Αρθρογραφία

Μια αναδρομή στα γεγονότα που οδήγησαν στην αναστολή λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ελλάδας κ. Αλέξη Τσίπρα στο νησί της Χάλκης των Πριγκιποννήσων, η πρώτη μετά εκείνη του Ελευθέριου Βενιζέλου τον μακρινό Ιούλιο του 1933, μας δίνει την ευκαιρία να ψηλαφίσουμε τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην αναστολή της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής. Είναι γνωστό ότι η Θεολογική Σχολή που ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Γερμανό Δ΄ το 1844, ανέστειλε την λειτουργία της κατόπιν απόφασης του Τουρκικού Υπουργείου Παιδείας το 1971. Ωστόσο δεν είναι τόσο οικείοι, στο ευρύ τουλάχιστον κοινό, οι λόγοι επί των οποίων στηρίχθηκε το Τουρκικό Κράτος για να προβεί στην αναστολή της.

Η διακοπή της λειτουργίας της Σχολής αποτέλεσε την τελευταία κατά σειρά καίρια «ενέργεια» στην εύρυθμη λειτουργία του Πατριαρχείου μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Είχαν προηγηθεί μια σειρά γεγονότων, όπως η υποχρεωτική στράτευση των είκοσι ηλικιών το 1941, ο Φόρος Περιουσίας το 1942, τα Σεπτεμβριανά το 1955, οι Απελάσεις το 1964, η κατάργηση της ελληνικής Παιδείας σε Ίμβρο και Τένεδο τα οποία είχαν ήδη επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο Φανάρι όσο και στην άλλοτε ανθούσα Ελληνική Μειονότητα που διαβιούσε στην Τουρκία. Στα παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα επιμέρους μέτρα που στόχευαν άμεσα την εύρυθμη λειτουργία της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης όπως για παράδειγμα η δημιουργία «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας», η πλήρης δήμευση της περιουσίας της Κοινότητας του Γαλατά και των τεσσάρων Ναών της ήτοι της Παναγίας Καφατιανής, του Αγίου Ιωάννη των Χίων, του Σωτήρος Χριστού και του Αγίου Νικολάου, γεγονότα που λαμβάνουν χώρα από το 1924 έως το 1965. Σε όλα τα παραπάνω δεν θα πρέπει να ξεφεύγουν της προσοχής μας οι παρεμβάσεις κατά τις εκλογές Οικουμενικών Πατριαρχών καθώς και η άρνηση αναγνώρισης Νομικής Προσωπικότητας στο Πατριαρχείο.

Μια Σχολή με ιστορία
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η ιστορία της Θεολογικής Σχολής διακρίνεται σε τέσσερις περιόδους: Η πρώτη από το 1844, έτος ίδρυσης της, έως το 1919, κατά την οποία η Σχολή αποτελείται από σε συνολικά επτά τάξεις εκ των οποίων οι τέσσερις είναι γυμνασιακές και οι τρεις θεολογικές. Η δεύτερη περίοδος από το 1919 έως το 1923 κατά την οποία η Σχολή λειτουργεί ως Ακαδημία πέντε τάξεων μετά την κατάργηση του γυμνασιακού Τμήματος. Η τρίτη περίοδος από το 1923 έως το 1951 οπότε και η Σχολή επανέρχεται εκ νέου στην προτεραία επτατάξια σύνθεσή της. Και τέλος η τέταρτη περίοδος από το 1951 έως το 1971 κατά την οποία στη Σχολή λειτουργούν ένα τριτάξιο Λυκειακό τμήμα και ένα τετρατάξιο Θεολογικό τμήμα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως η Σχολή λειτουργούσε βάσει Κανονισμών που είχαν την έγκριση της Ιεράς Συνόδου του Φαναρίου, ο πλέον πρόσφατος των οποίων, εκείνος του 1951, έτυχε και της έγκρισης απόφασης με αριθμό 151/25-9-1951 του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του Τουρκικού Υπουργείου Παιδείας.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Σχολή της Χάλκης λογιζόταν, από τον τελευταίο Kανονισμό του 1951, ως μειονοτική επαγγελματική Σχολή, μη έχουσα ιδιωτικό χαρακτήρα, με σκοπό, βάσει του άρθρου 1 «τον καταρτισμό των μελλόντων ίνα εισέλθωσιν εις τας τάξεις του Ιερού Κλήρου», ενώ το άρθρο 3 ανέφερε ότι «οι απόφοιτοι εκ του Θεολογικού Τμήματος λογίζονται λαβόντες μόρφωσιν ισοβάθμιον προς την διδομένην υπό Σχολών Ειδικότητος, παρεχουσών μόρφωσιν ενός τουλάχιστον επί πλέον έτους υπέρ την Λυκειακήν». Πρακτικά, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης δεν ήταν διαβαθμισμένη καθώς οι απόφοιτοί της «ελάμβανον τον τίτλον των εξειδικευμένων εις τας Ορθοδόξους θεολογικάς σχολάς» και χρησιμοποιούσαν τα εφόδια που λάμβαναν κατά την φοίτησή τους ως επί τω πλείστον για να ενταχθούν στις τάξεις του κλήρου. Εάν οι απόφοιτοι του θεολογικού Τμήματος ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε τουρκικό Πανεπιστήμιο θα έπρεπε να δώσουν κατατακτήριες εξετάσεις όπως οι απόφοιτοι λυκείου.

Η αναστολή λειτουργίας το 1971
Τον Ιανουάριο 1971 το Συμβούλιο της Επικρατείας της Τουρκίας εκδίκασε προσφυγή ιδιώτη κατά του Υπουργείου Παιδείας με αντικείμενο την ακύρωση οκτώ διπλωμάτων της ιδιωτικής Σχολής Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Αιγαίου με έδρα τη Σμύρνη καθώς ο προσφεύγων θεωρούσε τον Νόμο 625 του 1965 περί ιδιωτικής εκπαίδευσης αντισυνταγματικό. Με τη σειρά του, το Συμβούλιο της Επικρατείας ζήτησε την γνώμη του τού Συνταγματικού Δικαστηρίου το οποίο, στις 12 Ιανουαρίου, έκρινε μια σειρά άρθρων τού εν λόγω νόμου περί ιδιωτικής εκπαίδευσης αντισυνταγματικά, στηριζόμενο στο πνεύμα τής απαλλαγής τής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από κάθε είδους κερδοσκοπικές και εμπορικές δραστηριότητες που δημιουργούσαν ανισότητες ή ακόμα υπηρετούσαν κερδοσκοπικούς ή άλλους σκοπούς αντίθετους με το πνεύμα της εκπαίδευσης.

Υπό το πνεύμα αυτών των αποφάσεων, προσκλήθηκαν από την κυβέρνηση τον Μάιο του 1971 και μετέβησαν στην Άγκυρα, κατόπιν απόφασης του Πατριάρχη Αθηναγόρα, οι Μητροπολίτες Σταυρουπόλεως Μάξιμος Ρεπανέλης και Μύρων Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Σχολάρχης και Καθηγητής αντίστοιχα της Σχολής οι οποίοι εμβρόντητοι άκουσαν από τα χείλη του Προέδρου του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου ότι 38 σχολές, μεταξύ των οποίων και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, καλούνταν να διακόψουν τη λειτουργία τους από την 9η Ιουλίου.

Παρά τις διαμαρτυρίες των Ιεραρχών ότι η Σχολή δεν είχε κερδοσκοπικό χαρακτήρα αλλά και δεν λογιζόταν ως Ανώτερο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου, η τουρκική πλευρά δεν εκάμφθη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει παρενθετικά να επισημανθεί πως «μηνύματα» σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία της Σχολής είχαν ήδη σταλεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 όταν οι τουρκικές αρχές είχαν απαγορεύσει στους μοναχούς του Αγίου Όρους να φοιτούν στη Σχολή το 1961 και στους έλληνες υπηκόους το 1963, ενώ από το 1964 η φοίτηση επετράπη μόνο σε τούρκους υπηκόους. Σε αυτό λοιπόν το βαρύ κλίμα, το διάστημα Μαΐου-Ιουλίου άρχισε σειρά επαφών του Πατριαρχείου με την τουρκική κυβέρνηση αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Στην τελευταία αποστολή της στην Άγκυρα, την 1η Ιουλίου 1971, αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου αποτελούμενη από τους Μητροπολίτες Λαοδικείας Μάξιμο, Σταυρουπόλεως Μάξιμο και Μύρων Χρυσόστομο συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Νιχάτ Ερίμ στον οποίον κόμισε επιστολή του Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ο Τούρκος πρωθυπουργός δεσμεύτηκε ότι αφού θα εξεταζόταν το θέμα τόσο από νομικής πλευράς όσο και από πλευράς του Υπουργείου Εξωτερικών θα ανέμενε τα σχετικά πορίσματα για να αποφανθεί, διαβεβαιώνοντας ωστόσο τους ιεράρχες ότι η κυβέρνηση δεν θα προέβαινε σε καμία ενέργεια πριν τις αποφάσεις.

Αντίθετα με τον πρωθυπουργό, το κλίμα κατά την συνάντηση με τον υπουργό Παιδείας ήταν απολύτως ψυχρό, με τον τελευταίο να ανακοινώνει στα μέλη της πατριαρχικής αντιπροσωπείας ότι δεν είχε αλλάξει άποψη και ότι η Σχολή ενέπιπτε στο πλαίσιο των αποφάσεων του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως δε τόνιζε ότι αυτή ήταν και η άποψη απάντων των συμμετεχόντων στο Υπουργικό Συμβούλιο υπουργών. Σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας, ο Κανονισμός του 1951 ανύψωνε το καθεστώς της Σχολής σε τετραετούς θεολογικής φοιτήσεως, πέραν του Λυκείου, καθιστώντας την «Ανωτέρα» και ως εκ τούτου ενέπιπτε στα εκ του νόμου προβλεπόμενα περί αναστολής της λειτουργίας της, παρά τις αντιρρήσεις των ιεραρχών ότι η Σχολή ουδέποτε είχε αναγνωριστεί ως Ανωτέρα.

Δύο ημέρες αργότερα, στις 9 Ιουλίου 1971, η Σχολή θα έκλεινε. Το 1972 το Πατριαρχείο προσέφυγε στην Δικαιοσύνη αλλά η προσφυγή του απερρίφθη καθώς δεν ήταν νομικό πρόσωπο αλλά ούτε είχε την δυνατότητα να προσφεύγει στην δικαιοσύνη ή να ιδρύει σχολεία. Για την ιστορία αναφέρουμε πως η Τουρκική Εθνοσυνέλευση με τον νόμο 1472/25-8-1971 προέβη στην ίδρυση νέων δημοσίων ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση της εκπαίδευσης των φοιτούντων σε ιδιωτικές ανώτερες σχολές. Πλην βεβαίως της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Ο νόμος του 1965 περί Ιδιωτικής Εκπαίδευσης καταργήθηκε ρητά με τον νόμο 5580/8-2-2007 περί ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων βάσει του οποίου επετράπη η λειτουργία Ανώτερων Ιδιωτικών Σχολών. Γι’ άλλη μια φορά εξαιρέθηκε η Θεολογική Σχολή η οποία συνεχίζει να παραμένει κλειστή, παρά τα ρητώς προβλεπόμενα στο άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάννης, σύμφωνα με το οποίο οι Τούρκοι πολίτες που ανήκουν σε μη μουσουλμανικές μειονότητες έχουν ίσα δικαιώματα στην σύσταση, διεύθυνση και εποπτεία, με ίδιες δαπάνες, κάθε είδους φιλανθρωπικών, θρησκευτικών ή κοινωφελών ιδρυμάτων, σχολείων και λοιπών εκπαιδευτηρίων αναγνωρίζοντας σε αυτούς το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ελεύθερα την γλώσσα τους και να τελούν ελεύθερα τα προβλεπόμενα στη θρησκεία τους.

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Ιστορική επίσκεψη Τσίπρα στη Χάλκη με έντονη την ελπίδα της επαναλειτουργίας

Ανδρέας Λουδάρος

Στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ο πρωθυπουργός της Ελλάδας

Ανδρέας Λουδάρος

Σχολή της Χάλκης: Σχολή Θεολογίας , Ανθρωπισμού και Οικουμενικότητας.

Συμεών Σολταρίδης

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ: Συμβολική η επίσκεψη Τσίπρα στη Σχολή της Χάλκης

Οικουμενικό Πατριαρχείο

Μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ Θ. Σχολής Χάλκης και Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης

Ανδρέας Λουδάρος

Μνημόνιο συνεργασίας Θεολογικής Σχολής Χάλκης και Διορθόδοξου Κέντρου Εκκλησίας της Ελλάδος