Μία από τις πιο γνωστές παραβολές του Ιησού Χριστού είναι η Παραβολή του Καλού Σαμαρείτη (Λου 10:25-37), που, σύμφωνα με το λειτουργικό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Η΄ Κυριακής του Λουκά.

Το κεντρικό ερώτημα της περικοπής «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;» τίθεται και σήμερα, όπως και τότε, με την ίδια ένταση και με την ίδια αγωνία που ο νομοδιδάσκαλος της περικοπής το έθεσε στον Ιησού. Φαίνεται πολύ πιθανό πως όταν ο συνομιλητής του Ιησού τον ρώτησε «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;» δεν είχε καμιά αμφιβολία για την απάντηση του Ιησού. Είχε, άλλωστε, ήδη αποδείξει μπροστά σε όλους όσοι παρακολουθούσαν τη συζήτηση πόσο καλός γνώστης του Μωσαϊκού Νόμου ήταν. Όταν ο Ιησούς τον ρώτησε τι γράφει ο Νόμος, εκείνος αμέσως συνόψισε τη βασική διδασκαλία σε δύο διατάξεις, μία από το βιβλίο του Δευτερονομίου (6:5) και μία από το βιβλίο του Λευιτικού (19:18) «Ν’ αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλη τη δύναμή σου και μ’ όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λου 10:27). Ήταν τόσο βέβαιος ότι ο Ιησούς δεν θα μπορούσε να αντιτείνει κάτι διαφορετικό, που επιχειρεί, προκειμένου να φανεί πως αυτός γνωρίζει καλύτερα τη Γραφή από τον Ιησού, να συνεχίσει τη συζήτηση. Η απάντηση του Ιησού μεταθέτει το ζήτημα σε ένα άλλο επίπεδο· το ζητούμενο δεν είναι πόσο καλά γνωρίζει κάποιος διάφορες διατάξεις του Νόμου, αλλά πώς τις κατανοεί.

Η πρώτη από τις νομικές διατάξεις που παραθέτει ο νομοδιδάσκαλος αποτελεί το “Πιστεύω” των Ιουδαίων και κάθε ευσεβής πιστός έπρεπε να το απαγγέλει δύο φορές τη μέρα. Καθώς η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται στην αγάπη που οι πιστοί οφείλουν να τρέφουν προς τον Θεό, δεν αμφισβητείται από κανέναν, ούτε χρειάζεται κάποια επεξήγηση. Το περιεχόμενο της δεύτερης εντολής όμως, της σχετικής με την αγάπη προς τον πλησίον, χρειάζεται να διευκρινιστεί, καθώς η κατανόησή του υπαγορεύει και συγκεκριμένη στάση ζωής.

Ο συνομιλητής του Ιησού, όπως και οι σύγχρονοί του Ιουδαίοι, κατανοούσαν τον όρο “πλησίον” πολύ στενά, θεωρώντας ότι δηλώνει τους συμπατριώτες τους. Έτσι, δεν μπορούσαν να συμπεριλάβουν στον όρο αυτό τους ξένους, ούτε ακόμη και τους Σαμαρείτες, με τους οποίουε είχαν βέβαια κοινή θρησκευτική και φυλετική καταγωγή, τους θεωρούσαν όμως αιρετικούς, επειδή λάτρευαν τον Θεό στο όρος Γαριζίν και όχι στον λόφο της Σιών, και τελετουργικά ακάθαρτους, επειδή είχαν έρθει σε επιμειξία με ξένους λαούς κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους.

Μια τέτοια κατανόηση του όρου “πλησίον” όμως έρχεται σε αντίθεση με τον Νόμο, και γι’ αυτό ο Ιησούς συμπληρώνει την αρχική ερώτησή του προς τον νομοδιδάσκαλο «Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται;» με την ερώτηση «πῶς ἀναγινώσκεις;» Λίγους στίχους παρακάτω από την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, δίνει ο ίδιος ο Θεός με το στόμα του Μωυσή διευκρινίσεις για το πώς πρέπει να κατανοηθεί η σχετική εντολή: «Αν ένας ξένος έρθει στη χώρα σας, να μην τον καταπιέζετε. Ο ξένος που έρχεται σ᾿ εσάς να είναι όπως και ο ντόπιος. Να τον αγαπάτε όπως τον εαυτό σας, επειδή κι εσείς ήσασταν ξένοι στην Αίγυπτο. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας. Να μην αδικείτε κανέναν στις δίκες, στα μέτρα, στα σταθμά ή στο ζύγι. Θα έχετε ακριβείς ζυγαριές, ακριβή ζύγια και ακριβή μέτρα. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας έβγαλε από την Αίγυπτο. Να τηρείτε όλο τον νόμο μου και όλα τα προστάγματά μου και να τα εφαρμόζετε. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας» (Λευ 19:33-37).

Όμως δεν είναι μόνο στη συγκεκριμένη ενότητα που γίνεται λόγος για την υποχρέωση των Ισραηλιτών να αγαπούν τους ξένους. Ο Νόμος επανέρχεται αρκετές φορές στο θέμα, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το θέλημα του Θεού και η απάντηση στο ερώτημα «τίς ἐστί μου πλησίον;» να προκύπτει απολύτως ξεκάθαρη. Στο βιβλίο του Δευτερονομίου ο Μωυσής υπενθυμίζει στους Ισραηλίτες ότι «ο Κύριος ο Θεός σας είναι ο υπέρτατος Θεός και ο υπέρτατος Κύριος· είναι Θεός μεγάλος, δυνατός και φοβερός· δεν μεροληπτεί ούτε δωροδοκείται· διασφαλίζει την απονομή δικαιοσύνης στον ξένο, στο ορφανό και στη χήρα, και δείχνει την αγάπη του στους ξένους, εξασφαλίζοντάς τους τροφή και ρουχισμό. Να αγαπάτε, λοιπόν, τους ξένους, γιατί κι εσείς ήσασταν ξένοι στην Αίγυπτο» (10:17-19).

Παραπέμποντας, λοιπόν, ο Ιησούς τον συνομιλητή του στον Νόμο, του αποδεικνύει ότι η ερώτησή του ήταν υποκριτική. Έτσι, τελειώνοντας την παραβολή του, του αντιστρέφει την ερώτηση: «Ποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους τρεις κατά τη γνώμη σου αποδείχτηκε “πλησίον” εκείνου που έπεσε στους ληστές;» Ο “πλησίον” δεν ορίζεται με βάση τον τόπο καταγωγής ή τη θρησκευτική πίστη, αλλά με βάση την ανάγκη που έχει.
Η ερώτηση του Ιησού προς τον περήφανο για τη γνώση του Νόμου ραβίνο συνομιλητή του «Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;» απευθύνεται σήμερα και σε κάθε περήφανο για τη γνώση των Πατέρων της Εκκλησίας ορθόδοξο πιστό: «Ἐν τοῖς πατράσι τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;» Και σε αυτήν την ερώτηση η απάντηση είναι ίδια. Οραματιζόμενοι οι Πατέρες την Εκκλησία ως μια χωρίς ίχνος ανταγωνισμού κοινότητα, όπου ουδείς θα είναι ξένος, δυνατός ή αδύνατος, απευθύνονται στους χριστιανούς των ημερών τους με ιδιαίτερα επίκαιρο τρόπο.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος (PG32, 1160D-1161A): «Αν χτυπήσει την πόρτα σου κάποιος που πασχίζει να αντιμετωπίσει την ανάγκη του, μη ζυγίσεις τα πράγματα με ανώμαλο τρόπο. Μην πεις δηλαδή, “Αυτός είναι φίλος, είναι ομόφυλος, με έχει ευεργετήσει παλιότερα, ενώ ο άλλος είναι ξένος, αλλόφυλος, άγνωστος”. Αν κρίνεις άνισα, ούτε συ θα ελεηθείς. Μία είναι η ανθρώπινη φύση· και ο ένας και ο άλλος είναι άνθρωπος· κοινή είναι στους δύο η ανάγκη, κοινή η φτώχεια. Πρόσφερε και στον αδελφό και στον ξένο· στον μεν αδελφό σου να μη γυρίσεις την πλάτη, τον δε ξένο κάν’ τον αδελφό σου. Ο Θεός θέλει να στηρίζεις τους αναγκεμένους, κι όχι να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· δεν θέλει να δίνεις στον ομόφυλο και να αποδιώχνεις τον ξένο· όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέρφια, όλοι είναι παιδιά ενός πατέρα. Υπάρχει κάποιος που τον ξερίζωσε κάποια συμφορά και δεν του έχει απομείνει τίποτα, παρά μόνο η ψυχή και το σώμα του· εμείς όμως, όσοι έχουμε γλυτώσει άγευστοι συμφορών, ας μοιραστούμε με εκείνους την ευημερία μας. Ας αγκαλιάσουμε τους αδελφούς μας που μόλις και μετά βίας έχουν διασωθεί».

Στην ίδια γραμμή κινείται και ο αδελφός του Μ. Βασιλείου, ο Γρηγόριος Νύσσης: «Ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι και οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ό,τι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ό,τι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη» (Τα μεταφρασμένα πατερικά αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Θανάση Ν. Παπαθανασίου “Ο Θεός μου ο Αλλοδαπός”, εκδ. Ακρίτας).

Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν πριν από δεκαεπτά περίπου αιώνες, ακούγονται όμως σημερινά. Οι δύο άγιοι αδελφοί δεν υπαγορεύουν ηθικές αρχές που θα πρέπει να νομοθετηθούν από μια υποτιθέμενη χριστιανική Πολιτεία, αλλά προτείνουν μια διαφορετική οργάνωση του βίου που, αν υιοθετηθεί από την κοινότητα των πιστών, θα δώσει μαρτυρία του οράματός της για το πολίτευμα της Βασιλείας των Ουρανών.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου Της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: