Ένα πανάρχαιο κοινωνικό πρόβλημα θίγει το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ε´ Κυριακής των Νηστειών από το Κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον (10:32β-45), το ζήτημα της εξουσίας. Το πρόβλημα φαίνεται πως απασχολούσε και τους μαθητές, καθώς το είχαν ξαναθέσει στον Ιησού ήδη στην Καπερναούμ.

Αμέσως μετά τη θεραπεία του επιληπτικού παιδιού στους πρόποδες του όρους Θαβώρ, ο Ιησούς, συζητώντας με τους μαθητές του, προλέγει για δεύτερη φορά το επικείμενο πάθος του, αλλά, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ευαγγελιστής, «Αυτοί δεν καταλάβαιναν αυτόν το λόγο· ωστόσο φοβούνταν να τον ρωτήσουν» (Μαρ 9:32). Πιθανότατα ο λόγος του δισταγμού τους να ανοίξουν συζήτηση με τον δάσκαλό τους ήταν ότι το ερώτημα που τους απασχολούσε εκείνη την ώρα αφορούσε στο «ποιος είναι ανώτερος ανάμεσά τους» (Μαρ 9:34). Όμως η απάντηση του Ιησού πως «Όποιος θέλει να είναι ο πρώτος θα πρέπει να γίνει ο τελευταίος απ’ όλους κι ο υπηρέτης όλων» ((Μαρ 9:35) δεν φαίνεται να έλυσε το πρόβλημα. Το ίδιο ακριβώς σκηνικό επαναλαμβάνεται και όταν, καθώς οδεύουν για το τελευταίο ταξίδι τους προς τα Ιεροσόλυμα, ο Ιησούς προλέγει για τρίτη φορά το πάθος του.

Παρά την προσπάθεια του Ιησού να ενημερώσει τους μαθητές του για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν, ώστε να είναι προετοιμασμένοι και να μη σκανδαλιστούν από την επικείμενη σύλληψη και εκτέλεσή του, εκείνοι εμφανίζονται και πάλι να κινούνται σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Σαν να αδιαφορούν για όσα τους λέει ο Ιησούς, κάνουν τα δικά τους όνειρα για τις επόμενες μέρες στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιάκωβος, μάλιστα, και ο Ιωάννης, γιοι του Ζεβεδαίου, δεν διστάζουν να αξιώσουν ευθέως από τον Ιησού να τους παραχωρήσει τις δύο πιο τιμητικές θέσεις στο βασίλειο που πιστεύουν ότι πρόκειται να ιδρύσει: «Όταν θα εγκαθιδρύσεις την ένδοξη βασιλεία σου, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στα αριστερά σου» (10:37). Παρά την προσπάθεια του Ιησού να τους επαναφέρει στην πραγματικότητα, τονίζοντάς τους ότι αυτό που ζητούν απαιτεί υπερβολικές θυσίες από μέρους τους, εκείνοι δηλώνουν ότι είναι έτοιμοι να κάνουν ό,τι τους ζητηθεί. Διαπιστώνοντας ο Ιησούς ότι το αίτημα των δύο προκαλεί την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, αναλαμβάνει να τους αναλύσει τη δική του άποψη για την εξουσία, που συνοψίζεται στην προκλητική από άποψη διατύπωσης αρχή: «Όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας· και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων» (10:43-44).

Σε πλήθος περιπτώσεων εμφανίζουν οι ευαγγελιστές τον Ιησού να αντιστρέφει τον τρόπο με τον οποίο όροι και φράσεις κατανοούνται σε ένα δεδομένο πλαίσιο αναφοράς, δίνοντάς τους μια εντελώς διαφορετική σημασία. Έννοιες και όροι, όπως δύναμη και αδυναμία, κύριος και υπηρέτης, ελεύθερος και δούλος, πλούσιος και φτωχός, επαναπροσδιορίζονται νοηματικά και μεταβάλλονται, προκαλώντας συχνά την απορία, την έκπληξη ή και την αντίδραση των ακροατών του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αντιστροφής του τρόπου κατανόησης μιας έννοιας αποτελεί η περικοπή Μαρ 10:35-45, όπου δύο μαθητές του Χριστού απευθύνονται σ’ αυτόν με το αίτημα να τους παραχωρηθούν τιμητικές θέσεις στην υπό ίδρυση βασιλεία του. Στην απάντησή του ο Ιησούς αντιπαραβάλει την κατανόηση της έννοιας της εξουσίας με όρους εγκόσμιας κυριαρχίας προς την κατανόηση της ίδιας έννοιας από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού: «Ξέρετε ότι αυτοί που θεωρούνται ηγέτες των λαών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους, και οι αξιωματούχοι τους τους καταδυναστεύουν. Σ’ εσάς όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό» (10:42-43).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τέτοιες αντιστροφές είναι συνήθως πολύ εντυπωσιακές και εμπνέουν έναν ενθουσιασμό για μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, εμπεριέχουν όμως και έναν κίνδυνο αν χρησιμοποιηθούν από συγκεκριμένες δομές εξουσίας ως προκάλυμμα για τη συγκάλυψη αδικιών και ανισοτήτων ή για την αποθάρρυνση της ανάληψης κάποιας δράσης με στόχο ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές. Μια συνήθης παρερμηνεία της πρότασης του Ιησού είναι ότι με την αντιστροφή της σημασίας των όρων “μεγάλος”, “πρώτος”, “υπηρέτης”, “δούλος”, οι όροι αυτοί καθίστανται πλέον κενοί περιεχομένου, κατά συνέπεια δεν υπάρχει κανένας λόγος για κοινωνικούς αγώνες, και αλλαγές, αφού είναι αρκετή η αλλαγή απλώς του ονόματος. Έτσι, μπορεί, για παράδειγμα, και ο πλέον υπερφίαλος ηγέτης να υπογράφει «εγώ ο ταπεινότατος», ο πλέον καταπιεστικός εργοδότης να θεωρεί ότι υπηρετεί τις ανάγκες των εργατών του και ο μεγαλύτερος καταχραστής να αξιώνει τιμές ευεργέτη της κοινωνίας.

Από μια προσεκτικότερη όμως προσέγγιση της συζήτησης του Ιησού με τους μαθητές του προκύπτει ότι ο Χριστός δεν αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημά τους, δεν αδειάζει από το σημασιολογικό τους περιεχόμενο τους όρους “μεγάλος” και “πρώτος”, αλλά προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο για την κατάκτηση αυτών των θέσεων. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά: «το να καθίσετε δεξιά κι αριστερά μου δεν μπορώ να σας το δώσω εγώ, αλλά θα δοθεί σ’ αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί» (10:40). Υπάρχουν θέσεις εξουσίας, αυτές όμως δεν παραχωρούνται ευνοιοκρατικά σε όσους δηλώνουν “δικοί του”, αλλά προορίζονται για όσους θα διακριθούν στον αγώνα της προσφοράς και της θυσίας για τους άλλους. Η αιτιολόγηση της πρότασής του, με την οποία ο Χριστός ολοκληρώνει τις συμβουλές προς τους μαθητές του, «Γιατί και ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για όλους» (10:45), αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση του μοντέλου εξουσίας που προτείνει. Ο Χριστός έχει απόλυτη εξουσία στον ουρανό και στη γη, τον τίτλο όμως «σωτήρας του κόσμου» δεν του τον έδωσε η Εκκλησία εγκωμιάζοντάς τον, αλλά τον πήρε ανεβαίνοντας στον σταυρό.

Αυτή την πρόταση αντιστροφής του τρόπου με τον οποίο κατανοείται η πρωτιά και η επιτυχία στη ζωή υπογραμμίζει η Εκκλησία προβάλλοντας κατά την τελευταία Κυριακή της περιόδου των νηστειών τη μορφή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της γυναίκας που βρέθηκε μπροστά στον Αββά Ζωσιμά, όταν εκείνος βγήκε στην έρημο αναζητώντας κάποιον μεγαλύτερο από τον ίδιο ασκητή για να ωφεληθεί με τη διδασκαλία και την άσκησή του. Όπως περιγράφει το συναξάρι της συνάντησής τους, εκείνος της ζήτησε να του αποκαλύψει τα μεγαλεία του Θεού που γνώρισε και την οδήγησαν στην έρημο, για να λάβει ως απάντηση μια εξομολόγηση που η Μαρία φοβόταν πως ίσως θα τον έκανε να τραπεί σε φυγή. Αναζητώντας ο Ζωσιμάς σε όλη του τη ζωή την τελειότητα, ο Θεός τον οδήγησε μπροστά στη Μαρία, για να αντιληφθεί πόσο απείχε από αυτήν.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: