Ο όσιος Ιωάννης, επονομαζόμενος ο Ρώσος λόγω της καταγωγής του από την Ουκρανία, έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο χωριό Προκόπι της Μικράς Ασίας ως σκλάβος ενός Τούρκου αξιωματικού, στον οποίο πουλήθηκε μετά την αιχμαλωσία του κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1710 – 1711. Παρά τις πιέσεις, αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει και ζούσε κάτω από ιδιαίτερα άθλιες και σκληρές συνθήκες σε ένα στάβλο, φροντίζοντας τα ζώα του αφεντικού του, ως τον θάνατό του σε ηλικία 40 ετών το 1730 μ.Χ. Το άφθαρτο λείψανό του μεταφέρθηκε από τους πρόσφυγες το 1924 στο χωριό Νέο Προκόπι της Εύβοιας όπου χτίστηκε ναός προς τιμή του.

Το τρίτο ανάγνωσμα του αφιερωμένου στη μνήμη του οσίου Εσπερινού προέρχεται από το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου Σοφία Σολομώντος, που αναφέρεται στο πρόβλημα του πρόωρου θανάτου (4:7-15). Το βιβλίο Σοφία Σολομώντος, γραμμένο από κάποιον μορφωμένο Ιουδαίο της Αλεξάνδρειας πρωτοτύπως στα ελληνικά, έχει ως στόχο να αναδείξει την ανωτερότητα της ιουδαϊκής σοφιολογικής σκέψης απέναντι στην ελληνική φιλοσοφία και να καταστήσει τους Ιουδαίους περήφανους για την πολιτισμική τους κληρονομιά. Αυτόν προφανώς τον στόχο εξυπηρετεί και απόδοση της συγγραφής του έργου στον σοφό βασιλιά Σολομώντα, μια λογοτεχνική πρακτική της εποχής, η οποία δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να εκληφθεί ως προσπάθεια εξαπάτησης των αναγνωστών, αλλά μάλλον ως τιμητική αφιέρωση στη μνήμη μεγάλων μορφών του παρελθόντος. Η ελληνική γλώσσα του βιβλίου αντικατοπτρίζει το επίπεδο του γλωσσικού ιδιώματος των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας, αλλά βρίσκεται σε πολύ καλύτερο επίπεδο από εκείνο της υπόλοιπης Αιγύπτου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει κατά παράδοση (αν και όχι ομόφωνη) το βιβλίο ως κανονικό, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το εντάσσει στον κανόνα της ως “δευτεροκανονικό”, ενώ άλλες χριστιανικές παραδόσεις το χαρακτηρίζουν “απόκρυφο”.

Η περικοπή 4:7-15, που πραγματεύεται το ζήτημα του πρόωρου θανάτου, εντάσσεται σε μια ευρύτερη ενότητα που αποτελεί το πρώτο μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στα δώρα της Σοφίας προς τους ανθρώπους (1:1 – 6:21). Η ενότητα αρχίζει με μια προτροπή προς τους κυβερνήτες των λαών της γης να επιδιώξουν τη σοφία και τη δικαιοσύνη (1:1-15). Αμέσως μετά ο συγγραφέας αφήνει με ειρωνικό τρόπο τους ασεβείς να εκθέσουν τις απόψεις τους για τη ζωή, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι λανθασμένες ιδέες τους και ο τρόπος της ζωής τους τους οδηγούν στον αιώνιο θάνατο (1:16 – 2:25), ενώ αντίθετα τους ευσεβείς τους αναμένει η μελλοντική επιβράβευση από τον Θεό (3:1-9). Μετά από μια σύντομη αναφορά και πάλι στο σκληρό μέλλον που αναμένει τους ασεβείς (3:10-12), ακολουθούν σκέψεις σχετικές με την επανεκτίμηση της ατεκνίας (3:13 – 4:6) και του πρόωρου θανάτου (4:7-20), που σύμφωνα με παλιότερες αντιλήψεις θεωρούνταν τιμωρίες από τον Θεό. Στη συνέχεια γίνεται σύγκριση της τύχης των δικαίων με εκείνη των αδίκων κατά την τελική κρίση (5:1-23). Το τμήμα αυτό ολοκληρώνεται όπως άρχισε με μια νέα προτροπή προς τους ισχυρούς της γης να αναζητήσουν τη σοφία (6:1-11), βεβαιώνοντας τους, με μια σειρά συλλογισμών κατά το πρότυπο των ελληνιστικών φιλοσοφικών πραγματειών, ότι η αναζήτηση αυτή δεν απαιτεί ιδιαίτερο κόπο και εξασφαλίζει διατήρηση της κυριαρχίας τους (6:12-21).

Για να γίνει κατανοητή η σημασία που δίνει ο συγγραφέας του έργου στο ζήτημα της ατεκνίας και του πρόωρου θανάτου αρκεί να ληφθεί υπ’ όψη ότι κατά τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες η βεβαιότητα ότι ο δίκαιος άνθρωπος αμείβεται οπωσδήποτε στην παρούσα ζωή από τον Θεό ήταν κυρίαρχη στη σοφιολογική σκέψη του βιβλικού Ισραήλ. Έτσι, το ερώτημα της σχέσης της ανθρώπινης δυστυχίας προς τη θεία δικαιοσύνη κατέστη κεντρικό στη σκέψη του ιουδαϊσμού και τίθεται με ιδιαίτερη ένταση σε αρκετά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως σε εκείνο του Εκκλησιαστή, ο συγγραφέας του οποίου, φτάνοντας σε αδιέξοδο, καταλήγει στο γνωστό «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (1:2• 12:8) και βρίσκει μάταιο ακόμη και τον αγώνα του ανθρώπου για ηθική και πνευματική τελείωση.

Ανάλογα ισχύουν και για το βιβλίο του Ιώβ, όπου ο δίκαιος αλλά βασανισμένος εκείνος άνθρωπος εκφράζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του το παράπονό του προς τον Θεό για την αδικία που υφίσταται. Ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη η αντίληψη ότι ο δίκαιος άνθρωπος αμείβεται από τον Θεό με πλούτη, μακροζωία και πολλά παιδιά, ώστε, αν κάποιος ήταν φτωχός, άρρωστος ή δεν είχε παιδιά, να νιώθει ντροπή, γιατί οι συνάνθρωποί του τον θεωρούσαν αμαρτωλό. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι φορείς της ίδιας αντίληψης εμφανίζονται και οι μαθητές του Χριστού, όπως προκύπτει από το ερώτημα που του έθεσαν, μόλις αντίκρισαν κάποιον εκ γενετής τυφλό (Ιωα 9:2).

Η πραγμάτευση του ζητήματος του πρόωρου θανάτου αρχίζει στο βιβλίο Σοφία Σολομώντος με την πρόταξη της θέσης του συγγραφέα πως «έντιμα γηρατειά δεν είναι τα μακρόβια, ούτε εκτιμώνται με βάση το πλήθος των ετών» (4:8), επομένως ο άνθρωπος που πεθαίνει νέος αξίζει της τιμής των συνανθρώπων του, εφόσον «η φρόνηση για τους ανθρώπους είναι σεβαστή σαν τα λευκά μαλλιά και η άμεμπτη ζωή σαν τα βαθιά γεράματα» (4:9). Στη βάση της σκέψης του βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο λόγος για τον οποίο τιμάται κάποιος άνθρωπος που έφτασε σε μεγάλη ηλικία είναι η υπόθεση πως όσο περισσότερο ζει κανείς τόσο πιο σοφός γίνεται. Κατά συνέπεια, αυτό που εκτιμάται σε έναν άνθρωπο δεν είναι αυτή καθ’ αυτήν η ηλικία αλλά η σοφία του, όπως αυτή νοείται σε όλα τα σοφιολογικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, ως «φόβος Θεού» και ενάρετη συμπεριφορά. Επομένως, ένας άνθρωπος που έχει ήδη σε νεαρή ηλικία κατακτήσει τη σοφία, ζώντας θεάρεστα και με δικαιοσύνη, αξίζει της ίδιας τιμής που απολαμβάνει και ένας γέρος.

Στην επόμενη ενότητα (4:10-12) ο συγγραφέας αναλύει ακόμη περισσότερο την επιχειρηματολογία του με γλώσσα που θυμίζει έντονα το Γεν 5:24, όπου γίνεται λόγος για τη θεάρεστη ζωή του Ενώχ και τη “μετάθεσή” του από τον Θεό. Δεν είναι σαφές αν ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ ειδικά στον Ενώχ ή αν, μέσα από την επιλογή της γλώσσας προσπαθεί να πείσει τους αναγνώστες του, οδηγώντας συνειρμικά τη σκέψη τους, ότι ο πρόωρος θάνατος δεν είναι οπωσδήποτε ασύμβατος με τη θεάρεστη ζωή, όπως φαίνεται να υποστήριζαν οι παλιότεροι σοφοί του Ισραήλ. Δεν αρκείται όμως μόνο στην υπενθύμιση κάποιας ανάλογης περίπτωσης του παρελθόντος, αλλά επιχειρεί να εξηγήσει και τον λόγο για τον οποίο κάποιος ενάρετος άνθρωπος θα μπορούσε να πεθάνει νέος: «Αρπάχθηκε, μην τύχει κι η κακία τη σύνεσή του αλλοιώσει ή η δολιότητα τον εξαπατήσει» (4:11), αφού είναι βέβαιο πως «η θελκτικότητα της κακίας αμαυρώνει τα καλά, κι η παραζάλη της αμαρτωλής επιθυμίας διαφθείρει και το πιο αγνό μυαλό» (4:12). Από την άποψη αυτή ο πρόωρος θάνατος θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ευεργεσία του Θεού προς τον εκλεκτό του, αφού τον απαλλάσσει από το ενδεχόμενο να παρασυρθεί και να πέσει στην αμαρτία.

Στην τελευταία παράγραφο της επιχειρηματολογίας του (στχ 13-14) ο συγγραφέας συνοψίζει όσα ανέφερε παραπάνω: Ο δίκαιος άνθρωπος «κατορθώνοντας σε λίγα χρόνια να τελειοποιηθεί, είναι σαν να ’ζησε πλήρη και μακροχρόνια ζωή. Ήταν αρεστή στον Κύριο η ψυχή του, γι’ αυτό και βιάστηκε ν’ απομακρυνθεί απ’ την κακία».

Ολοκληρώνοντας ο συγγραφέας, στρέφει και πάλι, με την επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιεί, τη σκέψη των αναγνωστών του σε παλιότερα γνωστά κείμενα, αυτή τη φορά στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα. Στο 6ο κεφάλαιο του έργου περιγράφεται η κλήση του προφήτη από τον Θεό, ο οποίος τον στέλνει στον λαό του να τον προειδοποιήσει ότι «Θ’ ακούτε καλά, μα δεν θα καταλαβαίνετε, θα βλέπετε καλά μα δεν θα εννοείτε» (6:9). Χρησιμοποιώντας ανάλογο φραστικό ο συγγραφέας της Σοφίας Σολομώντος προειδοποιεί τους αναγνώστες του να μη μιμηθούν τους ανυπάκουους προγόνους τους ούτε να παρασυρθούν από τους άλλους ανθρώπους που δεν κατανοούν αυτό που βλέπουν (στχ 14β), αλλά να λάβουν σοβαρά υπ’ όψη τους τη διαβεβαίωσή του: «Ότι χάρη και ευσπλαχνία προσφέρει ο Θεός σ’ όσους έχει εκλέξει και φροντίδα στους αφοσιωμένους του» (στχ 15) και να εμπιστευτούν τον Θεό. Αυτή την ιδιαίτερη κατανόηση του μυστηρίου της παρέμβασης του Θεού στον κόσμο υπόσχεται και ο Ιησούς Χριστός στους μαθητές του, κάνοντας αναφορά στο ίδιο χωρίο του προφήτη Ησαΐα (Ματ 13:11-17).

Tagged: