Τί εἶναι ἡ θεία λειτουργία;

Ἄν τηρήσουμε τό “ἀπό Θεοῦ ἄρξασθαι”, εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ ἐνανθρωπισμένου Θεοῦ μέ τόν κόσμο μέ τόν πληρέστερο καί τελειότερο τρόπο, πού τόν μοιράζεται ὁ Παντουργέτης μέ μᾶς τούς λειτουργούς καί τό λειτουργημένο λαό. Εἶναι ἡ ἐνανθρωπισμένη παρουσία καί οἰκονομία Του γιά τόν κόσμο σέ μιά τόσο σύντομη τέλεια ἐπανάληψη (χάριν ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων τῆς ἱστορίας). Κι ἄν προχωρήσουμε στά ἡμέτερα, τά ἀνθρώπινα, ἡ θεία λειτουργία δέν εἶναι ἐπανάληψη, ἀλλά συγκεκριμένη λειτουργική (συμμετοχική) ἱερή πράξη καί ἀναφορά δική μας σ᾽ Ἐκεῖνον καί μυστηριακή συγκατάβαση Ἐκείνου στά ἱστορικά μας μέτρα. Οὔτε ἡ αἰωνιότητά Του συστέλλεται οὔτε καί ἡ ἱστορικότητά Του διαστέλλεται, τοῦ ἐνανθρωπισμένου Θεοῦ καί Σωτήρα μας. Ἔχουμε τό δώρημα τό τέλειον μέ τή θεία Του χάρη καί τήν ἐκκλησιαστική λειτουργική ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς Του “τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν”, πού τελετουργεῖται πάλιν καί πολλάκις διά μέσου τῶν αἰώνων. Αὐτό πού σημαίνεται μέ τίς δύο λέξεις: θεία (ἐν Θεῷ) λειτουργία (ἔργο τοῦ λαοῦ). Ἔχουμε τό ταυτόν τῆς ἱστορικῆς ἀποκαλύψεως καί σωτηριώδους οἰκονομίας Του ὡς δεδωρημένο μυστήριο, συντελούμενο ὡς τωρινό γεγονός στή δική μας σμικρή ἱστορική ἐνύπαρξη.

Καί ὅμως! Παρά τήν ἐπαναλαμβανόμενη λειτουργική μοναδικότητα, δέν παύει ἐκεῖνο “τό Χριστόν καταγαγεῖν καί Χριστόν ἀναγαγεῖν” τοῦ δύσπιστου ἐρευνητισμοῦ (πρβλ. Ρωμ. κεφ. 10) νά αἰχμαλωτίζει τήν ἀγιάτρευτη θρησκευτικοποίηση κάθε ἐποχῆς. Ἀποζητᾶ ἄλλες τάχα “ πιό ἕτοιμες λύσεις” στό διαιώνιο πρόβλημα τό ὁποῖο ὁ προαιώνιος Θεός μᾶς τό ἀπάντησε ὁριστικά συγκαταβαίνοντας, μέ τό αὐτοπρόσωπο συναπάντημα τῆς θεανθρώπινης παρουσίας Του καί τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῆς Ἐκκλησίας Του. “Πιό ἕτοιμες λύσεις” καλύτερες ἀπό τήν Χριστολογική ἀπολύτρωση! Ἡ πιό τραγική θρησκευτική αὐταπάτη. Θέλουμε βεβαιότητες σωτηρίας πληρέστερες ἀπό τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Πιό ἐπίκαιρες. Πιό σίγουρες. Πιό ἄμεσες. Πιό τεκμηριωμένες. Πιό ἀληθινές. Πιό ἀναντίρρητες. Πιό… ἀνθρώπινες. Πιό… θεῖες. Ναί. Γυρεύουμε μιά σύγχρονη ἀνθρωποποίηση τοῦ Θεοῦ, στά… νεότερα δικά μας μέτρα, στίς ἀτομικές δικές μας συνειδητές καί ὑποσυνείδητες παραμέτρους. Ἄν ὁ Θεός ἦταν πρόθυμος νά μᾶς δώσει ἕνα τέτοιο “μοντέλο σωτηρίας” καί νά μᾶς τό διαφημίσει διαδικτυακά, ἴσως ὅλος ὁ κόσμος νά ἔτρεχε νά δηλώσει συμμετοχή σέ μιά τέτοια “δωροαγορά”.

Πῶς μᾶς ἦρθε καί τά λέμε αὐτά;
Δέν τά λέμε ἐμεῖς. Τό λένε τά “μοντέλα σιγουριᾶς σωτηρίας” πού ἀνέκαθεν ὑποδύονταν τήν καλύτερη ἐξασφάλιση σέ ὀπαδούς καί ὁμαδοποιήσεις. Ἐρήμην τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ μας. Καί τέτοια “μοντέλα” οὔτε ἔπαψαν οὔτε θά πάψουν νά ἀναφύονται σάν τά ζιζάνια στό χωράφι τοῦ κόσμου, στό χωράφι τοῦ μόνου Θεοῦ. Καί μάλιστα νά ἀπειλοῦν μέ “ποσοστιαία ματαίωση” τό ἔργο τῆς σωτηρίας, ὥστε νά ἀναγκασθεῖ ὁ Κύριος, ὁ ζωοδότης καί δοτήρ τῆς ἐλευθερίας, νά εἰπεῖ ἐκεῖνο τό «πλήν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (βλ. Λουκ. 18,8).

Καί ποιά εἶναι ἡ δική μας ἀπόκριση;
Ἡ μόνη δική μας ἀπόκριση εἶναι μιά ζωή ἐκκλησιασμοῦ στήν Ἐκκλησία τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ἡ κοινωνία καί συνάμα ἐξάσκηση στήν αἰώνια μετοχή τοῦ Θεοῦ, αὐτό μέ τό ὁποῖο “κλείνει” ἡ βιβλιογραφία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (βλ. Δανιήλ κεφ. 7) καί ἡ βιβλιογραφία τῆς Καινῆς Διαθήκης (βλ. Ἀποκ. κεφ. 4-5 καί 22). Ἀλλά τί εἶναι ἐπιτέλους αὐτός ὁ ἐκκλησιασμός; Τίποτε λιγότερο καί τίποτε περισσότερο ἀπό τό νά θέλουμε νά γινόμαστε αὐτό πού ἔγινε ὁ Θεός γιά μᾶς: σῶμα δικό Του. Καί πῶς συμμετέχουμε ἐμεῖς σ᾽ αὐτό τό θαῦμα καί συνάμα γεγονός;

Πῶς ἔχουμε τή βεβαιότητα τῆς συμμετοχῆς;
Σέ κάθε Ὀρθόδοξη θεία λειτουργία, ὅπου γῆς, ὁμολογεῖται ἐκφώνως τρανώτατα ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική ταυτοποίηση: ἡ πολλαπλή εὐχετική καί σχεσιακή ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου τοπικοῦ Ἐπισκόπου καί ἡ συλλογική ὁμοφωνία ἀκεραίου τοῦ “Πιστεύω”, ὡς στοιχειώδεις ἐκκλησιάζουσες προϋποθέσεις γιά τήν ὁμόψυχη εἴσοδο στά “Ἅγια τῶν Ἁγίων” τῆς σωτηρίου (καί κοσμοσωτηρίου) λειτουργικῆς ἐσχατολογίας. Δίχως σχέση μέ τόν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν Ἐκκλησία διά τοῦ Ἐπισκόπου, καί τύποις καί οὐσίᾳ δέν ὑπάρχει “διαβατήριο” θεωρημένο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, γιά τήν ἐνσωμάτωση καί συσσωμάτωση στό Σῶμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Καί δίχως τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως ἀπο-ουσιοῦται ἡ οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικότητος. Γι᾽ αὐτό καί ἐπανειλημμένα, ὅπου γῆς, ἐκφωνεῖται ἀπό τήν ὀρθόδοξη λειτουργική πρακτική ἐπί αἰῶνες τό “ὅσοι πιστοί”, “τάς θύρας, τάς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν” καί “πρόσχωμεν, τά Ἅγια τοῖς ἁγίοις”.

Ἀπό τά “Ἅγια τῆς ἁγίοις” στό… “ΚΕΠ τοῦ παραδείσου”.
Ἀτυχέστατα, δέν ἔχει ἀνευρεθεῖ ἐπί 2000 χρόνια θεραπεία ἀποτελεσματική γιά μιάν ἀρχαία νόσο πού καταπονεῖ τήν ἱστορικότητα τῆς Ἐκκλησίας, γιά τό θλιβερότατο “ἀλτσχάϊμερ” πού δυστυχῶς πάσχουμε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί περί τόν κοινωνούμενο Χριστό τῆς Ἐκκλησίας. Εἰσερχόμαστε οἱ χριστιανοί στούς ναούς μας καί παραμένουμε καθισμένοι ἁπλοί παρατηρητές θεαμάτων καί ἀκουσμάτων γιά ἕνα λειτουργικό “καθῆκον” συναριθμιακῆς θρησκευτικῆς ἰδιωτικότητος. Καί ἐξερχόμαστε “ἀντιδωρημένοι” ἤ καί “κοινωνημένοι”, ἀμνημονοῦντες τήν ἀρχική καί καθημερινή ἐμβίωση τῶν παραπάνω στοιχειωδῶν καί οὐσιωδῶν προϋποθέσεων στήν πρακτική τῆς ζωῆς μας. Εἰσερχόμαστε ὡσάν ὁ ναός νά εἶναι μιά ψυχιακή ψυχολογική ὑπόθεση πού ἀφορᾶ κυρίως σέ μᾶς καί στό στενό μας περιβάλλον, γιά ἐξασφάλιση συντάξιμων θρησκευτικῶν ἐνσήμων. Παραμένουμε ἐπιχειρώντας τήν καλύτερη δυνατή ἐξασφάλιση σέ μιά ἐπιβραβευτική θρησκειακή ψευδαίσθηση περί τό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ ἐν μέσῳ τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων καί τῶν Ἀγγέλων. Καί ἐξερχόμαστε μέ μιά συναισθηματική “γαλήνη” ἀπό κάθε τέτοια τυποποιημένη ἐπίσκεψη στό… “ΚΕΠ τοῦ Παραδείσου”.

Εὐτυχῶς πού ὁ Θεός δέν ὅρισε “πιστοποιήσεις” παρουσίας καί “πιστοποιητικά” ἐπάρκειας, γιά “ἐπιδόματα ἐπιβίωσης” καί “συνταγογραφήσεις σωτηρίας”. Ἡ ἄμετρη φιλανθρωπία Του μᾶς ἔδωσε τόν ἐνανθρωπισμένο Υἱό Του “κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας” καί τό “πανσθενουργόφωτον ἄφθιτον σέλας” τό “ἐκπορευτόν ἐξ ἀϊδίου φάους” ὡς ψυχή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ἐπειδή ἀπολησμονοῦμε εὔκολα τήν καινή κτίση, ἡ ἄμετρη φιλανθρωπία Του, μέ κάθε λέξη τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων μας, μέ κάθε λέξη τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, μέ κάθε λέξη τῆς θείας Λειτουργίας διαλαλεῖ καί πιστοποιεῖ αὐτό πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία: κοινωνία. Κοινωνία τοῦ ζῶντος Θεοῦ καί κοινωνία τῶν ἐν Χριστῷ ζώντων ἀνθρώπων.

Γι᾽ αὐτό εἴμαστε φτιαγμένοι. Γι᾽ αὐτό θέλει καί ὑπάρχουμε ὁ δημιουργός καί ζωοδότης Τριαδικός Θεός μας. Κι ἄς μήν τό ζοῦμε ἐνσυνείδητα (μέ τά ἀνοιχτά χρεώγραφα τῆς κατήχησης καί ἀμοιβαίας μετάδοσης). Πάντως γι᾽ αὐτό εἴμαστε ἄνθρωποι. Αὐτό “λαχταροῦμε” νά ζήσουμε, ὅταν τήν ὀγδόη μέρα μᾶς ὀνοματοδοτοῦν· ὅταν τήν τεσσαρακοστή μέρα μᾶς σαραντίζουν μέ τήν λοχεύουσα μητέρα μας· ὅταν κάποια στιγμή μᾶς ἐμβαπτίζουν στό θάνατο καί στήν ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος· ὅταν συνεκκλησιαζόμεθα (καλή εἶναι ἡ ὑπερβολική ἔκφραση, γιά νά θυμόμαστε τό “σύν” καί τό “ὁμοῦ”, τά αὐτονόητα τῆς ἐκκλησίας)· ὅταν κοινωνοῦμε καί γινόμεθα σύσσωμοι καί σύναιμοι μέ τό Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ “πνευματικῷ τῷ τρόπῳ” ἀποκτοῦμε μιάν ἅγια ἑνότητα μεταξύ μας· ὅταν ἀποφασίζουμε καί ὁδοιποροῦμε τήν τέλεια ἀφιέρωση στό Χριστό ἤ τήν ἔγγαμη κοινή ἀναφορά μας στό Χριστό· ὅταν μετανοοῦμε ἐξομολογούμενοι τίς μεταγνῶμες τόσων ἁμαρτημάτων ἤ πλημμελημάτων καί μᾶς καθαίρει ἀπό αὐτά “ὁ Θεός τῶν οἰκτιρμῶν καί πάσης παρακλήσεως”· ὅταν λαχταροῦμε ὅλο καί πιό αἰσθητά τό ἔλεός Του στίς ὀδύνες μας μέ τή σφραγίδα τοῦ ἐλαίου· ὅταν “ποιοῦμε καί τήν τελευτήν μας τελευταῖο μυστήριο”.

Ὅλα ὅσα συνυφαίνουν τή ζωή μας, καί συνιστοῦν τήν ὕπαρξή μας, μέ αὐτό συνιστῶνται ἀληθινά καί αὐτό πρέπει νά κατεργάζονται ἐθελούσια: κοινωνία τοῦ ζῶντος Θεοῦ καί κοινωνία τῶν ἐν Χριστῷ ζώντων ἀνθρώπων.

Αὐτό εἶναι ἄθλημα ἐλευθερίας.
Δέν εἶναι “προγράμματα ἀπασχόλησης” οὔτε διαθέσιμα “ἐπαγγελματικά μερίσματα”. Ὑποδείγματα ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, δίχως ἐξαιρέσεις! Ἀναρίθμητα πλήθη καί ἀναρίθμητοι χαρακτῆρες, ὅλοι συνενωμένοι ἀθλητές καί νικητές τοῦ αὐτοῦ ἀθλήματος, τῆς ἐθελαγαπήσεως τοῦ Χριστοῦ μόνο μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, πάντοτε μέ τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι θαυμαστό αὐτό; Ἀποδεικνύει τήν ἀληθινότητα τῆς ἀλήθειας μας, τήν εὐθυπορία τῆς ὁδοῦ μας, τή ζωντάνια τῆς ζωῆς μας, πού εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ὁ Χριστός τῆς Ἐκκλησίας, κι Αὐτόν ἑορτάζουμε εὐφροσύνως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Ὑμνώντας τόν Ὑμνολογούμενο τῶν ἀγγέλων καί τῶν δικαίων. Λατρεύοντας τόν Λατρευτό τῶν ἁγίων. Προσκυνώντας τόν Προσκυνούμενο τῆς αἰωνιότητος. Ἀφοσιωμένοι στόν ὑπήκοο Αὐτουργό τῆς λυτρώσεώς μας. Μετέχοντες στόν “προσφέροντα καί προσφερόμενον καί προσδεχόμενον καί διαδιδόμενον Χριστόν” τῆς θείας λειτουργίας.

Ὅμως, δέν σταματᾶ νά καιροφυλακτεῖ καί μιά πειρασμική ἀπειλή.
Ὁ κύριος τυχοδιώκτης τῆς κακίας μέ χίλιους δυό ὑποκριτικούς ρόλους. “Συναγέρτης” τῆς αὐτάρεσκης καί αὐτόβουλης αὐτοτέλειας. “Μετοχοποιός” ποικίλων προσχηματικῶν ὀπαδισμῶν. “Ἐργοδότης” συνειδητῶν καί ὑποσυνείδητων κακιῶν. Πασχίζοντας νά αἰχμαλωτίζει τούς πιό ἀπίθανους “τυχοδιῶκτες”, νά τούς μετασχηματίσει σέ φερέφωνα τῆς κενῆς ἀπάτης σέ ἀνατολή καί δύση. Διαλογέας περήφανος πάντοτε γιά περήφανους, γιά πεισματώδεις καί ἀνήκοους ἀνθρώπους πού, μόλις ἀνέπνευσαν, βιάζονται νά ἐξαναγκάσουν τό Θεό νά τούς παραδεχθεῖ ὡς “μικροσωτῆρες”, ὡς “νεοπροφῆτες”, ὡς “λάμποντες πλανῆτες” πού ἐθελοπροβάλλονται “ἄδυτοι”.

Οἱ περιλειπόμενοι, ἀντί νά μακαρίζουμε ἐπικοινωνιακά τέτοιους δυστυχεῖς ἀνθρώπους, καλύτερα νά θυμόμαστε καί νά θυμίζουμε μεταξύ μας τήν ἐσχατολογική ἔκλειψη κάθε τυχοδιωκτισμοῦ. Ἡ ἁγία ἀναφορά μας δέν μπορεῖ νά μεταποιεῖται σέ τράπεζα συμφερόντων καί σέ ἄμβωνα ἰδιογνωμοσύνης, μέ τίς ψευδαισθήσεις τῆς ἀνύποπτης ὁμαδοποίησης τοῦ κόσμου.

Δέν παύουν βεβαίως καί οἱ τυχοδιῶκτες νά εἶναι πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κι ἄς ἐνεργοῦν ἐρήμην τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου δέν εἶναι μόνον μιά τεράστια χειραφετημένη ἀγορά ἀφώτιστων ἀνθρώπων καί πολιτισμῶν.

Ἑρμηνευτικά, εἶναι τό δικό μας πιστοποιημένο καταστατικό ἀντιδικίας πρός τήν σωτηρία γιά τήν ὁποία μᾶς ἔπλασε, μᾶς ἔσωσε καί μᾶς θέλει αἰωνίους ὁ Θεός. Θεολογικά, εἶναι τό ἅπαν τῆς θείας Του πρόνοιας ὅπου μᾶς προσμένει ἀπερινόητα νά συναντηθοῦμε, μέ τήν ἐκκλησιάζουσα ἀμεσότητα τοῦ Χριστοῦ. Χριστολογικά, εἶναι ὅλο τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, στό ὁποῖο δέν ὑπάρχει “ἀδιαχώρητο”. Ὑπάρχει καί λειτουργεῖ ἐκεῖνο τό «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἀπό τάς ὁδούς καί τάς ρύμας», μέ τήν ρητή ἀπειλή γιά τούς «κεκλημένους» κι ὅμως «ἄγευστους τοῦ δείπνου» (πρβλ. Λουκ. 14, 23-24). Ἡ ὑπόλοιπη κοσμική ἱστορία εἶναι ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος στόν ὁποῖο ἐκτυλίσσεται ἡ ἐκκλησιαστικότητα, ἡ μοναδική θεολογικῶς καρποφορία τῆς κτίσεως.

Μέσα ἀπό τίς ἱστορικές ταλαιπωρίες τῆς Ἐκκλησίας, κρινόμεθα οἱ πάντες στήν λεπτή ἰσορροπία τῆς θεανδρικῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπακοῆς. Πολλοί προτάσσουν τά ἀνθρώπινα μέ ἐπενδύτη τάχα ἐκκλησιαστικό, κι ἄς ἀποδεικνύονται “μικρέμποροι” συμφερόντων. Ἀντί νά προτιμοῦμε τούς δικούς μας διαχωρισμούς σέ πρόβατα καί ἐρίφια, ἄς ἀναμένουμε ἱκέτες ―ὅποτε ἔρθει― ἐκεῖνο τό «εἷς παραλαμβάνεται καί εἷς ἀφίεται…» (Ματθ. 24, 40-41), τό μόνο καρδιοδιαγνωστικό γιά ὅλους μας τούς ρήτορες τῆς ἀπνευμάτιστης ἀδιακρισίας. Εἶναι ἀναίδεια, σχεδόν βλασφημία, νά πεισμώνουμε νά τό ἐπιβάλουμε ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία πού ἀνήκει στόν Χριστό μας.

Στούς μετόχους τῆς ἀπέραντης τράπεζας πολιτισμῶν, σήμερα ζῶντες καί αὔριο ἀποθνήσκοντες, ὁ Χριστός συνεχίζει νά ἀπευθύνει τούς “μακαρισμούς” καί τήν αἰώνια καρποφορία τους. Ἐνθρονισμένος αἰώνια στόν Πατέρα Του καί ἐγχρονισμένος σέ κάθε Ὀρθόδοξη ἐκκλησιά καί Ἐκκλησία. Καί σ᾽ ἐκεῖνες πού ἔχουν ἱστορία αἰώνων ἀποστολικότητος, ἀπό τήν ἀρχή τους μέχρι σήμερα. Καί σ᾽ ἐκεῖνες πού παρέλαβαν μιά δοτή “ἀποστολικότητα” γιά νά ἐκφωνοῦν χωρίς ἐνδοιασμούς τό ἕνα “Πιστεύω” “εἰς ἕνα Θεόν…” καί “εἰς μίαν ἐκκλησίαν”.

Πόσον εὔκολα καταφρονοῦμε τούς ἐκκλησιαστικούς γενάρχες μας!
Ὡσάν νά εἴμαστε αὐθύπαρκτοι καί αὐθυπόστατοι καί αὐτογόνιμοι καί αὐτόσωστοι σέ ἕνα μυστήριο πού περιχωρεῖ τόν Ἀχώρητο, μέσα ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές ἱστορικές διαδρομές!

Γιατί νά μήν εἴμαστε κληρονόμοι τῆς κληροδοσίας Του; Γιατί νά μήν ἀφήσουμε κατά μέρος τόν “τυχοδιωκτισμό” τῆς ἐθελότυφλης στενοκαρδίας; Γιατί νά μήν ἀναδεχθοῦμε τήν ἱστορία, ὅπως τήν ἀναδεχόταν ὁ Θεός καί τοῦ Σαββάτου, ὁ Θεός τοῦ «ὑπέρ ὑμῶν καί πολλῶν ἐκχυνόμενον»; Μέχρι πότε θά μᾶς περιμένει “ὁ Θεός πού βαδίζει ἀργά” νά συμβηματίσουμε μαζί Του καί μαζί-μεταξύ μας;

Ἡ ποιμαντική μας πρέπει νά γίνει “ἐμπορία τοῦ καλοῦ μαργαρίτη”, διακονώντας τήν πορεία τῶν ταλαίπωρων συνανθρώπων μέ τίς τόσες χροιές καί χρεῖές τους, καί τίς ἐπιφανειακές καί τίς βαθειά συνοφρυωμένες. Δίχως νά στεγανοποιοῦμε, μέ μιά στενοψυχία πού οὔτε τόν Χριστό δέν θέλει νά χωρέσει· πόσο μᾶλλον νά ὁδηγήσει στό Χριστό τά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας…

Καιρός οἱ γεννημένοι υἱοί ἐκεῖνοι νά σπεύσουν ἀγαπῶντες νά συναντήσουν τούς πατέρες, ἀκόμη κι ἄν ἔφτασαν νά γίνουν προσωρινοί “ἄρχοντες πάσης γῆς…”. Ἀκόμη κι ἄν ἀνθρωποπαθῶς ἐπιποθοῦν νά τούς “προσκυνοῦν” μερικοί ὁμομήτριοι ἀδελφοί. Οἱ νεώτεροι καιρός εἶναι ἐπιτέλους νά μιμηθοῦν τό ὑπόδειγμα τοῦ πάγκαλου Ἰωσήφ πού προσέτρεξε νά προσκυνήσει ἐκεῖνος τόν πατέρα του. Κι ἀπό δίπλα τά ἄλλα ἀδέλφια-παιδιά νά προσβλέπουμε καί νά χαιρόμαστε, ἐπιτέλους ὅπως τό θέλει μόνη ἡ ἀγαθοποιός πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἄλλοι νά εἶναι οἱ τρισευλογημένοι ἱστορικοί πατέρες καί ἄλλοι νά εἶναι οἱ ἐπίσης εὐλογημένοι ἱστορικοί υἱοί.
Καλή καί εὐλογημένη σύν Θεῷ ἡ νέα χρονιά, γεμάτη ἀπό τόν ἕνα Χριστό τῆς μιᾶς θείας Εὐχαριστίας, «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. 4, 13).

Μιά προοπτική ἱεραποστολικοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ πού χρειάζεται γιά νά πείσει τήν ἀκοσμία τοῦ κόσμου μας.
Καί εἶναι τόσον ἀναγκαία στίς μέρες μας, 2000 χρόνια ἀπό τότε πού τήν πρωτο-ενέπνευσε τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ μας κατ᾽ εὐδοκίαν τοῦ Πατρός στό “σῶμα τοῦ Χριστοῦ”. Ὥστε ἐπιτέλους ἡ ἐπί θύραις ἐτήσια χρονολόγηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀθλήσεως νά πιστοποιηθεῖ “μετά τοῦ Χριστοῦ” καί “ἐν Χριστῷ”.
Μετά ἀπό τόσους αἰῶνες μετά Χριστόν, νά εἶναι καί πιστοποίηση τοῦ “Πιστεύω” μας καί ἐπικαιροποίηση τοῦ “προσδοκῶ” μας.

Γουμένισσα, ἐγγύς τοῦ 2020 μ.Χ.

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος