Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος

Ὁμιλία
κατά τή συνοδική θεία Λειτουργία
στόν Ἱερό Ναό τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Σταθμοῦ Λαρίσης)
(29 Ἰουνίου 2018)

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, σεπτέ Προκαθήμενε τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας,

Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί Συνοδικοί Πατέρες,
Τιμιώτατοι συμπρεσβύτεροι καί διάκονοι,
Προσφιλέστατοι ἀδελφοί Χριστιανοί,

Εἴμαστε δημιουργήματα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, συνέχει τόν κόσμο, προνοεῖ καί φροντίζει γι᾽ αὐτόν. Ἀπό τήν ἴδια ἀγάπη κινούμενος ὁ Θεός ἔστειλε στόν κόσμο τόν μονογενῆ Υἱό Του γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά μᾶς χαρίσει τή χαμένη δυνατότητα νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ» (Α’ Ἰω. 4,9).

Στήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μέ τή δική του ἀγάπη. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε πλασμένοι γιά ν᾽ ἀγαποῦμε τόν Θεό. Εἶναι ἔμφυτος μέσα μας ὁ πόθος, ἡ δίψα, ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Δημιουργός μας κι ἐμεῖς τά πλάσματά Του. Εἶναι ὁ Λυτρωτής μας κι ἐμεῖς οἱ λυτρωμένοι μέ τό αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του. Τό νά Τόν ἀγαποῦμε, λοιπόν, δέν εἶναι ἁπλῶς ἐντολή Του ἀλλά βαθιά ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀφοῦ μόνο κοντά στόν Θεό ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά γευθεῖ τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας. Ἔτσι μόνο μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού δόθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐπιβεβαιώθηκε καί ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ στήν Καινή : «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» (Μάρκ. 12,30).

Τῆς ἀγάπης πού ὀφείλουμε νά δείχνουμε πρός τόν Θεό κήρυκας, ὑμνητής καί ἐνσαρκωτής ὑπῆρξε καί ὁ πρωτοκορυφαῖος ἀπόστολος Παῦλος, τόν ὁποῖο τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἡ πατρίδα μας, ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη. Ὁ μεγάλος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε κατ᾽ ἐξοχήν μιά μεγάλη καρδιά δοσμένη στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ὑμνογράφος τῆς ἑορτῆς ἀπευθυνόμενος πρός τό σεπτό πρόσωπό του δικαιοῦται νά τοῦ λέει : «Σύ τήν πολυέραστον θείαν ἀγάπησιν ὡς τούς ἐρῶντας συνδέουσαν τῷ ποθουμένῳ εἰλικρινῶς ἁπάντων προέκρινας» (4ο στιχηρό τῶν Αἴνων).

Τί, λοιπόν, γιά τήν ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ ἔχει νά μᾶς πεῖ ὁ θεηγόρος Ἀπόστολος; Ποιό εἶναι τό μήνυμα καί ἡ μαρτυρία του πρός τήν ἐποχή μας; Μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ Θεός ἀπό πολλούς ἀνθρώπους ἔχει ἀπωθηθεῖ στό περιθώριο τῆς ζωῆς τους, ἡ ἀγάπη Του μέσα μας ἔχει ψυγεῖ καί οἱ καρδιές ἔχουν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπό διάφορες ἄλλες χοϊκές ἀγάπες;

1. Τό πρῶτο πού ἔρχεται νά μᾶς πεῖ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ μεγάλος Ἀπόστολος καί νά ἐπιβεβαιώσει μέ τή μαρτυρία τῆς προσωπικῆς τους ζωῆς εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀγαπᾶ τόν Θεό πάνω ἀπ᾽ ὅλα καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα. Ὁ Θεός δέν θέλει ἁπλῶς τήν ἀγάπη μας. Ζητεῖ τήν πρώτη ἀγάπη, τόν ὁλοκάρδιο πόθο, τή βαθιά ἀναζήτηση. Διεκδικεῖ τήν πρώτη θέση στήν καρδιά μας. Ἀπόλυτη προτεραιότητα στήν ἱεράρχηση τῶν συναισθημάτων μας.

Πρῶτος μᾶς ἀγάπησε Ἐκεῖνος. Ὁ Θεός, ὅπως διδάσκει ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος, εἶναι «ὁ ἀγαπήσας ἡμᾶς καί δούς παράκλησιν αἰωνίαν καί ἐλπίδα ἀγαθήν ἐν χάριτι…» (Β’ Θεσσ. 2,16). Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «συνέχει ἡμᾶς» (Β’ Κορ. 5,14). «Γέμισε καί ξεχείλισε τίς καρδιές μας» «διά Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. 5,5).

Ἡ ἀγάπη αὐτή ζητεῖ τήν ἀμοιβαιότητα. Στή θεία ἀγάπη ὀφείλουμε ν᾽ ἀνταποκριθοῦμε κι ἐμεῖς. Μέ ὅλη τή διάθεση τῆς ψυχῆς. Τή φλόγα τῆς καρδιᾶς. Τήν αὐταπάρνηση πού πρέπει νά διακρίνει τή ζωή μας.

«Τά πάντα ἡγοῦμαι σκύβαλα ἵνα Χριστόν κερδήσω καί εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ…» (Φιλ. 3, 8-9).

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρέπει νά στέκεται πάνω ἀπό τήν ἀγάπη ὁποιουδήποτε πράγματος. Ὅση ἀξία κι ἄν ἔχει. Ὅσο πολύτιμο κι ἄν εἶναι. Ψηλότερα ἀπό τήν ἀγάπη ὁποιουδήποτε προσώπου. Πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιά τόν πατέρα καί τή μητέρα του. Πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τῶν γονιῶν γιά τά παιδιά τους.

Πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν, τῶν συζύγων, τῶν φίλων. Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν πίστεψε καί πραγματοποίησε τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ : «ὁ φιλῶν μητέρα ἤ πατέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37). Ἦταν τόσο δυνατή ἡ ἀγάπη του γιά τόν Χριστό, ὥστε περιφρονοῦσε καί τόν θάνατο.

«Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλ. 1,21). Ἦταν τόσο στενά ἑνωμένος μέ τό Νυμφίο Ἰησοῦ, ὥστε μποροῦσε νά γράφει στούς Γαλάτες : «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (2,20).

2. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅταν ἐνοικήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται πηγή δυνάμεως, ἐλπίδας καί χαρᾶς. Ὅποιος ἀγαπᾶ ἀληθινά τόν Θεό ἐλευθερώνεται ἀπό τήν ἕλξη τῆς γῆς. Ἡ καρδιά του φλέγεται ἀπό τόν πόθο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Περιφρονεῖ τά ἐφήμερα καί μάταια. Δέν φοβᾶται τούς πειρασμούς. Δέν κάμπτεται ἀπό τίς δυσκολίες. Δέν λυγίζει στίς δοκιμασίες. Στέκεται ἀτάραχος καί γαλήνιος ἀκόμη καί μπροστά στόν ἴδιο τόν θάνατο. Τέτοια ἦταν ἡ ἀγάπη τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τό βεβαιώνει ἡ ζωή του. Οἱ ἀγῶνες του. Ἡ αὐταπάρνησή του. Ὁ μαρτυρικός του θάνατος. Τό ἀποκαλύπτουν οἱ συγκλονιστικοί ἐκεῖνοι στίχοι τοῦ 8ου κεφαλαίου τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς του : «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα;» (Ρωμ. 8,35 ἑξ.).

Μπροστά στήν ἀγάπη αὐτή τῆς Παύλειας καρδιᾶς στέκεται μέ θάμβος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί λέει : «Ἀλλά τί Παύλου ἄν γένοιτο ἴσον; Ὅς οὐ πατρίδα καί οἰκίαν καί συγγενεῖς ἀφῆκεν, ἀλλ᾽ αὐτόν τόν κόσμον διά τόν Ἰησοῦν, μᾶλλον δέ αὐτόν τόν οὐρανόν καί τόν οὐρανόν τοῦ οὐρανοῦ ὑπερεῖδε, καί ἕν μόνον ἐζήτει, τοῦ Ἰησοῦ τήν ἀγάπην» (Ὁμιλ. Α’ εἰς τόν ἀπ. Παῦλον P.G. 50,473).

Ἴσως τεθεῖ τό ἐρώτημα : Ὁ Χριστός μᾶς ζητεῖ νά μήν ἀγαποῦμε τούς συγγενεῖς μας, γονεῖς, παιδιά, ἀδέλφια, συζύγους ἤ τους φίλους μας; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Ὁ Χριστός δέν ζητεῖ τήν ἀποκλειστικότητα ἀλλά τήν προτεραιότητα τῆς ἀγάπης μας. Ὅλοι ἔχουν θέση στήν καρδιά μας· μερίδιο στήν ἀγάπη μας.

Ἐκεῖνο πού ζητεῖ εἶναι ἡ πρώτη θέση. Ὁ Χριστός νά εἶναι ὁ ἄξονας τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἡ ζωή μας νά μήν εἶναι πραγματοκεντρική, ἀνθρωποκεντρική ἤ ἐγωκεντρική ἀλλά θεοκεντρική καί χριστοκεντρική.

3. Ἄν πράγματι ἀγαποῦμε ἀληθινά τόν Θεό, τότε μποροῦμε νά ἀγαπήσουμε καί τούς ἀνθρώπους. Ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος διότι ἀγάπησε βαθιά τόν Χριστό, ἀγάπησε καί τούς ἀνθρώπους. Μᾶς χάρισε τό μεγαλειῶδες 13ο κεφάλαιο τῆς Α’ ἐπιστολῆς του πρός Κορινθίους. Ἀγωνίστηκε ὅσο κανείς ἄλλος νά γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν ἕτοιμος νά γίνει «ἀνάθεμα», νά χωριστεῖ δηλαδή ἀπό τόν ἀγαπημένο Κύριο, γιά χάρη τῶν ὁμοεθνῶν του Ἰσραηλιτῶν (Ρωμ. 9,3).

Ὑπάρχει περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός μᾶς ζητεῖ νά ἀρνηθοῦμε τήν ἀγάπη μας πρός τούς συγγενεῖς μας κατά σάρκα; Μία καί μοναδική. Πότε; Ὅταν ἡ ἀγάπη μας γι᾽ αὐτούς στέκεται ἐμπόδιο στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μᾶς ζητοῦν γιά χάρη τους ν᾽ ἀρνηθοῦμε τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γίνονται ἡ αἰτία τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν τήρηση τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας Του. Στήν περίπτωση αὐτή ἀναφέρονται τά λόγια τοῦ Χριστοῦ : «Οὖκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν· ἦλθον γάρ διχάσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ πατρός αὐτοῦ καί θυγατέρα κατά τῆς μητρός αὐτῆς καί νύμφην κατά τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καί ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοί αὐτοῦ» (Ματθ. 10, 34-36). Πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων στέκεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάνω ἀπό τήν ὑπακοή σέ ἀνθρώπους ἡ ὑπακοή στόν Χριστό: «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πράξ. 5,29).

Μακαριώτατε,

ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Αὐτό πού οἱ χριστιανοί ἔχουμε σήμερα περισσότερο ἀνάγκη· αὐτό πού ἔκδηλα ἀπουσιάζει ἀπό τίς καρδιές μας, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ πού θά πρέπει νά πυρπολεῖ τήν ὕπαρξή μας. Ὁ Χριστιανισμός μας ἔγινε μεταφυσική, ἠθική, κοινωνική φιλοσοφία, φιλανθρωπία καί καλά ἔργα καί κινδυνεύει νά παύσει νά εἶναι ἀγάπη. Ἀγαπητική σχέση καί ἐρωτική κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Ζοῦμε οἱ σημερινοί χριστιανοί, ὅπως σωστά παρατηρήθηκε, τό δράμα ἑνός ἀνέραστου Χριστιανισμοῦ.

Ἀνάγκη, λοιπόν, ν᾽ ἀνακτήσουμε αὐτή τήν ἀγάπη. Νά τήν θερμάνουμε, ἄν ἔχει κρυώσει, καί νά τήν αὐξήσουμε, ἄν ἔχει λιγοστέψει. Ὁ Χριστός νά γίνει ἡ ΠΡΩΤΗ μας ἀγάπη. Ὁ ἄξονας καί τό κέντρο τῆς ζωῆς μας. Ὁ μεγάλος ἔνοικος στόν θρόνο τῆς καρδιᾶς μας. «Μακάριος», διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «ὅστις τοιοῦτον, πρός Θεόν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἷον μανικός ἐραστής πρός τήν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται» (Λόγ. 30, P.G. 88, 1156 C).

Aὐτή τή θερμή καί γνήσια ἀγάπη πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ, τόν Λυτρωτή καί Σωτήρα μας, εὐαγγελίζεται σήμερα σέ ὅλους μας ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων Παῦλος. Τήν κηρύττει μέσα ἀπό τίς ἀθάνατες ἐπιστολές του. Τήν ἀκτινοβολεῖ μέ τήν ἀποστολική καί ἁγία ζωή του. Καί μᾶς καλεῖ νά τήν ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς ἀκολουθώντας τά ἴχνη του: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε» (Α’ Κορ. 4,16).

Κείμενα από την συντακτική ομάδα του orthodoxia.info.

Ετικέτες: