. Μόνο που στην περίπτωση αυτή, γνώμονα για την εισαγωγή του θεσμού αυτού δεν αποτέλεσε βεβαίως η ασφάλεια των συναλλαγών αλλά η ασφάλεια των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας, η οποία αποτρέπει την σύγχυση περί των ορίων εξουσίας και διασφαλίζει κατ’ επέκταση την ενότητα της Εκκλησίας, κριτήριο, δε, αποτέλεσε η πεποίθηση όλων των τάξεων του πληρώματος της Εκκλησίας, ότι η περιφέρεια που διαποιμαίνεται από έναν επίσκοπο ανήκει και στην δικαιοδοσία του κατά τους ιερούς κανόνες.

Ο θεσμός της χρησικτησίας ως πρωτότυπος τρόπος κτήσεως δικαιωμάτων κανονικής δικαιοδοσίας επί εκκλησιαστικής περιφέρειας και ισάξιος προς τον αντίστοιχο βάσει των ιερών κανόνων προσδιορισμό των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας εισήχθη στη ζωή της Εκκλησίας με τον 17ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου (εδ΄ α΄), κατά τον οποίο εκκλησιαστική περιφέρεια που κατέχεται από κάποιον επίσκοπο επί τριάντα έτη περιέρχεται μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής «κανονικώς» υπό την κανονική δικαιοδοσία του κατέχοντος επισκόπου: «Τὰς καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένοιτο περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτων κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας» (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 28).

Πρώτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη εντός της επαρχίας (Μητροπόλεως) περιοχών, οι οποίες είναι «αδέσποτες», δηλαδή δεν διαποιμαίνονται από τον κανονικό επίσκοπο. Διότι εάν ο «κανονικός» επίσκοπος ασκεί επί των περιοχών της επισκοπής του τα καθήκοντά του, τότε η διεκδίκηση της κατοχής αυτών από άλλον επίσκοπο συνιστά εισπήδηση, παραβίαση δηλαδή των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας και τιμωρείται ως πράξη αντικανονική.

Οι περιοχές αυτές κατά τον κανόνα είναι οι αγροικικές ή οι εγχώριες παροικίες. Και ως αγροικικές νοούνται οι περιοχές που είναι απομακρυσμένες και για το λόγο αυτό και απομονωμένες και έχουν λίγους κατοίκους, ενώ ως εγχώριες νοούνται αντιθέτως οι περιοχές, που βρίσκονται πλησίον αγρών και πόλεων και κατοικούνται από αρκετό πληθυσμό (βλ. την ερμηνεία των όρων από τον Ι. Ζωναρά στο σχόλιο του υπό τον κανόνα σε Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, Τ. 2, σ. 259).

Δεύτερη προϋπόθεση είναι οι αδέσποτες αυτές περιοχές να κατέχονται από κάποιον επίσκοπο, πλην του «κανονικού». Ο κατέχων επίσκοπος θα πρέπει να είναι ένας εκ των γειτνιαζόντων με την «αδέσποτη» περιοχή, ούτως ώστε να είναι δυνατόν η πραγματική κατάσταση της «κατοχής» να μετουσιωθεί και σε «κανονική» κατάσταση, και η κατεχόμενη περιοχή να ενσωματωθεί μετά την πάροδο τριάντα ετών και πραγματικώς – γεωγραφικώς και «κανονικώς» στην σύνολη περιφέρεια του κατέχοντος επισκόπου.

Ως κατοχή νοείται η πλήρης και διαρκής διαποίμανση της περιοχής μέσω της ασκήσεως εκ μέρους του κατέχοντος επισκόπου όλων των εκ των ιερών κανόνων δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του (τέλεση μυστηρίων, χειροτονιών, εκδίκαση παραπτωμάτων κ.λ.π.). Συνεπώς, ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση, που η κατοχή (διαποίμανση) δεν ασκείται πλήρως ή αδιαλείπτως, πολλώ δε μάλλον όταν δεν ασκείται ούτε πλήρως ούτε αδιαλείπτως.

Τρίτη προϋπόθεση είναι η κατοχή (διαποίμανση) αυτή να ασκείται επί τριάντα έτη αβιάστως, δηλαδή χωρίς καμία όχληση ή διαμαρτυρία την περίοδο αυτήν από τον «κανονικό» επίσκοπο. Εάν υπάρξει όμως εντός των τριάντα ετών κάποια όχληση ή διαμαρτυρία από τον «κανονικό» επίσκοπο, τότε αυτή εξετάζεται από το αρμόδιο συνοδικό όργανο. Σε περίπτωση, λοιπόν, υποβολής τέτοιας οχλήσεως ή διαμαρτυρίας, η σύνοδος της Επαρχίας (Μητροπόλεως) θα κρίνει από τα στοιχεία που θα προσκομισθούν, αν η όχληση ή η διαμαρτυρία υποβλήθηκε εντός ή εκτός των τριάντα ετών και στην μεν πρώτη περίπτωση εφόσον δεχθεί τους ισχυρισμούς του οχλούντος επισκόπου, θα διακόψει την χρησικτησία στην δε δεύτερη θα απορρίψει την όχληση ή διαμαρτυρία και θα επικυρώσει την χρησικτησία επί της αμφισβητούμενης περιοχής.

Αυτονόητο θεωρείται ότι για την θεμελίωση της χρησικτησίας θα πρέπει ο «κανονικός» επίσκοπος να απέχει από την διαποίμανση της «αδέσποτης» περιοχής εν γνώσει του και όχι για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του (π.χ. ασθένεια, σχολάζουσα επισκοπή) ή από άγνοια, διότι στην τελευταία περίπτωση θα σήμαινε ότι ο «κανονικός» επίσκοπος δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να διαποιμαίνει την «αδέσποτη» περιοχή, πράγμα πρακτικώς και λογικώς αδύνατον. Εξαίρεση συνιστά η περίπτωση, που ο «κανονικός» επίσκοπος εν γνώσει του δεν ασκεί την διαποίμανση μιας περιοχής της επαρχίας του, διότι συμπεφωνημένως το αρμόδιο συνοδικό όργανο έχει παραχωρήσει για ορισμένο διάστημα ή προσωρινώς και για συγκεκριμένο λόγο την διαποίμανση αυτής σε άλλον επίσκοπο.

Τέταρτη προϋπόθεση είναι ο κατέχων την «αδέσποτη» περιοχή επίσκοπος να την διαποιμαίνει με καλή πίστη, δηλαδή να μην αγνοεί από βαρεία αμέλεια, ότι η περιοχή αυτή δεν είναι «αδέσποτη» και ότι διαποιμαίνεται κανονικώς από τον «κανονικό» επίσκοπό της, οπότε οι δικές του ενέργειες κατατείνουν στην θεμελίωση του κανονικού παραπτώματος της εισπηδήσεως. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, δηλαδή της ελλείψεως καλής πίστεως στο πρόσωπο του κατέχοντος επισκόπου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του ως άνω κανόνα.

Αποτέλεσμα της αποδοχής της χρησικτησίας είναι ότι η κατεχόμενη επί τριάντα έτη περιοχή περιέρχεται από της διαπιστώσεως της χρησικτησίας στην κανονική δικαιοδοσία του κατέχοντος επισκόπου, ενώ ταυτοχρόνως απόλλυνται εφ’ εξής τα επ’ αυτής υφιστάμενα κανονικά δικαιώματα του μέχρι της διαπιστώσεως της χρησικτησίας υπάρχοντος «κανονικού» επισκόπου.

Ο κανόνας αναφέρεται στο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας της επισκοπής. Αναλογικώς, όμως, εφαρμόζεται και στα άλλα επίπεδα κανονικής δικαιοδοσίας, της Επαρχίας (Μητροπόλεως) και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.

Ούτως:
α) εάν Μητρόπολη κατέχει και διαποιμαίνει μέσω του εκλεγέντος σ’ αυτήν επισκόπου της επί τριάντα έτη αβιάστως επισκοπική περιφέρεια, που είναι από πλευράς διαποιμάνσεως «αδέσποτη» ένεκα της αδιαφορίας της Μητροπόλεως στην οποία «κανονικώς» ανήκει, τότε η περιφέρεια αυτή περιέρχεται μετά την συμπλήρωση των τριάντα ετών στην κανονική δικαιοδοσία της κατέχουσας και διαποιμαίνουσας Μητροπόλεως.

β) εάν Αυτοκέφαλη Εκκλησία κατέχει και διαποιμαίνει μέσω του εκλεγέντος σ’ αυτήν επισκόπου της επί τριάντα έτη αβιάστως επισκοπική περιφέρεια, που είναι από πλευράς διαποιμάνσεως «αδέσποτη» ένεκα της αδιαφορίας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην οποία «κανονικώς» ανήκει, τότε η περιφέρεια αυτή περιέρχεται μετά την συμπλήρωση των τριάντα ετών στην κανονική δικαιοδοσία της κατέχουσας και διαποιμαίνουσας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας.

Εάν και στις δύο περιπτώσεις εγερθεί αμφισβήτηση περί της επί τριακονταετία κατοχής – διαποιμάνσεως, τότε το ζήτημα εξετάζεται στην μεν πρώτη περίπτωση από τη σύνοδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, στην δε δεύτερη περίπτωση από όργανο πανορθόδοξης αυθεντίας και εμβέλειας.

Ο θεσμός της χρησικτησίας επί εκκλησιαστικής επαρχίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση εμπλοκής δύο εκκλησιαστικών περιφερειών στην διεκδίκηση της επαρχίας αυτής. Στην περίπτωση αυτήν, δηλαδή που κάθε μια από τις δύο εμπλεκόμενες εκκλησιαστικές περιφέρειες εγείρουν αμφισβήτηση ως προς την ενεργούμενη κατοχή – διαποίμανση της άλλης, διεκδικώντας αμφότερες την άσκηση κανονικής δικαιοδοσίας επί της επίδικης περιοχής βάσει των ιερών κανόνων, η αμφισβητούμενη – «αδέσποτη» περιοχή θα επιδικασθεί στην εκκλησιαστική εκείνη περιφέρεια, η οποία θα θεμελιώσει αβίαστη και αναμφισβήτητη καλόπιστη κατοχή επί τριάντα έτη της επίδικης περιοχής, ανεξαρτήτως της γεωγραφικώς ή ιστορικώς ή κανονικώς θεμελιουμένης κανονικής δικαιοδοσίας υπέρ της άλλης εκκλησιαστικής περιφέρειας. Και τούτο, διότι ο θεσμός της χρησικτησίας, συνιστά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως δικαιωμάτων διαποιμάνσεως και συνεπώς δικαιώματος ασκήσεως κανονικής δικαιοδοσίας, και υπερισχύει – υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις – των δικαιωμάτων διαποιμάνσεως, όπως αυτά υπαγορεύονται από τους ιερούς κανόνες περί ορίων κανονικής δικαιοδοσίας, αφού τα δικαιώματα αυτά – γενομένης δεκτής της χρησικτησίας – αποσβέννυνται άπαξ διά παντός.

Η εφαρμογή του 17ου κανόνα θα μπορούσε να συμβάλλει στην επίλυση και του ζητήματος, που ανεφύη προσφάτως μεταξύ των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ως προς την κανονική δικαιοδοσία εκάστου εξ αυτών επί της χώρας του Κατάρ. Είναι βεβαίως σε εξέλιξη μια διαδικασία συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, της οποίας τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμη εμφανή. Εγώ εκείνο που θα ήθελα να σημειώσω είναι το εξής: ο φιλικός διακανονισμός ως τρόπος επιλύσεως διαφορών είναι επιθυμητός και αποδεκτός, όμως ο «κανονικός» διακανονισμός, ήτοι η βάσει των ιερών κανόνων επίλυση των αναφυομένων διαφορών, είναι ίσως πιο αποτελεσματικός. Άλλωστε, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο του 17ου κανόνα, ορθοτομούντες οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου τον λόγον της αληθείας, επέλυσαν το αναφυέν ζήτημα της διαποιμάνσεως «αδέσποτων» ποιμαντικώς περιοχών από τον μη «κανονικό» επίσκοπο με τρόπο πρακτικό και ρεαλιστικό, εισάγοντας ρύθμιση αντίθετη προς τους κανόνες περί ορίων κανονικής δικαιοδοσίας.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, που ο θεσμός της χρησικτησίας δεν δύναται να τύχει εφαρμογής, όπως η περίπτωση της επιτροπικώς ασκουμένης από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος διοικήσεως των Ιερών Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών». Ειδικότερα:

Τον τελευταίο καιρό, και με αφορμή τη δήλωση του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κατά τις εργασίες της Πανορθόδοξης συνόδου σχετικώς με το καθεστώς των Νέων Χωρών, αναπτύχθηκε μια πλούσια φιλολογία γύρω από την ερμηνεία της δηλώσεως αυτής, η οποία φιλολογία έφθασε μέχρι του σημείου να διακηρυχθεί ποικιλοτρόπως, ότι οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών θα παραμείνουν εσαεί υπό την διοίκηση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραιτήθηκε από τη διεκδίκησή τους.

Το ορθόν, όπως άλλωστε προκύπτει και από το σχετικό Δελτίου Τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είναι ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης απλώς επιβεβαίωσε την ισχύ του υφισταμένου καθεστώτος, μη παραιτούμενος από κανένα κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών. Άλλωστε, η οποιαδήποτε παραίτηση από διεκδίκηση προϋποθέτει προηγούμενη διεκδίκηση από πλευράς του φορέα των κανονικών δικαιωμάτων, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως των δικαιωμάτων αυτών. Επειδή όμως τέτοια αμφισβήτηση – όπως φαίνεται -δεν υπήρξε, δεν υπήρξε αναποδράστως και καμία διεκδίκηση και συνεπώς και καμία παραίτηση από τέτοια διεκδίκηση.

Πέραν τούτων, η οποιαδήποτε μεταβολή του καθεστώτος των «Νέων Χωρών» προς την επιθυμητή εις το διηνεκές μόνιμη διαποίμανση των Ιερών αυτών Μητροπόλεων από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, μπορεί να προέλθει:

α) είτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δι’ εκδόσεως σχετικής Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, που θα τροποποιεί την υφιστάμενη του 1928,

β) είτε από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος με την επίκληση του ισχυρισμού περί χρησικτησίας των Ιερών αυτών Μητροπόλεων ισχυρισμός πάντως ο οποίος υποκρύπτεται στην άποψη περί σιωπηρής καταργήσεως της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 .

Ο θεσμός όμως της χρησικτησίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ισχυρισμού στην περίπτωση των Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα (των γνωστών ως «Νέων Χωρών»), καθόσον η διαποίμανση των Ιερών αυτών Μητροπόλεων, αν και δεν ασκείται από την έχουσα τα κανονικά δικαιώματα Εκκλησία (το Οικουμενικό Πατριαρχείο) αλλά από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, έχει ως νομιμοποιητική βάση όχι την αυτόβουλη καλή τη πίστει απόφαση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος για διαποίμανση των Ιερών Μητροπόλεων αυτών ως «αδεσπότων» αλλά την εκ της σχετικής Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως συνειδητή εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανάθεση στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος της διαποιμάνσεως αυτών επιτροπικώς. Η αποδοχή δε της αναθέσεως αυτής από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, με την οποία ολοκληρώθηκε ενδοεκκλησιαστικώς η διαδικασία αυτή, αποκλείει εξ ορισμού οποιοδήποτε ισχυρισμό περί χρησικτησίας, αφού ελλείπουν εξ ορισμού θεμελιώδεις προϋποθέσεις εφαρμογής του 17ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου.

Συνεπώς, ο μόνος τρόπος αλλαγής του υφισταμένου καθεστώτος των «Νέων Χωρών» είναι η ανάληψη πρωτοβουλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η οποία ανάληψη πρωτοβουλίας είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διά της εκδόσεως σχετικής Πράξεως, που:

α) είτε θα τροποποιεί την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 και θα παραχωρεί πλέον σε μόνιμη βάση ή μόνο την διοικητική εποπτεία ή και την πνευματική εποπτεία στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος

β) είτε θα ανακαλεί την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, αναλαμβάνοντας εκ νέου την πλήρη κανονική δικαιοδοσία των Ιερών αυτών Μητροπόλεων, λόγω άρσεως του λόγου (αδυναμία διαποιμάνσεως των Ιερών Μητροπόλεων αυτών λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής) για τον οποίο εκδόθηκε η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Και για να είμαι ειλικρινής, είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο λόγος αυτός έχει ήδη αρθεί από ετών, και ο μόνος λόγος για τον οποίο συνεχίζει να παραμένει σε ισχύ η ως άνω Πράξη και να διατηρεί η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος την διοίκηση των Ιερών αυτών Μητροπόλεων είναι η συνειδητή αποχή της Μητρός Εκκλησίας από την άσκηση των κανονικών δικαιωμάτων της, χωρίς όμως η αποχή αυτή να συνεπάγεται και κατάργηση ή θέση σε αχρησία των δικαιωμάτων αυτών.

Ο κ. Αναστάσιος Βαβούσκος είναι Δικηγόρος, Δρ. του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

Ετικέτες: