ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ: Η πανδημία ανέδειξε κάποιους ιούς, που κυκλοφορούν μεταξύ των μελών της Εκκλησίας Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Photo: Παντελής Φύκαρης

Λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της «ειδικής αποστολής» που του ανέθεσε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος θέτοντας τον απέναντι στα αμέτρητα ερωτήματα μιας κοινωνίας τρομαγμένης σε εγκλεισμό, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος ανοίγει τα χαρτιά του και σε μια εκ βαθέων συζήτηση μιλά για όλα εκείνα που έφερε στην επιφάνεια η κρίση της πανδημίας.

Αποφεύγοντας τις κορώνες και με παραδείγματα από την ζωή της Εκκλησίας που σίγουρα δεν βρέθηκε για πρώτη φορά απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση, μιλά για τους «ιούς, μεταξύ των μελών της Εκκλησίας» για την ανάγκη σεβασμού στο συνοδικό σύστημα υπογραμμίζοντας τους κινδύνους πίσω από τις αυτονομήσεις εντός Εκκλησίας  ενώ υπενθυμίζει με νόημα πως «Στην Εκκλησία υπάρχει ο λεγόμενος πνευματικός νόμος, ο οποίος είναι αδήριτος».

«Πολλοί από εμάς ομοιάζουμε με τους επιβάτες ενός αυτοκινήτου που κοιμόμαστε και όταν γίνει κάποιο απότομο φρενάρισμα ξυπνάμε, για να κοιμηθούμε και πάλι, όταν περάσει ο κίνδυνος» παρατηρεί πολύ περιγραφικά ο κ. Ιερόθεος, που υποστηρίζει πως η πείρα που συγκέντρωσε η Εκκλησία από αυτήν την περίοδο  πρέπει να «αποτελέσει οδηγό για άλλες παρόμοιες η ίδιες κρίσεις, που θα έλθουν στο μέλλον».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Ανδρέα Λουδάρο

Σεβασμιώτατε, αφού σας ευχαριστήσω, θα ήθελα να ξεκινήσω με μια ερώτηση που αποτελεί απορία πολλών. Τι φοβήθηκε περισσότερο η Εκκλησία την περίοδο του lockdown και δέχθηκε σχεδόν αδιαμαρτύρητα, σύμφωνα με ορισμένους τουλάχιστον, το κλείσιμο των Ναών; Ήταν ο φόβος της μετάδοσης του ιού η μήπως ο φόβος του να χρεωθεί η εκκλησιαστική κοινότητα την διασπορά του;

Εγώ σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να συζητήσουμε θέματα πρωτόγνωρα για την Εκκλησία μας, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια.

Κατ’ αρχάς δεν νομίζω ότι φοβήθηκε η Εκκλησία από την πρόσφατη υγειονομική κρίση, γιατί στην ιστορία της έχει περάσει πολλές κρίσεις, εξωτερικές και εσωτερικές, και γνώριζε πάντοτε να τις αντιμετωπίζει με πίστη και θάρρος. Άλλωστε, η Εκκλησία δεν είναι ένας ανθρώπινος οργανισμός, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού.

Η περίοδος του lockdown ήταν πράγματι δύσκολη, γιατί όχι μόνον οι Χριστιανοί, αλλά και οι Κληρικοί ένα διάστημα έμειναν αλειτούργητοι, οι Ναοί ήταν κλειστοί και ένα άλλο διάστημα γίνονταν οι ακολουθίες «κεκλεισμένων των θυρών».

Όμως, η Εκκλησία δεν δέχθηκε αυτή την κατάσταση αδιαμαρτύρητα. Να σας θυμίσω ότι με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της 16ης Μαρτίου περιόρισε και ανέστειλε όλες τις ενέργειές της, αλλά κράτησε την θεία Λειτουργία που θα γινόταν την Κυριακή το πρωΐ, 7-8 η ώρα. Όμως και τότε δεν υπήρξε αδρανής. Γνωρίζω ότι γίνονταν πολλές εσωτερικές διεργασίες και συζητήσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Ο Αρχιεπίσκοπος, ενώ δεν φαινόταν αυτό εξωτερικά, έκανε συνεχείς παρεμβάσεις στην Κυβέρνηση, όπως αυτό έκαναν και άλλα μέλη της Ιεραρχίας.

Ο φόβος μας ήταν να μη διασπαρεί ο ιός και να μη θεωρηθούμε ως υπεύθυνοι φόνου λόγω του συνωστισμού.

Να σας θυμίσω ότι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιον κάνει ένα σημαντικό σχόλιο στον ΞΣΤ  Ἀποστολικό Κανόνα: «Σημείωσε ότι ως φονεύς καταδικάζεται και εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος εν καιρώ πανώλης ηξεύρωντας ότι είναι μεμολυσμένος, υπάγει εις οίκους, και πολιτείας, και μολύνει και τους άλλους, και γίνεται πολλών φόνων αίτιος».

Βλέποντας πλέον τα πράγματα από την απόσταση των ημερών πιστεύετε πως η Εκκλησία χειρίστηκε σωστά το θέμα; Κέρδισε ή έχασε εν τέλει από την στάση της;

Στις υπάρχουσες συνθήκες και δυνατότητες η Ιερά Σύνοδος έκανε το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Αυτό το πιστεύω πραγματικά. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος είναι πολύπειρος σε δύσκολες καταστάσεις, καθώς επίσης οι Συνοδικοί Ιεράρχες αυτής της περιόδου στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, είναι ικανοί, διαθέτουν γνώση του εκκλησιαστικού χώρου και έχουν εκκλησιαστικό φρόνημα, και νομίζω χειρίσθηκαν σωστά το θέμα αυτό, όπως φαίνεται και από το αποτέλεσμα.

Βρεθήκαμε μπροστά σε έναν ιδιαίτερο και αόρατο πόλεμο, εμφανίσθηκε ένας ιός που ταπείνωσε την αλαζονεία του ανθρώπου και των επιστημόνων και παρέλυσε ισχυρά Κράτη και τις οικονομίες τους. Τα όσα ακούγαμε και βλέπαμε στις γειτονικές μας χώρες και σε άλλες πιο μακρινές, ακόμη και στις δυνατές και ισχυρές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έδειχναν το πρόβλημα που υπήρχε.

Αν κέρδισε ή έχασε η Εκκλησία μας, θα το δείξη ο χρόνος. Αυτή την στιγμή νομίζω ότι κέρδισε, γιατί έδειξε την ετοιμότητά της στην αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων, την αίσθηση του κινδύνου, την προστασία της υγείας των ανθρώπων, την συνεργασία της με τον πολιτικό κόσμο, την ευελιξία της στην αντιμετώπιση της καταστάσεως και την ανάδειξη του ησυχαστικού πνεύματος της ορθοδόξου παραδόσεως.

Νομίζω ακόμη ότι τα αντανακλαστικά που έδειξαν πολλοί Ποιμένες και οι πρωτοβουλίες που ανέλαβαν κατά την περίοδο αυτής της κρίσεως έδειξαν την δυναμικότητα της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής ποιμαντικής, επειδή βοήθησαν πολλούς ανθρώπους που ήταν κλεισμένοι στα σπίτια, με τα διάφορα προβλήματα που ανέδειξε αυτός ο εγκλεισμός.

Υπήρξαν όμως και εκείνοι, Ιερείς ακόμη και Αρχιερείς –λίγοι μεν αλλά υπήρξαν– που εγκάλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο και την Σύνοδο για την στάση τους.

Δεν νομίζω ότι υπήρξαν Ιερείς και Αρχιερείς οι οποίοι «εγκάλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο και την Σύνοδο». Δεν θέλω να το πιστέψω αυτό, αλλά μερικοί είχαν μια διαφορετική άποψη από την απόφαση της Συνόδου, που την εξέφρασαν ποικιλοτρόπως, ανάλογα με τις θεολογικές και εκκλησιολογικές αρχές που τους διέπουν και με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.

Νομίζω, ότι τελικά πρέπει να σεβόμαστε τον Συνοδικό θεσμό της Εκκλησίας, διότι διαφορετικά ζούμε με αυτόνομο τρόπο μέσα στην Εκκλησία, πράγμα το οποίο είναι αντιεκκλησιαστικό. Το Άγιον Πνεύμα συγκροτεί αυτόν τον θεσμό της Εκκλησίας.

Όταν, βέβαια, κάποιος έχει μια διαφορετική άποψη από εκείνη την οποία εξέφρασε η Σύνοδος, θα μπορεί να αποστείλει ένα έγγραφο στην Ιερά Σύνοδο η να συζητήσει προφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο και με τους Συνοδικούς Αρχιερείς, ώστε η πρότασή του αυτή να αξιοποιηθεί κατάλληλα. Έτσι, μέσα από την συνεργασία των πολλών βελτιώνονται οι αποφάσεις. Αυτό το βλέπουμε σε όλα τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων.

Μέσα στην Εκκλησία ζούμε ως ένα Σώμα που έχει πολλά μέλη, σύμφωνα με την θεόπνευστη ανάλυση που κάνει ο Απόστολος Παύλος στο 12ο κεφάλαιο της Α  πρός Κορινθίους Επιστολής του. Εκεί, μεταξύ άλλων γράφει, ότι στον ανθρώπινο οργανισμό ενώ υπάρχουν πολλά μέλη, ένα είναι το σώμα. Και ο οφθαλμός δεν μπορεί να πη στο χέρι ότι δεν σε έχω ανάγκη, ούτε η κεφαλή να πη στα πόδια ότι δεν σας χρειάζομαι.

Και στην συνέχεια ο Απόστολος Παύλος παρουσιάζει με εκπληκτικό τρόπο τον συνοδικό και ιεραρχικό θεσμό της Εκκλησίας, μέσα από τα χαρίσματα που έχει κάθε μέλος. Γράφει ότι ο Θεός έθεσε μέσα στην Εκκλησία τον καθένα σε ορισμένη θέση «πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α  Κορ. ιβ )

Έτσι, όταν υπάρχουν αντιπαραθέσεις μεταξύ μας και παρουσιάζονται δυσαρμονίες μεταξύ των χαρισματούχων, σημαίνει ότι δεν έχουμε το συγκεκριμένο χάρισμα, όπως θα έπρεπε να το έχουμε με τις απαραίτητες προϋποθέσεις που το έχουμε. Οπότε, είναι φανερόν ότι πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο κατέχει κανείς μια θέση μέσα στην Εκκλησία και στις ορθόδοξες προϋποθέσεις με τις οποίες εκφράζει το ιδιαίτερο αυτό χάρισμά του.

Σκοπός μας πρέπει να είναι η δόξα του Θεού και ο έπαινος της Εκκλησίας, και να μην ισχύη αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος «ει δε αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθήτε» (Γαλ. ε’, 15). Στην Εκκλησία υπάρχει ο λεγόμενος πνευματικός νόμος, ο οποίος είναι αδήριτος. 

Ορισμένοι υποστήριξαν πως ο τρόπος διαχείρισης της κατάστασης από την πλευρά της Κυβέρνησης ήταν μια έμμεση παραδοχή του κινδύνου μετάδοσης του ιού μέσω της Θείας Κοινωνίας. Το ενστερνίζεστε ως γεγονός;

Κατ’ αρχάς πρέπει να πω ότι η Κυβέρνηση σε συνεργασία με τον επιστημονικό και πολιτικό κόσμο έδειξε σοβαρότητα και υπευθυνότητα στην αντιμετώπιση της υγεινονομικής κρίσεως, γι’ αυτό θρηνήσαμε λιγότερα θύματα. Βέβαια, εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς μπορεί κανείς να έχη διαφορετική άποψη, αλλά θα πονούσαμε πολύ ως χώρα αν είχαμε πολλούς θανάτους. Τουλάχιστον πρέπει να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας σε όσους χειρίσθηκαν την υγειονομική αυτή κρίση. Όντως υπήρξε ορατός ο κίνδυνος της διασποράς του ιού.

Δεν ξύπνησε μια ωραία πρωΐα ο Πρωθυπουργός και με την συνδρομή του επιστημονικού κόσμου και αποφάσισε να κλείσει τα Σχολεία, τα Πανεπιστήμια, τα καταστήματα, τα γήπεδα, τα κέντρα πολιτισμού, τα ξενοδοχεία, τα αεροδρόμια, τα σύνορα, για να καταστρέψει την οικονομία της χώρας, για να κτυπήσει την Εκκλησία και να κάνει τους Χριστιανούς να μην κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Θεωρώ ότι τέτοιες σκέψεις είναι παράλογες!

Ο Αρχιεπίσκοπος και η Ιερά Σύνοδος από την αρχή έκαναν την διάκριση ότι άλλο είναι η Μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δια της οποίας δεν μεταδίδονται μολυσμοί, και άλλο είναι ο συνωστισμός, δια του οποίου γίνεται διασπορά του ιού. Και εγώ ως εκπρόσωπος τύπου έκανα πολλές φορές αυτήν την διάκριση.

Κατά συνέπειαν, επισήμως ούτε η Κυβέρνηση ούτε η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων έθεσαν θέμα μετάδοσης του ιού μέσω της θείας Κοινωνίας, αντίθετα μάλιστα προσωπικά θέλω να ευχαριστήσω την Επιστημονική Επιτροπή, η πλειοψηφία της οποίας αποτελείτο από ζωντανά μέλη της Εκκλησίας, που στάθηκε με πολύ σεβασμό απέναντι στην πίστη των ανθρώπων και την θεία Κοινωνία και βοήθησε την Εκκλησία. Αυτό το γνωρίζω προσωπικά. Αυτό μπορεί κανείς να το διακριβώση αν εξετάση τι έγινε σε άλλες χώρες.

Βέβαια, μερικοί βρήκαν ευκαιρία να εκδηλώσουν τις ιδεολογικές τους απόψεις, ως προς την θεία Κοινωνία, όμως εμείς αντισταθήκαμε σε αυτό, όπως το έκανε και η ομάδα των Εμπειρογνωμόνων.

Μαζί με την έξαρση του ιού είχαμε και έξαρση συνωμοσιολογίας. Πως το είδατε εσείς όλο αυτο;

Ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε, είναι ο κόσμος της φθοράς, της απάτης, τον οποίο κυριαρχεί ο κοσμοκράτορας του κόσμου τούτου, που είναι ο διάβολος. Βέβαια, ο διάβολος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, δεν είναι ο κοσμοκράτωρ του κόσμου, αλλά είναι ο κυρίαρχος στον κόσμο των παθών και των ανθρώπων οι οποίοι υποτάσσονται σε αυτόν, διότι τελικά τον κόσμο τον διευθύνει η άκτιστη προνοητική ενέργεια του Θεού, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός. Όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μη όντος, έτσι και τον διευθύνει με την άκτιστη ενέργειά Του.

Έπειτα, ο κόσμος της φαντασίας και των φαντασμάτων, είναι ο κόσμος της πλάνης, μέσα από την οποία ενεργεί ο αντίδικος, γι’ αυτό και όλοι οι Πατέρες μας διδάσκουν να μην ζούμε με φαντασίες και φαντασιώσεις, αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα μέσα από την πίστη και την υπακοή στην Εκκλησία.

Βέβαια, δεν αποκλείεται οι άνθρωποι του κόσμου να θέλουν να κυριαρχήσουν με διαφόρους τρόπους πάνω στον κόσμο, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθόδους, ακόμη και την επιστήμη και την ψευδοεπιστήμη. Όπως επίσης δεν αποκλείεται και η ύπαρξη, αν και σπάνια, ανθρώπων που έχουν το προφητικό χάρισμα και βλέπουν βαθύτερα και ουσιαστικότερα τα πράγματα, δηλαδή αυτό που λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, βλέπουν «τους λόγους των όντων», στην ιστορία και στην κτίση.

Όμως ο προφήτης έχει εμπειρία Θεού, ανεπτυγμένο τον «έσω άνθρωπο», και έτσι μπορεί να διακρίνει το άκτιστο από το κτιστό, το θεϊκό από το δαιμονικό, διαφορετικά είναι ψευδοπροφήτης. Και αυτή η διάκριση είναι το μεγάλο χάρισμα της θεολογίας.

Όλα αυτά που είπα προηγουμένως ισχύουν κατά πάντα. Εμείς που ζούμε στην Εκκλησία γνωρίζουμε σαφέστατα ότι η θεολογία μας συνδέεται στενά με την ιστορία και όχι με τον χώρο των φαντασμάτων και η θεολογία στην πραγματικότητα είναι θεολογία γεγονότων και όχι παραθεολογία φαντασιοπληξίας, διότι, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, «δαιμόνων θεολογία η δίχα πράξεως γνώσις». Άλλωστε, κατά τον Απόστολο Παύλο, «και πνεύματα προφητών προφήταις υποτάσσεται» (Α  Κορ. ιδ , 32) και, βεβαίως, όλα τα χαρίσματα και τα πνεύματα των προφητών ενεργούν στον ιερό θεσμό της Εκκλησίας, διαφορετικά είναι «πνεύματα ψευδοπροφητών».

Επομένως, εμπιστευόμαστε τον ιερό θεσμό της Εκκλησίας, μέσα στον οποίο ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, αγωνιζόμαστε εναντίον των φαντασιώσεων που φανερώνουν διάφορες ακόμη και ψυχιατρικές ασθένειες, χρησιμοποιούμε την επιστήμη, όπως την εκφράζουν οι πραγματικοί επιστήμονες, αλλά έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού.

Ως εκπρόσωπος Τύπου της Ιεραρχίας επί σειρά ετών έχετε σίγουρα μια σημαντική εμπειρία. Ωστόσο φαντάζομαι πως αυτό ήταν κάτι διαφορετικό. Θέλω να μου πείτε ποιά ήταν η εμπειρία σας από αυτή την σύντομη, αλλά φαντάζομαι δύσκολη, θητεία σας ως εκπρόσωπος Τύπου της Εκκλησίας εν μέσω πανδημίας.

Θεωρώ τιμή που διετέλεσα πολλά χρόνια εκπρόσωπος Τύπου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, επί Αρχιεπισκοπείας Χριστοδούλου και Ιερωνύμου. Και όλα αυτά τα 25 χρόνια που είμαι Αρχιερεύς έλεγα καθαρά τις θεολογικές και εκκλησιολογικές απόψεις μου, χωρίς να κάνω αντιπολίτευση ούτε στον μακαριστό Χριστόδουλο ούτε στον Ιερώνυμο, αλλά πάντοτε βοηθούσα και βοηθώ σε ο,τι μου ζητούσαν η μου ζητούν. Δεν εργάζομαι οπορτουνιστικά.

Βρίσκω δε την ευκαιρία να πω ότι με τον μακαριστό Χριστόδουλο είχα άριστη συνεργασία, του έλεγα τις απόψεις μου και τις ήκουε ηδέως, όπως το καταλάβαινα, αλλά μου το επιβεβαιώνουν και στενοί συνεργάτες του, καίτοι δεν τον είχα ψηφίσει, γι’ αυτό και έχω αγαθές αναμνήσεις από την επικοινωνία μου μαζί του. Ο ίδιος του πολλές φορές σε δύσκολες περιστάσεις με ερωτούσε για να μάθει την γνώμη μου. Βέβαια, την ίδια άριστη συνεργασία έχω και με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, και πριν γίνει Αρχιεπίσκοπος εδώ και τριάντα χρόνια.

Πάντως, στο πρόσωπο του κάθε Αρχιεπισκόπου βλέπω τον Πρόεδρο και εκφραστή της Ιεράς Συνόδου, δηλαδή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι έχω μάθει από τον μακαριστό Γέροντά μου Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο, ο οποίος με εμύησε στο εκκλησιαστικό φρόνημα και στον σεβασμό του συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας.

Με την ιδιότητά μου, λοιπόν, του εκπροσώπου Τύπου πολλές φορές χειρίσθηκα μεγάλα ζητήματα, όπως τις Ταυτότητες, την κρίση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τις εσωτερικές εκκλησιαστικές κρίσεις, την εκλογή δύο Αρχιεπισκόπων, τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον λοιπό Χριστιανικό κόσμο, το μάθημα των Θρησκευτικών, την μισθοδοσία των Κληρικών κλπ. Στην περίπτωση για την οποία με ερωτάτε, δηλαδή της υγειονομικής κρίσεως, κλήθηκα να βοηθήσω καίτοι δεν ήμουν Συνοδικός Αρχιερεύς.

Ο Αρχιεπίσκοπος και οι Συνοδικοί αποφάσισαν να μου αναθέσουν αυτό το έργο-διακονία, χωρίς να με ερωτήσουν, χωρίς να το θέλω, χωρίς να το επιδιώξω. Μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπος το γνώριζε καλά ότι δεν το ήθελα.

Βέβαια, όπως το είπα μερικές φορές στις συνεντεύξεις που έδωσα, υπάρχουν άλλοι Αρχιερείς που θα μπορούσαν να κάνουν το έργο αυτό καλύτερα από εμένα, γιατί μέσα στην Ιεραρχία έχουμε αξιόλογους Ιεράρχες, αλλά ο κλήρος έπεσε σε μένα και έπρεπε να υπακούσω. Μερικοί που με αγαπούσαν με απέτρεπαν να αναλάβω αυτό το έργο, γιατί, όπως μου έλεγαν, θα με έφθειρε. Εμένα όμως με ενδιαφέρει, πάνω από το προσωπικό μου όφελος, η θυσιαστική υπακοή μου στην Εκκλησία. Έτσι έμαθα να ζω. Δεν πρέπει να βάζουμε πάνω από την Εκκλησία τις ατομικές μας επιδιώξεις.

Αυτή η περίπτωση ήταν αρκετά δύσκολη για μένα. Έπρεπε να ανταποκρίνομαι στις προσκλήσεις των δημοσιογράφων να υποστηρίζω τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου και να μην εκφεύγω των αρμοδιοτήτων μου.

Έπειτα, έπρεπε να κινούμαι προσεκτικά μεταξύ της Εκκλησίας, της Πολιτείας, των Επιστημόνων, των εμπείρων δημοσιογράφων, των χριστιανών, των κληρικών και των επισκόπων και κυριολεκτικά να σχοινοβατώ ευρισκόμενος πάνω σε κάποιο κενό. Μερικοί προσπαθούσαν να πιάσουν μια λέξη για να κάνουν αρνητική κριτική, γιατί δυστυχώς οι πιο πολλοί ξέρουν πολύ καλά να κάνουν ένα παιχνίδι, δηλαδή να είναι «θηρευτές λέξεων», για να δημιουργούν προβλήματα.

Ήταν όντως δύσκολο έργο. Έπρεπε να ενημερώνω για τις αποφάσεις της Συνόδου, να τις υποστηρίζω, να βάζω τις απαραίτητες υποσημειώσεις και να αποφεύγω τους σκοπέλους, αλλά και να προσέχω από όσους ήταν έτοιμοι να ασκήσουν κριτική. Νομίζω ότι αυτό το αξιολόγησε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Αλάθητος δεν είναι κανένας, αλλά αυτό που μετράει είναι η διάθεση. Απέκτησα μεγάλη πείρα μέσα από αυτήν την πυρά που διήλθα. 

Αρκετοί θεωρούν πως η πανδημία αυτή, ανέδειξε πολλά προβλήματα εντός της Εκκλησίας. Η αλήθεια είναι πως ειδικά τις μέρες εκείνες ακούστηκαν πολλές διαφορετικές φωνές. Για παράδειγμα, άλλοι έλεγαν μην φιλάτε τα χέρια των ιερέων, μην προσκυνάτε τις εικόνες, άλλοι απαντούσαν πως αυτές οι προσεγγίσεις είναι ασεβείς και ολιγόπιστες. Εσείς τι άποψη έχετε γι’ αυτό;

Είναι αλήθεια αυτό, ότι η πανδημία αυτή ανέδειξε κάποιους άλλους ιούς, που κυκλοφορούν μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Στην αρχή οι περισσότεροι ήταν μουδιασμένοι και φοβισμένοι από τον covid-19 και τις συνέπειές του, και προβληματισμένοι. Όμως, καθώς περνούσε ο κίνδυνος, τότε φάνηκαν όλες οι αδυναμίες που υπάρχουν και στον εκκλησιαστικό μας χώρο. Το συνοδικό σύστημα είναι το καλύτερο, αλλά έχει και αυτό τις αδυναμίες του, όταν δεν συνδυάζεται με την ιεραρχικότητα και τον σεβασμό του ιερού θεσμού της Εκκλησίας.

Ως προς το όλο θέμα γράφονται και λέγονται πολλά που δεν μπορεί κανείς εύκολα να σχολιάση. Ως προς τα θέματα που θίγετε, δηλαδή τον τρόπο προσεγγίσεως των ιερών αντικειμένων στους ναούς και την προσέγγιση στους ιερείς διατυπώθηκαν οι πιο ακραίες απόψεις, από ασεβείς και ολιγόπιστες έως και ζηλωτικές. Σε έναν μικρό βαθμό είδαμε την διαμάχη μεταξύ εικονομάχων και εικονολατρών. Όμως η Εκκλησία στο παρελθόν το έλυσε αυτό το θέμα θεολογικά. 

Νομίζω όμως ότι εκείνο που ανέδειξε αυτή η πανδημία είναι οι ποικίλες θεολογικές και εκκλησιολογικές απόψεις μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δια μέσου των αιώνων αντιμετώπισε τους αρειανούς, τους μονοφυσίτες, τους μονοθελήτες, τους εικονομάχους, αλλά παρά ταύτα όλοι αυτοί οι θεολογικοί ιοί κυκλοφορούν μεταξύ των Χριστιανών, ακόμη και μεταξύ των Ορθοδόξων.

Ο κάθε Κληρικός, κάθε βαθμού φαίνεται ότι έχει την δική του θεολογία και εκκλησιολογία, όπως την σχημάτισε από το οικογενειακό του περιβάλλον, τον πνευματικό του πατέρα, τις θεολογικές του σπουδές, την θέση που κατέχει στην Εκκλησία. Θα μπορούσα να πω ότι σε πολλούς κληρικούς όλων των βαθμών υπάρχει μια θεολογική, εκκλησιολογική και πνευματική αυτονομία και ανεπάρκεια.

Υπάρχουν ενέργειες που κατά την γνώμη σας θα έπρεπε να γίνουν, πρωτοβουλίες που θα πρέπει να λάβη η Εκκλησία ώστε να αξιοποιήσει την εμπειρία που απέκτησε από την περίοδο αυτή ώστε να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που αναδείχθηκαν;

Μετά από κάθε κρίση πρέπει μερικοί σοβαροί και υπεύθυνοι άνθρωποι, κυρίως τα Συνοδικά όργανα της Εκκλησίας να κάνουν ανασκόπηση των γεγονότων και να δουν τα θετικά και τα αρνητικά, ώστε η πείρα αυτή να αποτελέσει οδηγό για άλλες παρόμοιες η ίδιες κρίσεις, που θα έλθουν στο μέλλον. Δεν ξέρω αν αυτό γίνει στην Εκκλησία μας.

Έχω παρατηρήσει και από άλλες κρίσεις που περάσαμε στο παρελθόν ότι πολλοί από εμάς ομοιάζουμε με τους επιβάτες ενός αυτοκινήτου που κοιμόμαστε και όταν γίνει κάποιο ατύχημα η απότομο φρενάρισμα ξυπνάμε, για να κοιμηθούμε και πάλι, όταν περάσει ο κίνδυνος.

Νομίζω αν είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίζει από την υγειονομική αυτή κρίση είναι ότι πρέπει να σεβαστούμε πραγματικά τον ευλογημένο συνοδικό θεσμό της Εκκλησίας, με την Ιεραρχική του διαβάθμιση. Δεν πρέπει να υποτιμούμε η να κρίνουμε η να χλευάζουμε τον θεσμό της Ιεράς Συνόδου μέσα από την προοπτική ποιός είναι στην θέση του Αρχιεπισκόπου και ποιά είναι η σχέση μας μαζί του.

Αν κανείς δεν σέβεται τα Συνοδικά Όργανα της Εκκλησίας, τότε οδεύει σε επικίνδυνους ατραπούς. Ο άγιος Πορφύριος έλεγε: «Προτιμώ να πλανώμαι μέσα στην Εκκλησία, παρά να φύγω από την Εκκλησία». «Κι έλεγε ότι δεν θα ήθελε να σωθεί μόνος του, δίχως την Εκκλησία κι ότι δεν θα εγκατέλειπε το πλοίο της Εκκλησίας, γιατί έπαθε ρωγμή η γιατί κινδύνευε».

Θεωρείτε πως ο Αρχιεπίσκοπος υπήρξε στόχος;

Δεν μπορώ να φαντασθώ ότι ένα μέλος της Ιεραρχίας είχε και έχει ενσυνειδήτως στόχο τον Αρχιεπίσκοπο. Ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος εκλέγεται από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και πρέπει να γίνεται σεβαστός. Φυσικά, όπως το κάνουνε όλοι, του λέμε γραπτώς η προφορικώς τις απόψεις μας και εκείνος ενεργεί ανάλογα.

photo: X. Μπόνης

Επομένως, δεν θέλω να δεχθώ ότι υπήρχε μια στόχευση στον Αρχιεπίσκοπο για να γίνη μια αποσταθεροποίηση μέσα στην Εκκλησία. Μια τέτοια νοοτροπία είναι καθαρά κοσμική, ίσως και δαιμονική, πάντως αντιεκκλησιαστική.

Αλλά και όταν δημιουργήται μια κρίση μέσα στην Εκκλησία, μπορεί να ερμηνευθή από την άποψη ότι όσο ο οργανισμός είναι δυνατός, τόσο παράγει και υψηλό πυρετό. Δηλαδή, ως αντίδραση στις αιρετικές απόψεις διαφόρων Πρεσβυτέρων και Επισκόπων, η Εκκλησία παρήγαγε μια υψηλή θεολογία, η οποία αποτελεί το θεμέλιό μας και την δόξα μας.

Πάντως, όλοι μας πρέπει να διακρινόμαστε από εκκλησιαστικό φρόνημα και να αποβλέπουμε στην δόξα του Θεού και τον έπαινο της Εκκλησίας. Εάν όλοι οι Αρχιερείς διαβάζαμε προσεκτικά το Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, που είναι ένα κείμενο που έστειλε στον εξάδελφό του Επίσκοπο Ευρίπου Ιερόθεο, που του το ζήτησε, όπου γράφεται για το ποιός πρέπει να είναι ο Αρχιερεύς και πως πρέπει να συμπεριφέρεται μέσα την Εκκλησία, τότε θα ενεργούσαμε πάντοτε θεολογικά και εκκλησιαστικά και όχι αντιεκκλησιαστικά. 

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση, αν και η βασική αρχή της Ιστορίας απαγορεύει τα «αν». Έχοντας πλέον την εμπειρία των γεγονότων τι πιστεύετε πως θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά ώστε η διαχείριση αυτής της κρίσης να έπληττε λιγότερο την Εκκλησία;

Συμφωνώ ότι δεν μπορούμε να εργαζόμαστε με το «αν», αλλά να βλέπουμε την πραγματικότητα. Το «αν» κρύβει πολλή φαντασία, ενώ το «νυν και αεί» κρύβει πολύ ρεαλισμό και πίστη.

Το ερώτημά σας, στο οποίο υπάρχει το ρήμα «έπληττε λιγότερο», δείχνει ότι επλήγη, λιγότερο ή περισσότερο, η Εκκλησία. Ασφαλώς πιστεύω ότι εννοείτε την Ιερά Σύνοδο ή τα μέλη της Εκκλησίας και όχι την Εκκλησία ως Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού που δεν πλήττεται. Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού έμαθε να ζη σε διωγμούς, σε φυλακίσεις, σε κατακόμβες, σε αιρετικές συρράξεις και δεν έπαθε τίποτε, αφού «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ , 18). Ούτε ο Άδης μπορεί να κυριαρχήσει στην Εκκλησία, αφού ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας κατέβηκε στον Άδη και τον συνέτριψε.

Δεν γνωρίζω τι θα γινόταν «αν» η Ιερά Σύνοδος λάμβανε άλλες αποφάσεις, ίσως συγκρουσιακές. Αλλά με ποιόν να συγκρουσθή; Με τον ιό; Με την Κυβέρνηση; Με τους επιστήμονες, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δικά της, της Εκκλησίας, μέλη; Με τον κόσμο; Η πραγματική σύγκρουση της Εκκλησίας πρέπει να είναι εναντίον του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου. Όταν αφήνουμε αυτήν την σύγκρουση και ασχολούμαστε με άλλες συγκρούσεις, αγνοούμε τον εσωτερικό πυρήνα της Εκκλησίας και τον σκοπό της.

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν»  (Ιω. ι , 10). Διερωτώμαι: Έχουμε αυτήν την ζωή που έφερε ο Χριστός και μάλιστα το περισσόν της ζωής, η κάνουμε την Εκκλησία σύνθημα, είδηση, γρανάζι αυτού του κόσμου; Μέσα σε αυτό το ερώτημα δεν αντέχει το υποθετικό «αν».

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Ετικέτες: