Αρθρογραφία

Ο Βασιλεύς της Δόξης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λειτουργική πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας καθιστά με τον παραστατικότερο τρόπο εμφανή την αδιάσπαστη σύνδεση των δύο Διαθηκών που συγκροτούν τη Βίβλο. Δύσκολα μπορεί να βρει κανείς έναν ύμνο που, αν δεν κάνει άμεση αναφορά σε κάποιο πρόσωπο ή γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης, να μην είναι επηρεασμένος από τη θεματολογία και τη φρασεολογία της, ενώ σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες διαβάζονται μικρότερα ή μεγαλύτερα παλαιοδιαθηκικά αποσπάσματα.

Ιδιαίτερα στους εσπερινούς των δεσποτικών εορτών, αλλά και όλων των μεγάλων εορτών του λειτουργικού έτους, διαβάζονται εκτενείς περικοπές από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ώστε να βοηθηθούν οι πιστοί να κατανοήσουν πληρέστερα το βαθύτερο νόημα του εορταζόμενου γεγονότος και τη θέση του στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Κεντρική θέση μεταξύ των λειτουργικών αυτών αναγνωσμάτων κατέχει το βιβλίο των Ψαλμών, καθώς είναι το μόνο έργο της βιβλικής γραμματείας, που διαβάζεται ολόκληρο και κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους, ενώ στίχοι του αποτελούν αναπόσπαστο μέρος κάθε ακολουθίας.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η χρήση ψαλμικών στίχων στο πλαίσιο μιας τελετής που έχει επικρατήσει να τελείται σε ορισμένες κοινότητες κατά την επιστροφή στην εκκλησία του επιταφίου μετά την περιφορά του, όπως και κατά την είσοδο των πιστών στην εκκλησία μετά την τελετή της Ανάστασης. Ο λειτουργός στέκεται μπροστά στις κλειστές θύρες του ναού και απευθύνει σε αυτούς που βρίσκονται από μέσα την προσταγή του στχ 7 του Ψαλ 23 (Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης), ενώ εκείνοι του απευθύνουν την ερώτηση που περιλαμβάνεται στην αρχή του επόμενου στίχου (Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;), για να λάβουν ως απάντηση τη διαβεβαίωση των επόμενων ημιστιχίων (Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ). Μια ανάλογη τελετή περιλαμβάνεται και στο τυπικό της ακολουθίας των εγκαινίων ναού, μετά τη λιτάνευση των ιερών λειψάνων γύρω από τον νέο ναό.

Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο ότι η Εκκλησία παρέλαβε σύνολη την ιουδαϊκή γραπτή παράδοση ως μια αυθεντική μαρτυρία της αποκάλυψης του Θεού στην ανθρώπινη Ιστορία και την αναγνώρισε ως δική της Αγία Γραφή υπό τον τίτλο “Παλαιά Διαθήκη”. Το αποφασιστικό κριτήριο για την αυθεντικότητα ενός βιβλικού κειμένου αποτελεί η μαρτυρία της κοινότητας, η οποία παρέδωσε το συγκεκριμένο κείμενο, καθώς πίσω από κάθε βιβλικό κείμενο οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς βλέπουν μια κοινότητα, η οποία βίωσε την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην ιστορία της και διατήρησε την εμπειρία της αυτή ζωντανή μέσα στην προφορική της παράδοση πριν την καταγράψει και στη συνέχεια η ίδια αυτή κοινότητα αναγνωρίσει αυτήν την καταγραφή ως αυθεντική μαρτυρία της εμπειρίας της.

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας θεώρησης της Γραφής, σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία της μόνον στο πλαίσιο της Εκκλησίας είναι δυνατή, μπορεί να γίνει κατανοητός και ο ιθ΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 691 μ.Χ.), που αποτελεί τη βάση της ορθόδοξης Ερμηνευτικής της Βίβλου: «εἰ γραφικὸς ἀνακινηθείῃ λόγος, μὴ ἄλλως τοῦτον ἑρμηνευέτωσαν ἢ ὡς ἂν οἱ τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρες καὶ διδάσκαλοι, τῶν οἰκείων συγγραμμάτων παρέθεντο». Τον κανόνα αυτόν μπορεί κανείς να τον κατανοήσει κατά δύο τρόπους. Είτε να τον κατανοήσει κατά λέξη, να αισθανθεί δηλαδή υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει κατά την ερμηνεία του μόνον παραθέματα από τους Πατέρες, είτε να τον κατανοήσει ως μια προτροπή, ώστε να ερμηνεύσει τη Γραφή κατά το πνεύμα των Πατέρων, πράγμα που σημαίνει ότι η ερμηνεία του δεν μπορεί να στρέφεται ενάντια στην πίστη της Εκκλησίας.

Βασική, επομένως, αρχή μιας ορθόδοξης Ερμηνευτικής είναι το ότι η ερμηνεία είναι έργο της κοινότητας, η οποία αναγνώρισε το συγκεκριμένο κείμενο ως Αγία Γραφή της, επειδή θεώρησε ότι σ’ αυτό αντικατοπτρίζεται η πίστη της. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν μια ερμηνεία δεν συμφωνεί με την πίστη της Εκκλησίας, είτε η ερμηνεία αυτή είναι λανθασμένη είτε το ερμηνευόμενο κείμενο δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί Αγία Γραφή.

Ένα από το πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που καταδεικνύει το πώς η κοινότητα ερμηνεύει με ζωντανό κι επομένως διαφορετικό τρόπο το ίδιο κάθε φορά κείμενο, ώστε να ανταποκριθεί στις εκάστοτε ανάγκες της, είναι και ο Ψαλμός 23.

Ο Ψαλμός 23 συνιστά ένα δοξολογικό ύμνο, ο οποίος εμφανίζει έντονα διαλογικά στοιχεία με συνεχείς ερωταποκρίσεις, μέσα από τις οποίες περιγράφονται οι αρετές που πρέπει να κοσμούν τον αληθινό προσκυνητή, και πιθανότατα ανήκει, όπως και ο Ψαλμός 14, στα άσματα που έψελναν οι προσκυνητές, προσερχόμενοι στον Ναό της Ιερουσαλήμ με αφορμή κάποια γιορτή που σχετίζεται με την Κιβωτό της Διαθήκης. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των ερμηνευτών στο ζήτημα της γιορτής με την οποία υποτίθεται ότι συνδέεται ο συγκεκριμένος ψαλμός. Συγκεκριμένα, δεν είναι σαφές αν πρόκειται για κάποια γιορτή που αναπαριστά τη θριαμβευτική υποδοχή της Κιβωτού μετά από κάποια νικηφόρα μάχη των Ισραηλιτών ή τη μεταφορά της από τον Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ (Β΄Βα 6:11-19· Α΄Πα 15:25 – 16:3) ή την είσοδό της Κιβωτού στον Ναό του Σολομώντα (Γ΄Βα 8:1-13· Β΄Πα 5:2 – 6:1).

Ο ψαλμός αποτελείται από τρεις στροφές. Η πρώτη στροφή περιλαμβάνει έναν ύμνο που δοξολογεί τον Θεό ως δημιουργό και κυρίαρχο του σύμπαντος (στχ 1β-2), ενώ η δεύτερη στροφή αρχίζει με μια διπλή ερώτηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά που πρέπει να διακρίνουν τον άξιο προσκυνητή του Ναού της Ιερουσαλήμ (στχ 3), και συνεχίζεται με μια εκτεταμένη απάντηση που καλύπτει τους υπόλοιπους στίχους (4-6). Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται εδώ είναι ανάλογο με εκείνο που απαντά και σε άλλα ιεραποδημητικά κείμενα. Στο τελευταίο τμήμα του ψαλμού (στχ 7-10) ο Θεός περιγράφεται ως ένας ένδοξος και γενναίος βασιλιάς που απαιτεί την παράδοση μιας οχυρής πόλης.

Η λειτουργική χρήση του Ψαλμού 23 στον ναό της Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί και από τη θέση του μέσα στο Ψαλτήριο. Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο ψαλμός εμφανίζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον Ψαλμό 14, ο οποίος θεωρείται επίσης ένα από τα άσματα που έψελναν οι προσκυνητές, προσερχόμενοι κατά τις μεγάλες γιορτές στον ναό της Ιερουσαλήμ. Τα ποιήματα που βρίσκονται ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο ψαλμούς είναι διατεταγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζουν μια ομόκεντρη δομή.

Συγκεκριμένα, οι Ψαλμοί 15 και 22 έχουν ως θέμα τους την εμπιστοσύνη του πιστού στον Θεό, ενώ οι Ψαλμοί 16 και 21 περιέχουν εκκλήσεις προς τον Θεό για βοήθεια. Ο Ψαλμός 17 και το ζεύγος των Ψαλμών 19 – 20 είναι Μεσσιανικοί ψαλμοί, ενώ στο κέντρο του σχήματος βρίσκεται ο Ψαλμός 18, ο οποίος αποτελείται από δύο δοξολογικούς ύμνους· ο πρώτος εξυμνεί τη δόξα του Θεού όπως αυτή αποκαλύπτεται στο σύμπαν (στχ 2-7) και ο δεύτερος εξυμνεί τον Νόμο στον οποίον αποκαλύπτεται το θέλημα του Θεού (στχ 8-15).

Το σχήμα θα μπορούσε να παρασταθεί ως εξής:
Α: Ψαλμός 14: Άσμα προσκυνητών
Β: Ψαλμός 15: Εμπιστοσύνη στη θεία φροντίδα
Γ: Ψαλμός 16: Έκκληση για βοήθεια
Δ: Ψαλμός 17: Μεσσιανικός Ψαλμός
Ε: Ψαλμός 18: Δοξολογικός Ύμνος
Δ΄: Ψαλμοί 19 – 20: Μεσσιανικοί Ψαλμοί
Γ΄: Ψαλμός 21: Έκκληση για βοήθεια
Β΄: Ψαλμός 22: Εμπιστοσύνη στη θεία φροντίδα
Α΄: Ψαλμός 23: Άσμα προσκυνητών

Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Ψαλμός 23 αποτελούσε μέρος μιας λιτανείας.
Στο πλαίσιο της χριστιανικής Εκκλησίας ο Ψαλμός 23 ερμηνεύτηκε χριστολογικά, καθώς ο «βασιλεύς της δόξης» των στχ 7-10 ταυτίστηκε με τον Ιησού Χριστό, ο οποίος θραύει τις πύλες του άδη και εισέρχεται θριαμβευτής ή ανοίγει τις πύλες του ουρανού και ανέρχεται ένδοξος προς τον Πατέρα. Η ταύτιση αυτή δηλώνεται παραστατικά τόσο στην ορθόδοξη εικονογραφία με την επιγραφή «ΟΒΣΛΤΔΞ» (= Ο Βασιλεύς της Δόξης), που τοποθετείται πάνω στον σταυρό του Χριστού, όσο και στην υμνολογία της γιορτής της Αναλήψεως, όπου οι άγγελοι, υποδεχόμενοι τον Χριστό, επαναλαμβάνουν τον διάλογο που περιέχεται στους στχ 7-10 του ψαλμού.

Αυτό που κατέστησε δυνατή την ταύτιση του Ιησού Χριστού με τον «δοξασμένο βασιλιά» είναι η δεύτερη διαβεβαίωση στον στχ 10, όπου ο κραταιός και ακαταμάχητος πολεμιστής του στχ 8 περιγράφεται στο κείμενο των Ο´ ως ο «Κύριος τῶν δυνάμεων». Η έκφραση αυτή είναι κατά λέξη μετάφραση μιας εβραϊκής έκφρασης που στη λειτουργική γλώσσα επιβιώνει στην εξελληνισμένη μορφή της ως «Κύριος Σαβαώθ» και δηλώνει τον Θεό ως Κύριος του Σύμπαντος.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η υποτιθέμενη χρήση του ψαλμού στο πλαίσιο κάποιας λιτανείας στον ιουδαϊκό ναό της Ιερουσαλήμ διατηρήθηκε και μετά την ένταξή του στη χριστιανική λειτουργική πράξη, όπως δείχνει τόσο το τυπικό των εγκαινίων ναού όσο και η τελετή που ακολουθεί την επιστροφή του επιταφίου στους ναούς, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Στη μακραίωνη ιστορία της η Εκκλησία υιοθέτησε πλήθος μεθόδων προσέγγισης της Βίβλου. Κάθε εποχή εφάρμοζε τις δικές της ερμηνευτικές μεθόδους στο βιβλικό κείμενο, με στόχο φυσικά πάντοτε την πληρέστερη κατανόηση του Λόγου του Θεού και την αναζήτηση απαντήσεων στα ερωτήματα που την απασχολούσαν. Μία από τις μεθόδους αυτές είναι και η τυπολογική ερμηνεία, η οποία με τον συνειδητά υποκειμενικό της χαρακτήρα και την ευελιξία της, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη της Βίβλου σήμερα, καθώς αφήνει πολύ περισσότερο ελεύθερο χώρο για συνεχώς νέες ερμηνείες και προσεγγίσεις των βιβλικών κειμένων από ό,τι οι “αντικειμενικές” μέθοδοι της ιστορικοκριτικής έρευνας.

Προϋπόθεση όμως για να χαρακτηριστεί μια σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση ενός βιβλικού κειμένου ως “ορθόδοξη” δεν είναι το να μιμείται αυτή μεθόδους που κατά καιρούς εφαρμόστηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά το να ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες της κοινότητας που αναγνωρίζει το συγκεκριμένο κείμενο ως Αγία Γραφή της. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ζωντανής κοινότητας, η οποία βρίσκεται σε συνεχή διαλεκτική σχέση με την παράδοση και τις Γραφές της, καθώς μόνο στο πλαίσιο μια τέτοιας κοινότητας είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ορθόδοξη ερμηνεία.

Φωτογραφία: Εικόνα «Άκρα Ταπείνωση», Γεωργία Δαμικούκα

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Η Αποκαθήλωση στην μητρόπολη Τρίκκης (ΒΙΝΤΕΟ)

Αναστάσιος Βόπης

Η Αποκαθήλωση στην μητρόπολη των Αθηνών

Γιώργος Δ. Φερδής

Η αληθινή μετάνοια

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκληση ή αναγκαιότητα;

Σοφία Καρεκλά

Η ιστορία ως θεολογία

Η επικαιροποίηση των αρχαίων προφητειών