Με την περιγραφή μιας σειράς δραματικών γεγονότων συνδέει το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον την αφήγηση για την αποκάλυψη της μεσσιανικότητας του βρέφους Ιησού κατά την επίσκεψη των μάγων (2:1-12) με την έναρξη της δράσης του προδρόμου του μεσσία, του Ιωάννη του Βαπτιστή (3:1-12). Στους στχ 2:13-23, που κατά τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν το ευαγγελικό ανάγνωσμα της πρώτης μετά τα Χριστούγεννα Κυριακής, περιγράφονται διαδοχικά η φυγή της αγίας οικογένειας στην Αίγυπτο (13-15), η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ (16-18) και η εγκατάσταση του Ιησού στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας (19-23). Κάθε αφήγηση ολοκληρώνονται με τη σημείωση πως ό,τι συνέβη είχε προαναγγελθεί από τις Γραφές. Έτσι θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι στα τρία αυτά επεισόδια συνοψίζεται ολόκληρο το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο.

Πιο αναλυτικά, το πρώτο επεισόδιο της περικοπής οδηγεί συνειρμικά τη σκέψη του αναγνώστη στην ιστορία των πατριαρχών του Ισραήλ. Δεκαέξι αιώνες νωρίτερα ο γιος του Ιακώβ, ο Ιωσήφ, μισούμενος από τα αδέλφια του είχε καταλήξει σκλάβος στην Αίγυπτο, όπου, όμως, με τη βοήθεια του Θεού που του χάρισε την ικανότητα να ερμηνεύει τα όνειρα αναδείχτηκε σε άρχοντα της χώρας. Τώρα, ο συνονόματος του πατριάρχη αρραβωνιαστικός της Μαρίας ενημερώνεται με όνειρο για τον κίνδυνο που διατρέχει ο μικρός Ιησούς και προστάζεται να καταφύγει στην Αίγυπτο. Τότε, η διάσωση του πατριάρχη Ιωσήφ στην Αίγυπτο σηματοδότησε το αφετηριακό σημείο για την έναρξη της ιστορικής πορείας του λαού του Θεού, του βιβλικού Ισραήλ, η οποία θα συνεχιστεί με την έξοδο των απογόνων του Ιωσήφ από τη χώρα και τη διαθήκη του Σινά. Τώρα, η διάσωση του Ιωσήφ και της οικογένειάς του στην Αίγυπτο καθίσταται και πάλι αφετηριακό σημείο για τη δημιουργία του νέου λαού του Θεού, της Εκκλησίας.

Περιγράφοντας ο Θεός αυτό το αφετηριακό σημείο της σχέσης του με τον λαό του διακηρύσσει με το στόμα του προφήτη Ωσηέ: «Νήπιος Ἰσραήλ, καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ» (11:1) Παραλλάσσοντας ελαφρά την προφητεία αυτή ο ευαγγελιστής Ματθαίος και εφαρμόζοντάς την στο πρόσωπο του Ιησού, δηλώνει ότι ο Ιησούς ενσαρκώνει ουσιαστικά τον λαό του Ισραήλ. Είναι ο αποδέκτης, ο φορέας και η εκπλήρωση των υποσχέσεων που δόθηκαν στο Ισραήλ από τον Θεό. Με τον τρόπο αυτόν τονίζεται παραστατικά ότι η ιστορία των σχέσεων του Θεού με τους ανθρώπους εισέρχεται σε μια εντελώς καινούργια φάση και όλα ξαναρχίζουν από την αρχή από το σημείο από όπου είχαν αρχίσει και παλιά.

Το δεύτερο επεισόδιο της περικοπής αναφέρεται σε μια πράξη γενοκτονίας που παραπέμπει και πάλι στην εποχή που ο Ισραήλ ζούσε στην Αίγυπτο. Η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και της ευρύτερης περιοχής από τον Ηρώδη θυμίζει έντονα την εκτεταμένη δολοφονία των αρσενικών παιδιών των εβραϊκών οικογενειών που δώδεκα αιώνες πριν είχε διατάξει ο Φαραώ (Εξο 1:15-22). Ο Ηρώδης είναι ένας νέος Φαραώ· καθώς νιώθει ότι η πολιτική του δύναμη απειλείται, καταφεύγει σε απονενοημένες προσπάθειες αυτοσυντήρησης που έχουν ως συνέπεια αίμα, δάκρυα και πόνο για τους άλλους, αλλά φέρνουν τελικά το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Τόσο ο Φαραώ όσο και ο Ηρώδης αποτυγχάνουν να αποτρέψουν τη γέννηση ενός ισχυρού ηγέτη του Ισραήλ. Τόσο ο Μωυσής όσο και ο Ιησούς γεννιούνται κάτω από την απειλή του θανάτου, αλλά σώζονται χάρη στην προστατευτική επέμβαση του Θεού.

Όμως στο διάστημα που μεσολαβεί ο Θεός θα χρειαζόταν να επέμβει αρκετές φορές ακόμα. Εξαγγέλλοντας ο προφήτης Ιερεμίας στους εξόριστους στη Μεσοποταμία συμπατριώτες του την απόφαση του Θεού να αποκαταστήσει τον λαό του (38:1-30) και λίγο πριν προαναγγείλει τη σύναψη της καινής Διαθήκης (38:31-34), περιγράφει με ποιητικό τρόπο τα βάσανα του Ισραήλ: «Φωνὴ ἐν Ῥαμὰ ἠκούσθη θρήνου καὶ κλαυθμοῦ καὶ ὀδυρμοῦ· Ῥαχὴλ ἀποκλαιομένη οὐκ ἤθελεν παύσασθαι ἐπὶ τοῖς υἱοῖς αὐτῆς, ὅτι οὐκ εἰσίν» (38:15). Η Ραχήλ, ο τάφος της οποίας βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Βηθλεέμ, ήταν μία από τις συζύγους του πατριάρχη Ιακώβ και μητέρα του Ιωσήφ, του γενάρχη δύο από τις μεγαλύτερες ισραηλιτικές φυλές. Χρησιμοποιώντας ο ευαγγελιστής Ματθαίος το ίδιο ακριβώς προφητικό κείμενο για να περιγράψει τη φρίκη της σφαγής των νηπίων της Βηθλεέμ, υπαινίσσεται ότι η εκπλήρωση της επόμενης προφητείας του Ιερεμία, της σύναψης της καινής Διαθήκης, είναι πλέον κοντά. Ο «μεσίτης» της νέας Διαθήκης έχει γεννηθεί.

Το τρίτο επεισόδιο της περικοπής περιγράφει και πάλι μέσα από μια προφητεία το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του μεσίτη. Πληροφορούμενος ο Ιωσήφ ότι ο Αρχέλαος διαδέχτηκε τον πατέρα του στον θρόνο της Ιερουσαλήμ φοβήθηκε να επιστρέψει στην Ιουδαία και αποφάσισε, ύστερα και από θεία προτροπή, να εγκατασταθεί στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Στο χωριό αυτό θα ενηλικιωθεί ο Ιησούς και αυτό θα του προσδώσει το παρωνύμιο “Ναζωραίος”, το οποίο ο ευαγγελιστής Ματθαίος θεωρεί επίσης ως εκπλήρωση άλλης μιας προφητείας. Ωστόσο σε ολόκληρη τη Γραφή δεν υπάρχει κάποια προφητική ρήση που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του Ματθαίου. Η διαπίστωση αυτή έχει οδηγήσει τους ερμηνευτές στη διατύπωση πλήθους υποθέσεων για την ερμηνεία του τελευταίου στίχου της περικοπής (στχ 23), φαίνεται όμως περισσότερο πιθανό ότι ο ευαγγελιστής κάνει ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στις λέξεις “Ναζωραίος” και “Ναζηραίος”, που σημαίνει αφιερωμένος στον Θεό.

Οι Ναζηραίοι αποτελούσαν ειδική τάξη ανθρώπων οι οποίοι αφιερώνονταν για ορισμένο χρονικό διάστημα ή για ολόκληρη τη ζωή τους στον Θεό. Οι σχετικές με την αφιέρωσή τους υποχρεώσεις τους περιγράφονται στο Αρι 6:1-21. Ότι ο αναμενόμενος λυτρωτής του Ισραήλ θα είναι αφιερωμένος στον Θεό αποτελεί κοινό τόπο όλων σχεδόν των προφητικών εξαγγελιών και ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο Ματθαίος κάνει λόγο για «τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν» και όχι για κάποια συγκεκριμένη προφητεία.

Η τριπλή διαβεβαίωση του ευαγγελιστή Ματθαίου ότι στα πρώτα χρόνια της ζωής του Ιησού εκπληρώνονται όσα οι προφήτες προανήγγειλαν για το πρόσωπο του Μεσσία και το έργο του στέλνει ένα αισιόδοξο μήνυμα και για τη σύγχρονη εποχή. Σε έναν κόσμο όπου η κυριαρχία των ισχυρών φαίνεται ανυπέρβλητη η πρόνοια του Θεού για τον κόσμο δεν πρόκειται να επιτρέψει τη ματαίωση του σχεδίου για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: