Ο Εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα τελείται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ως συνέπεια της μετάθεσης και των λοιπών ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας (όρθρος το απόγευμα της προηγούμενη μέρας – εσπερινός το πρωί). Η ακολουθία, κατά την οποία η Εκκλησία θυμάται την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, έχει αναστάσιμο και πανηγυρικό χαρακτήρα (Πρώτη Ανάσταση). Μετά την ανάγνωση της αποστολικής περικοπής (Ρωμ 6:3-11), στη θέση του συνήθους Αλληλουϊαρίου, γίνεται εμμελής ανάγνωση κατά στίχο του Ψαλμού 81 (Μ: 82), ενώ μετά από κάθε στίχο ψάλλεται θριαμβευτικά ως εφύμνιο ο τελευταίος στίχος του Ψαλμού, και ταυτόχρονα γίνεται αναπαράσταση του σεισμού (χτύπημα στασιδιών, μεταλλικών σκευών, κλπ) που, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακολουθεί (Ματ 28:1-20), αποκύλησε τον λίθο που κάλυπτε τον τάφο του Ιησού (28:2).

Ο Ψαλμός 81 διακηρύσσει μέσα από τη διαδεδομένη στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ισραήλ εικόνα της «σύναξης των θεών» την υπεροχή του Θεού του Ισραήλ: «Σηκώθηκε ο Θεός μες στων θεών τη σύναξη, και στους θεούς ανάμεσα δικάζει» (στχ 1). Πρόκειται για μια εικόνα που απαντά συχνά σε κείμενα της αρχαίας Συρίας και της Μεσοποταμίας και πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές θεωρούν ότι παρόμοιες σκηνές που περιγράφονται στα βιβλικά κείμενα είναι επηρεασμένες από αυτήν. Μια ανάλογη σκηνή περιγράφεται στο όραμα του προφήτη Μιχαία, γιου του Ιεμλά, ο οποίος, σύμφωνα με το 3Βα 22:19-28, βλέπει τον Θεό να συμμετέχει ένθρονος σε ένα συμβούλιο ουρανίων όντων και να συζητά μαζί τους την έκβαση του πολέμου μεταξύ Ισραηλιτών και Αραμαίων. Ο προφήτης Ησαΐας βλέπει επίσης τον Θεό να περιβάλλεται από ουράνια όντα που τον υμνούν, όταν καλείται να αναλάβει προφητική δράση (Ησα 6:1-13), ενώ μια άλλη συνάντηση του Θεού με ουράνια όντα περιγράφεται στο Ιώβ 1:6-12 και 2:1-6. Τέλος, μια θεϊκή συνδιάσκεψη φαίνεται να υπόκειται και στην κριτική που ασκεί ο προφήτης Ιερεμίας κατά των ψευδοπροφητών της εποχής του, όταν, μεταφέροντας τα λόγια του Θεού, βεβαιώνει ότι κανείς από αυτούς τους υποτιθέμενους προφήτες δεν στάθηκε ποτέ κοντά στον Θεό και δεν άκουσε ποτέ τον λόγο του (Ιερ 23:18,22).

Με εξαίρεση τη σκηνή που περιγράφεται στον πρώτο στίχο του Ψαλμού 81, καμιά από τις παραπάνω εικόνες, παρά τις αναλογίες, δεν είναι ακριβώς όμοια με τις παραστάσεις που περιέχονται στην εικονογραφία και στα κείμενα των γειτονικών με τον Ισραήλ λαών. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, ουδείς μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι οι βιβλικοί συγγραφείς αγνοούσαν τέτοιες εικόνες ή ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν χρησιμοποίησαν, γνωστά και στους αναγνώστες τους, μοτίβα, προκειμένου να περιγράψουν τη σχέση του Θεού με τον κόσμο και την παρέμβασή του στην Ιστορία. Αλλά ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει επίσης ότι ακριβώς σ᾽ αυτό το σημείο, στην παρέμβαση του Θεού στην Ιστορία, διαφοροποιείται η βιβλική αντίληψη για τον Θεό από τις μυθολογικές αφηγήσεις του πολιτισμικού περιβάλλοντος του Ισραήλ. Συγκεκριμένα, σε όλα τα σχετικά μυθολογικά κείμενα υπόκειται η ιδέα ενός ανώτατου θεού, ο οποίος περιγράφεται ως πατέρας των άλλων θεών και αφήνει σ’ αυτούς τη διακυβέρνηση του κόσμου, ενώ ο ίδιος κάθεται μακάριος στον θρόνο του και συγκαλεί το θεϊκό συμβούλιο κάθε φορά που ανακύπτει κάποια διαφορά κατά τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς. Η ιδέα αυτή απουσιάζει εντελώς από τη Βίβλο, καθώς, όπως ο ίδιος ο Θεός εμφανίζεται να διερωτάται με το στόμα του προφήτη Ιερεμία, «μὴ οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ;» (23:24), επομένως είναι πάντα παρών στις αγωνίες και στα ζητήματα των ανθρώπων.

Είναι, κατά συνέπεια, προφανές ότι, ακόμη και αν η υπόθεση του επηρεασμού των βιβλικών συγγραφέων από μυθικές παραστάσεις του πολιτισμικού τους περιβάλλοντος είναι σωστή, δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για πρόσληψη της μυθολογικής σκέψης, αλλά ο οποιοσδήποτε επηρεασμός περιορίζεται στη χρήση εικόνων που αποτελούν το σκηνικό των περιγραφών της παρέμβασης του Θεού στην Ιστορία, προκειμένου αυτές να γίνουν περισσότερο εύληπτες και ευκολότερα κατανοητές από το αναγνωστικό τους κοινό. Αυτό αποδεικνύεται από τον απομυθευτικό τρόπο με τον οποίο ο ποιητής του Ψαλμού 81 φαίνεται να χρησιμοποιεί την εικόνα της σύναξης των θεών. Ο ψαλμωδός παρουσιάζει τον Θεό να συμμετέχει σε μια τέτοια σύναξη, προκειμένου όμως να καταδικάσει τη συμπεριφορά των θεών των άλλων λαών, αποδεικνύοντάς τους έτσι ανίκανους να εκπληρώσουν τον ρόλο τους. Στη σύναξη ο Θεός εμφανίζεται να αναλαμβάνει ρόλο δικαστή απαγγέλοντας κατηγορίες κατά των άλλων θεών: «Ως πότε θα αποφασίζετε άδικα και θα μεροληπτείτε για χάρη των αμαρτωλών;» (στχ 2).

Το είδος της κατηγορίας επιτρέπει και την υπόθεση ότι ίσως με τον όρο «θεοί» νοούνται οι ηγεμόνες των γειτονικών με τον Ισραήλ λαών που διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τον συγκεκριμένο τίτλο, οπότε ο Θεός, ως πραγματικός βασιλιάς του Ισραήλ, αποδεικνύει επίσης την υπεροχή του έναντι των άλλων ηγεμόνων. Η υπόθεση αυτή φαίνεται να ενισχύεται και από τους στίχους 6-7, όπου ο Θεός διαπιστώνει πως οι υποτιθέμενοι θεοί δεν διαφέρουν από τους υπόλοιπους θνητούς: «Εγώ είπα: “Εσείς είστε θεοί και όλοι παιδιά του Υψίστου· Κι όμως εσείς όπως οι άνθρωποι πεθαίνετε, όπως οι άρχοντες πέφτετε από τον θρόνο”».

Όπως προκύπτει από την προτροπή που ο Θεός απευθύνει στους κατηγορούμενους, αυτό για το οποίο εγκαλούνται οι θεοί των διάφορων λαών ή οι εμφανιζόμενοι ως θεοί είναι η απουσία δικαιοσύνης κατά την άσκηση της εξουσίας τους: «Αποφασίστε δίκαια για τα ορφανά και τους φτωχούς, στους άσημους και στερημένους δικαιοσύνη αποδώστε, ελευθερώστε τους στερημένους και τους άπορους, γλυτώστε τους από τα χέρια των αμαρτωλών» (στχ 3-4).

Παρά τη σαφή απαγγελία της κατηγορίας, ο ποιητής διαπιστώνει πως οι κατηγορούμενοι αδυνατούν να αντιληφθούν το πρόβλημα: «Ούτε γνωρίζουν ούτε καταλαβαίνουν, βαδίζουνε στα σκοτεινά» (στχ 5α). Αυτό ακριβώς όμως τους αποδεικνύει ψεύτικους θεούς και, όπως είναι αναμενόμενο, αυτό προκαλεί μια τόσο τρομακτική κοσμική κρίση, ώστε «όλα τα θεμέλια της γης κλονίζονται» (στχ 5β). Αυτή η κοσμική αναταραχή προκύπτει όχι από κάτι που έκαναν οι υποτιθέμενοι θεοί, αλλά από κάτι που δεν έκαναν. Έτσι η σκηνή μεταφέρεται από την απεραντοσύνη του σύμπαντος στα μικρά χωριά. Εκεί όπου ζουν οι φτωχοί, οι αδύναμοι, τα ορφανά και οι χήρες. Οι θεοί που όλοι αυτοί οι άνθρωποι λάτρευαν όφειλαν να γνωρίζουν τα προβλήματα αυτών των ανθρώπων και ότι αυτοί οι ανίσχυροι είχαν ανάγκη προστασίας. Αλλά απέτυχαν στον ρόλο τους, αποδείχτηκαν άχρηστοι και επομένως θα πεθάνουν (στχ 6-7).

Η αιτία της αποτυχίας των ισχυρών να κατανοήσουν τις ανάγκες των αδυνάτων εντοπίζεται από τον ποιητή στην τυφλότητα που προκαλεί ο φόβος μήπως χάσουν την εξουσία. Τώρα πλέον έρχεται η ώρα του αληθινού Θεού, καθώς μόνον ο αληθινός Θεός «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ τὸ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλ 2:6-11). Δίκαια η Εκκλησία είδε στην παράκληση του ψαλμωδού προς τον αληθινό Θεό, με την οποία ολοκληρώνεται ο ύμνος, να αναλάβει τη διακυβέρνηση του κόσμου, να πρoαναγγέλλεται η ανάσταση του Χριστού και η έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού: «Σήκω, Θεέ, κρίνε τον κόσμο δίκαια, γιατί σ᾽ εσένα ανήκουν όλοι οι λαοί» (στχ 8).

Αυτό που διακηρύσσει ο ψαλμωδός είναι ότι όταν τα δίκαια των άσημων, των αδυνάτων, των φτωχών και των στερημένων καταπατούνται, τότε οι θεμελιώδεις αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης απειλούνται και σ’ αυτήν την περίπτωση η θρησκεία είναι άχρηστη. Από τους αρχαιότερους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης που μεταφέρουν στους ακροατές τους την απαίτηση του Θεού ώστε: «κυλισθήσεται ὡς ὕδωρ κρίμα καὶ δικαιοσύνη ὡς χειμάρρους ἄβατος» (Αμω 5:24) και τους καλούν να ακούσουν τη διαβεβαίωσή του ότι «ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα» (Ωση 6:6), ώς την εποχή που ο ίδιος ο Χριστός θα ταυτίσει τον εαυτό του με τους «ελάχιστους αδελφούς» (Ματ 25:31-46) όλα τα βιβλικά κείμενα, αφηγήσεις, ποιήματα και προφητείες, συμφωνούν ότι η ουσία της αληθινής θρησκείας συνοψίζεται στον ορισμό που δίνει ο απόστολος Ιάκωβος: «θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου» (Ιακ 1:27). Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι στις αρχές της περιόδου του Τριωδίου η Εκκλησία όρισε να διαβάζεται η Παραβολή της Κρίσεως και στο τέλος ψάλλει θριαμβευτικά τον 81ο Ψαλμό: «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρίνων τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι».

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: