Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις και ανάπτυξη ανταγωνιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, το αίτημα για συμφιλίωση των ανθρώπων προβάλλει συνεχώς και πιο επιτακτικό. Μεγαλύτερη ίσως ευθύνη να ανταποκριθούν στο αίτημα αυτό και να εργαστούν προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης έχουν οι χριστιανοί, αφού βασικό στόχο της πίστης τους αποτελεί η επίτευξη μιας αυθεντικής κοινωνίας. Όμως, παρά τις μακρόχρονες προσπάθειες που καταβάλλονται στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου, ο χριστιανικός κόσμος εξακολουθεί να παραμένει διασπασμένος και οι θεσμικές Εκκλησίες δεν φαίνονται ικανές να υπερβούν τις διαφορές τους και να προχωρήσουν με κάποια ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της ενότητας.

Οι λόγοι για τους οποίους ο επίσημος οικουμενικός διάλογος συναντά δυσκολίες που συχνά φαίνονται ανυπέρβλητες και προχωρεί με αργά βήματα είναι πολλοί και στις περισσότερες περιπτώσεις μη θεολογικοί, αλλά κυρίως ιστορικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, ψυχολογικοί, κ.ά. Αν η διαπίστωση αυτή είναι σωστή, καθίσταται προφανές ότι η προσπάθεια υπέρβασης των διαφορών μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων δεν είναι αντικείμενο θεολογικής έρευνας, αλλά είναι κυρίως θέμα παιδείας με την ευρύτερη σημασία του όρου, και από την άποψη αυτή αφορά άμεσα τόσο το κήρυγμα όσο και τη θρησκευτική εκπαίδευση των πιστών. Προφανές είναι επίσης, ότι κανείς από τους λόγους που συνήθως προβάλλονται δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά ισχυρός, ώστε να απαλλάξει τους χριστιανούς από την υποχρέωσή τους να εργάζονται με όλες τους τις δυνάμεις για τη συμφιλίωση της κοινωνίας.

Σε ό,τι αφορά τον θεολογικό διάλογο με τους Αγγλικανούς, η απόφαση από ορθοδόξου πλευράς για την έναρξη των συζητήσεων λήφθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις της Ρόδου. Οι αποφάσεις εκείνες επικυρώθηκαν και ενισχύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από την Πανορθόδοξη Προπαρασκευαστική διά τη μέλλουσα Μεγάλη Σύνοδο.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν προέκυψε το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών, το ζήτημα της ευλογίας του γάμου των ομοφυλοφίλων και πιο πρόσφατα το ζήτημα της χειροτονίας παντρεμένων μεταξύ τους ομοφυλοφίλων, που προκάλεσε τέτοιες εντάσεις στο εσωτερικό της Αγγλικανικής Κοινωνίας, ώστε κάποιες Εκκλησίες να αποκλειστούν τελικά από τον διάλογο με τους Ορθοδόξους εξαιτίας των επιλογών τους στα θέματα αυτά.

Από την άλλη μεριά ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι από την πρώτη συνάντηση εκπροσώπων των Ορθόδοξων Εκκλησιών και των Εκκλησιών της Αγγλικανικής Κοινωνίας στην Οξφόρδη το 1973 ως το τέλος του κ΄ αιώνα ο μεταξύ τους θεολογικός διάλογος είχε ήδη κάνει τεράστια πρόοδο. Η πρόοδος αυτή αντικατοπτρίζεται στις Κοινές Δηλώσεις που εκδόθηκαν στη Μόσχα το 1976 και στο Δουβλίνο το 1984 και αποτελούν βασικούς σταθμούς στην πορεία του διαλόγου.

Η δήλωση της Μόσχας αναφέρεται στα εξής θέματα:
– Διάκριση ουσίας και ενεργειών στον Θεό
– Θεοπνευστία και αυθεντία της Αγίας Γραφής
– Σχέση Γραφής και Παράδοσης
– Αυθεντία των Συνόδων
– Filioque
– Η Εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα
– Η επίκληση του Αγίου Πνεύματος κατά την Ευχαριστία

Η δήλωση του Δουβλίνου συζήτησε σε γενικές γραμμές τα εξής:
– Το μυστήριο της Εκκλησίας
– Η πίστη στην Αγία Τριάδα
– Προσευχή και Αγιότητα
– Η κοινωνία των αγίων και των κεκοιμημένων
– Οι εικόνες

Σημαντική καμπή στην πορεία του διαλόγου αποτελεί και το έτος 1989 καθώς η θεματολογία των συναντήσεων στρέφεται στο εξής σε βασικά ζητήματα της πίστης των δύο Εκκλησιών. Οι τίτλοι των τριών προσωρινών Κοινών Δηλώσεων που προέκυψαν από τη συνάντηση του Βουκουρεστίου του 1998 και τέθηκαν υπόψη της Αγγλικανικής Κοινωνίας και των Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι χαρακτηριστικοί: «The Trinity and the Church», «Christ, the Spirit and the Church», και «Christ, Humanity and the Church: Parts I and II».

Έτσι, με το τέλος του κ΄ αιώνα είχε ολοκληρωθεί όλη η απαραίτητη προπαρασκευή για την είσοδο του διαλόγου στην ουσιαστικότερη πλέον φάση του, κατά την οποία θα συζητείτο το θέμα ‘‘Εκκλησία’’.
Συγκεκριμένα, στη συνάντηση της Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών στο Salisbury της Αγγλίας τον Οκτώβριο του 1999 παρουσιάστηκαν και από τις δύο πλευρές εισηγήσεις που αναφέρονταν στη φύση και στην αυθεντία του επισκοπικού αξιώματος και σε ζητήματα συνοδικότητας και πρωτείου, ενώ κατά την επόμενη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στον Βόλο τον Φεβρουάριο του 2001, η Επιτροπή συζήτησε το θέμα της μυστηριακής ιεροσύνης στην Εκκλησία και της σχέσης της με το αρχιερατικό αξίωμα του Χριστού, καθώς και το ζήτημα της κοινής ιεροσύνης των πιστών.

Ο όλος προβληματισμός αποτυπώθηκε στην Κοινή Δήλωση με τίτλο: «Episcope, Episcopos and Primacy». Η ίδια θεματική απασχόλησε τις εργασίες της Επιτροπής και την επόμενη χρονιά, τον Ιούνιο του 2002, στο Abergavenny της Ουαλίας, ενώ προστέθηκε και το ζήτημα της ιεροσύνης των γυναικών, οι συζητήσεις πάνω στο οποίο συνεχίστηκαν και κατά την επόμενη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2003 στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας. Επιπρόσθετα, παρουσιάστηκε μια εισήγηση από ορθοδόξου πλευράς πάνω στο ζήτημα της ιεροσύνης των λαϊκών, η οποία συζητήθηκε μαζί με μια αντίστοιχη από αγγλικανικής πλευράς εισήγηση πάνω στο ίδιο θέμα, καθώς και στο ζήτημα του ρόλου των διακόνων στην αγγλικανική παράδοση. Τα θέματα είχαν συζητηθεί πλέον αρκετά, σε κάποια υπήρχαν συγκλίσεις, σε άλλα η διαφωνία φαινόταν αγεφύρωτη.

Ήδη από το 1997, κατά τη συνάντηση της Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου στην Κωνσταντινούπολη, ο τότε εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθηγητής Κωνσταντίνος Σκουτέρης, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, μετέφερε την έντονη ανησυχία της Εκκλησίας μας για το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών στον βαθμό του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου, στην οποία η Αγγλικανική Εκκλησία είχε προχωρήσει και είχε βαθμιαία ολοκληρώσει, παρά τίς εσωτερικές διαφωνίες και τους κλυδωνισμούς. Το ζήτημα, επομένως, που έμενε να συζητηθεί αφορούσε στην αποδοχή των νέων ιδεών και πρακτικών από την Εκκλησία, όπως και το ζήτημα της αίρεσης και του σχίσματος.

Η επόμενη Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών έγινε τον Ιούνιο του 2004 στο Canterbury της Αγγλίας, όπου παραλήφθηκε το πρώτο σχέδιο μιας Κοινής Δήλωσης πάνω στα διακονήματα των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία, καθώς και των διακονημάτων ανδρών και γυναικών του ζητήματος της χειροτονίας σε διάκονο πρεσβύτερο και επίσκοπο συμπεριλαμβανομένου. Περαιτέρω σκέψεις πάνω σ’ αυτό το τελευταίο ζήτημα όμως αναβλήθηκαν μέχρις ότου ολοκληρωθεί η κατάθεση των σχετικών απόψεων των ορθοδόξων. Παρουσιάστηκαν επίσης εισηγήσεις και από τις δύο πλευρές πάνω στο ζήτημα της αίρεσης και του σχίσματος. Πάνω στην ίδια ακριβώς θεματολογία συνεχίστηκε η συζήτηση και κατά την επόμενη συνάντηση της Επιτροπής στη Μονή Κύκκου στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2005.

Η φάση αυτή του Διαλόγου ολοκληρώθηκε το 2006 με την έκδοση της Δήλωσης της Κύπρου «The Church of the Triune God», το οποίο παρουσιάστηκε επίσημα στον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury και στον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Αββαείο του Westminster το 2007.

Από το 2006 και εξής αντικείμενο των συναντήσεων αποτελούν θέματα ανθρωπολογίας, με πρώτη συνάντηση τον Σεπτέμβριο του 2009 στα Χανιά και επόμενη τον Σεπτέμβριο του 2010 στην Οξφόρδη. Σήμερα, οι δογματικές διαφωνίες του παρελθόντος έγιναν σημεία συμφωνίας και σύγκλισης. Ο χώρος της δογματικής είναι πλέον το κοινό έδαφος, η κοινή βάση του θεολογικού διαλόγου. Ο χώρος, όμως, της ζωής φαίνεται να είναι το σημείο που χωρίζει τις Εκκλησίες, δηλ. η εκκλησιαστική πράξη. Γι’ αυτό η συζήτηση πέρασε σε ζητήματα ανθρωπολογίας, που εύλογα εξετάζεται ως αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την Τριαδολογία – Χριστολογία και την Εκκλησιολογία.

Το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών των συζητήσεων αποτυπώνεται στη Δήλωση του Buffalo της Νέας Υόρκης το 2015 με τίτλο In the Image and Likeness of God: A Hope – Filled Anthropology (Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού: Μια ελπιδοφόρα ανθρωπολογία).

Από το 2016 αντικείμενο του νέου κύκλου του θεολογικού διαλόγου Αγγλικανών – Ορθοδόξων αποτελεί η διερεύνηση των πρακτικών συνεπειών στο σύνολο των ηθικών παραμέτρων της ζωής του ανθρώπου που ανακύπτουν από τις θεολογικές αρχές που διατυπώνονται στην κοινή δήλωση του Buffalo. Ο κύκλος αυτός ξεκίνησε με τη συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη θρησκευτική πρωτεύουσα της Ιρλανδίας Armagh τον Σεπτέμβριο του 2016 και συνεχίστηκε με τις συνδιασκέψεις της Μάλτας (Οκτώβριος 2017) και της Λάρνακας της Κύπρου (Οκτώβριος 2018). Τα επιμέρους θέματα που απασχολούν τις τελευταίες αυτές συνδιασκέψεις αφορούν στα πολύπλοκα και πιεστικά προβλήματα που σχετίζονται με το περιβάλλον και την οικολογία, καθώς το ζήτημα του τέλους της ζωής του ανθρώπου.

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και Εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στη Διεθνή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου Αγγλικανών – Ορθοδόξων

Το κείμενο αποτελεί τον χαιρετισμό του στην εκδήλωση «Αδιέξοδη κατάσταση ή το μέλλον του Χριστιανισμού;» που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 31.5.2019 στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στη Μονή Βλατάδων

Tagged: