Ματιές στο «μέλλον της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στην Ευρώπη» από τη Θεολογική του ΑΠΘ

Θέλοντας να αναδείξει με επιστημονικά επιχειρήματα και νηφάλιο λόγο την αναγκαιότητα της συζητήσης σχετικά με τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών και τη φυσιογνωμία του, το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διοργάνωσε το απόγευμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ημερίδα.

“Το μέλλον της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη: Συζητώντας την πολυπλοκότητα του ζητήματος” ήταν ο τίτλος της ημερίδας του Εργαστηρίου Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, με κεντρικό ομιλητή τον διεθνούς φήμης καθηγητή Πρακτικής Θεολογίας και Θρησκευτικής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Tubingen κ. Friedrich Schweitzer.

Ο κ. Schweitzer ανέλυσε τις “αντιπαραθέσεις για τα μοντέλα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ευρώπη: Αμφισημίες και Προκλήσεις”. Στην αρχή της εισήγησής του, ξεκαθάρισε ότι “όλα τα μοντέλα για το μάθημα των θρησκευτικών τα οποία εφαρμόζονται στην Ευρώπη σήμερα, προκαλούν αντιρρήσεις”, διευκρινίζοντας ότι οι ενστάσεις αυτές στρέφονται ενάντια στην ίδια την παρουσία του μαθήματος στην εκπαιδευτική πράξη.

Συνοψίζοντας, τόνισε ότι “οι ενδιατρίβοντες στη Θρησκευτική Παιδαγωγική θα πρέπει να αγωνιστούμε για ένα μάθημα φιλελεύθερο, το οποίο θα σέβεται την αρχή της διαφάνειας, θα προσφέρει τη δυνατότητα μιας θρησκευτικής μόρφωσης και παιδείας και θα καθιστά τους μαθητές ικανούς να διαλέγονται”.

Πριν την ομιλία του Γερμανού καθηγητή, απηύθυναν χαιρετισμούς ο κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου και ο πρόεδρος της Σχολής κ. Παναγιώτης Σκαλτσής.

Ο κ. Κωνσταντίνου τόνισε τη σημασία της παιδείας για την πρόοδο και την ασφάλεια ενός κράτους καθώς και την αναγκαιότητα “να ακουστεί μιας νηφάλια φωνή που θα αντιπαρατεθεί στις κραυγές του φανατισμού”. Επεσήμανε, ακόμη, ότι “το μάθημα των θρησκευτικών, απαλλαγμένο από τα κατηχητικά του χαρακτηριστικά, μπορεί να προβάλλει τις διαχρονικές αξίες της αδελφοσύνης και του αλληλοσεβασμού”.

Στον δικό του χαιρετισμό, ο κ. Σκαλτσής υπογράμμισε ότι δεν αρκούν απλά επιχειρήματα σχετικά με τη διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος αλλά “χρειάζεται να αρθρώσουμε λόγο επιστημονικό, με σαφήνεια, κύρος και αξιοπιστία καθώς υπάρχουν διάφορες φωνές πλέον που αμφισβητούν την αναγκαιότητά του”.

Τα Θρησκευτικά στην ψηφιακή εποχή

Η επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Βασιλική Μητροπούλου μίλησε για “το μάθημα των Θρησκευτικών στην ψηφιακή εποχή”, αναλύοντας τις προκλήσεις που αυτό αντιμετωπίζει στην ψηφιακή εποχή αλλά και τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τον συγχρονισμό του με αυτή.

Η κ. Μητροπούλου ανέφερε χαρακτηριστικά ότι “το μάθημα των θρησκευτικών, για να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας, θα πρέπει να προσφέρει γνώσεις, να σέβεται την ιδιαιτερότητα της ύλης και την ελευθερία του μαθητή, να διευρύνει τους σκοπούς του, να αναπροσαρμόζει το περιεχόμενό του, να εκσυγχρονίζει τις μεθόδους διδασκαλίας του. Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να κάνουμε θρησκευτικά του χθες για τους μαθητές του αύριο”.

“Το σχολείο δεν είναι θεσμός της Εκκλησίας”

Στη δεύτερη συνεδρίαση της ημερίδας, ο επίκουρος καθηγητής του Τμ. Θεολογίας ΑΠΘ κ. Αθανάσιος Στογιαννίδης ανέπτυξε το θέμα “οριοθετώντας τον σκοπό του μαθήματος των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Παιδαγωγική προσέγγιση”.

Ο κ. Στογιαννίδης έκανε διάκριση ανάμεσα σε δύο βασικές πτυχές της θρησκευτικής εκπαίδευσης, την ενοριακή κατήχηση, που είναι έργο της Εκκλησίας, και το μάθημα των θρησκευτικών, που είναι έργο της πολιτείας, όπως είπε. Τόνισε, επίσης, ότι “η Εκκλησία έχει μπροστά της τον πιστό ενώ η πολιτεία οραματίζεται τον αυριανό πολίτη. Το σχολείο δεν είναι θεσμός της Εκκλησίας αλλά του κράτους και απευθύνεται σε όλους, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις”.

Ακόμη, υποστήριξε ότι “κανένα μάθημα δεν μπορεί να είναι αξιακά ουδέτερο”, συμπληρώνοντας ότι “εγκλωβίζοντας το μάθημα των θρησκευτικών μόνο στην παροχή πληροφοριών, το αποκοπτεις από τον υψίστης σημασίας σκοπό του που είναι ο στοχασμός για τις εσχατιές της ύπαρξής μας”.

Στο κλείσιμο της ομιλίας του, ο κ. Στογιαννίδης πρότεινε να χαρακτηρισθούν τα θρησκευτικά ως “μάθημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού γιατί αυτό μπορούν να προσφέρουν, τον πυρήνα αυτού που όλοι ονομάζουμε παιδεία, γιατί απευθύνονται στον μελλοντικό πολίτη”.

Πρόγραμμα επιμόρφωσης ιεροδιδασκάλων της Θράκης

Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με την εισήγηση της επίκουρης καθηγήτριας του Τμ. Θεολογίας ΑΠΘ κ. Αγγελικής Ζιάκα η οποία ανέλυσε τα “προγράμματα διά βίου εκπαίδευσης και επιμόρφωσης θεολόγων και ιεροδιδασκάλων της Θράκης σε θέματα θρησκευτικών, θρησκευτικής ετερότητας και διαπολιτισμικής θρησκευτικής αγωγής”, τα οποία “τόλμησε να υλοποιήσει για πρώτη φορά το Τμήμα Θεολογίας”, όπως επεσήμανε.

Η κ. Ζιάκα μίλησε για τις δράσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος, τους στόχους του να επιμορφωθούν θεολόγοι και ιεροδιδάσκαλοι του Ισλάμ στα σχολεία της Θράκης αλλά και για τα προβλήματα που προέρχονταν από το πολιτικό και θρησκευτικό κατεστημένο της περιοχής, όπως εξήγησε.

Επεσήμανε, ακόμη, ότι παρότι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι συμβιώνουν εδώ και δεκαετίες στη Θράκη, οι Χριστιανοί ξέρουν μεν αρκετά πράγματα για το Ισλάμ, στερεοτυπικά ωστόσο, ενώ από την άλλη πλευρά, οι Μουσουλμάνοι γνωρίζουν ελάχιστα πράγματα για τους Χριστιανούς. “Εδώ έγκειται η σημασία της παιδείας”, υπογράμμισε η κ. Ζιάκα γιατί όποιος γνωρίζει την αλήθεια για τον άλλο “δεν παραπληροφορείται και δεν στρατεύεται με καμία πλευρά”.

Ακολουθεί ολόκληρος ο χαιρετισμός του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου:

Οι απαρχές της σύνδεσης Θεολογίας και Παιδαγωγικής ανάγονται, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, στην εποχή του σοφού βασιλιά Σολομώντα. Είναι τα κείμενα εκείνα που συνδέονται με το όνομα αυτού του βασιλιά που προσαρμόζουν τη συσσωρευμένη εμπειρία των γειτονικών με τον Ισραήλ λαών στον τρόπο σκέψης και στην ιδιοσυγκρασία του Ισραήλ, μετασχηματίζοντάς την έτσι από εμπειρική σκέψη για την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής σε εμπειρία ζωής με τον Θεό. Ο όρος “Σοφία” αποκτά κατ’ αυτόν τον τρόπο θρησκευτικά χαρακτηριστικά και χαρακτηρίζει αυτόν που φέρεται με δικαιοσύνη προς τον συνάνθρωπό του. Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης ως “σοφός” χαρακτηρίζεται ο δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος και η σοφία ταυτίζεται με την ευσέβεια, ενώ αντίθετα η αδικία και η ασέβεια χαρακτηρίζονται ως “αφροσύνη”.

Αναμφίβολα στα έργα της σοφιολογικής γραμματείας θα μπορούσε να αναζητήσει κανείς πλήθος συμβουλών και διδαχών που απευθύνουν οι γονείς προς τα παιδιά τους ή αναφέρονται στο ρόλο των γονέων στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών ή στις υποχρεώσεις των παιδιών προς τους γονείς τους. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της μελέτης θα ήταν, βέβαια, η πολύ καλή γνώση των παιδαγωγικών αρχών και μεθόδων της εποχής που γράφτηκαν τα κείμενα αυτά, ελάχιστη όμως πρακτική αξία θα είχε αυτό για τη σύγχρονη εποχή, καθώς σήμερα οι σχέσεις γονέων και παιδιών διέπονται από εντελώς διαφορετικές αρχές και ουδείς θα διενοείτο να αναθρέψει τα παιδιά του με μεθόδους που εφαρμόζονταν πριν από 2.500 χιλιάδες χρόνια. Δεν πρέπει όμως να παραθεωρείται η αλήθεια ότι τα κείμενα αυτά διασώζουν μια βασική αρχή, η οποία δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο των διδαχών τους όσο στις θεολογικές τους προϋποθέσεις. Η αρχή αυτή, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει και σήμερα τη βάση για την αναζήτηση ενός μοντέλου ανθρωπιστικής παιδείας, συνοψίζεται στην υπενθύμιση με την οποία αρχίζει ή τελειώνει κάθε συλλογή γνωμικών στα σοφιολογικά έργα: Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου.

Σήμερα όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλής θέλησης αναγνωρίζουν ότι το σχολικό θρησκευτικό μάθημα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κατήχηση των χριστιανών νέων που γίνεται ή πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της ενορίας και που αποσκοπεί στην καλλιέργεια χριστιανικής συνείδησης και στην παροχή χριστιανικής παιδείας. Από την άλλη όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα αναγνωρίζουν ότι η ασφάλεια, η σταθερότητα και η πρόοδος ενός κράτους εξαρτώνται από την παιδεία του, από το μορφωτικό επίπεδο του λαού του, και όχι από τον αριθμό των επιστημόνων που διαθέτει ή των ειδικών. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μάθημα των Θρησκευτικών, απαλλαγμένο από τα κατηχητικά χαρακτηριστικά του, μπορεί να προβάλλει, μέσα σε μια εποχή απόλυτου ευτελισμού και απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου, τις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες της αγάπης του αλληλοσεβασμού και της αλληλεγγύης.

Σε μια εποχή απόλυτου αποπροσανατολισμού και πνευματικής αποχαύνωσης το καθήκον των θεολόγων για πιο συνειδητή μαρτυρία της εμπειρίας τους από τη σχέση τους με τον Θεό προβάλλει περισσότερο επιτακτικό από ποτέ. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν θα προσπαθήσουν να επιβάλλουν την αλήθεια τους, δεν θα κηρύξουν μια ρομαντική επιστροφή σε ένα δήθεν ιδανικό παρελθόν ούτε θα υπηρετήσουν ξεπερασμένες αξίες, αλλά να γίνουν μια φωνή ελπίδας που θα αντιπαραθέσει στα σημερινά αδιέξοδα το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς που θα αναζητήσει μια έντιμη διέξοδο ανάμεσα από τις παγίδες της απόλυτης ατομοκρατίας του “create your own myth” από τη μια μεριά και του ολοκληρωτισμού στον οποίο οδηγεί ο φουνταμενταλισμός από την άλλη. Γιατί αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχει ανάγκη ο κόσμος σήμερα είναι να ακουστεί μια νηφάλια και επιστημονικά τεκμηριωμένη θεολογική φωνή που θα αντιπαρατεθεί στις κραυγές και τον παραλογισμό που εκτοξεύονται καθημερινά από τα τηλεοπτικά παράθυρα και τα διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης.

Πιστεύοντας πως στόχος της σημερινής ημερίδας είναι η αναζήτηση αυτής ακριβώς της νηφάλιας φωνής προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας της πραγματικής παιδείας, εύχομαι επιτυχία στις εργασίες της.

Tagged: