Η Ανάσταση του Χριστού δεν υπάγεται στη νομοτέλεια αυτού του κόσμου και συνεπώς δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την ιστορία· τη νοηματοδοτεί και την προσανατολίζει προς νέους ορίζοντες, προς ένα καινούργιο κόσμο που είναι τελείως διαφορετικός από τον γνωστό μας κόσμο της φθοράς, του πόνου και του θανάτου, του φόβου τον οποίο ζούμε αυτόν τον καιρό. Γι’ αυτό και δεν περιγράφεται από τους ευαγγελιστές μας αυτό το ίδιο το γεγονός της Αναστάσεως, ούτε άλλωστε απεικονίζεται από την Όρθόδοξη εικονογραφία.

Τα ευαγγέλια διασώζουν τις μαρτυρίες ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, που επισκέφθηκαν τον άδειο τάφο, ή που είδαν τον αναστημένο Χριστό, που μίλησαν και έφαγαν μαζί του και έλαβαν την εντολή να γίνουν κήρυκες της Αναστάσεώς του σ’ όλη την οικουμένη. Έτσι π.χ. το ευαγγελικό ανάγνωσμα της βραδιάς της Αναστάσεως (Μάρκ. 16, 1-8) αφηγείται την επίσκεψη των μυροφόρων στον τάφο, όπου αντί του εσταυρωμένου Ιησού συναντούν άγγελο, ο οποίος διακηρύσσει ότι «ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε». Επίσης και η εικονογραφία της Εκκλησίας μας δεν παρασταίνει το γεγονός της Αναστάσεως, αλλά τις ανθρωπολογικές του συνέπειες: παρουσιάζει τον Χριστό να συντρίβει τις πύλες του Άδη, να σπάζει τα δεσμά και να ανασταίνει τους νεκρούς κρατώντας από το χέρι έναν άνδρα (τον Αδάμ) και μια γυναίκα (την Εύα) ως εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους.

Μετά από αυτή τη διευκρίνιση ας δούμε το Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα. Από την Κυριακή του Πάσχα αρχίζει να διαβάζεται στη θεία Λειτουργία ως ευαγγελικό ανάγνωσμα το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ως αποστολικό δε οι Πράξεις των Αποστόλων. Το αποστολικό λοιπόν ανάγνωσμα στην πρώτη αναστάσιμη Λειτουργία είναι το ακόλουθο (σε μετάφραση) από τις Πράξεις των Αποστόλων (1,1-8):

«Στο πρώτο μου βιβλίο, Θεόφιλε, διηγήθηκα όλα όσα ο Ιησούς έκανε και δίδαξε, από την αρχή ως την ημέρα που αναλήφθηκε, αφού πρώτα έδωσε εντολές, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, στους αποστόλους που είχε διαλέξει ο ίδιος. Μετά τον θάνατό του παρουσιάστηκε σ’ αυτούς ζωντανός με πολλές αποδείξεις· για σαράντα μέρες τούς εμφανιζόταν και τους μιλούσε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού. Ενόσω ήταν μαζί τους κι έτρωγε, τους παρήγγειλε: ‘Μην απομακρυνθείτε από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένετε από τον Πατέρα την εκπλήρωση της υποσχέσεως για την οποία σας μίλησα· ότι, δηλαδή, ενώ ο Ιωάννης βάφτιζε με νερό, εσείς θα βαφτιστείτε σε λίγες μέρες με το ‘Αγιο Πνεύμα’. Οι μαθητές, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν μια μέρα και τον ρωτούσαν: ‘Κύριε, έφτασε άραγε η ώρα να αποκαταστήσεις τη βασιλεία στον Ισραήλ;’ Κι αυτός τους απάντησε: ‘Εσείς δεν μπορείτε να γνωρίζετε τον ακριβή χρόνο· αυτόν τον κρατάει ο Πατέρας στην αποκλειστική του εξουσία. Θα λάβετε όμως δύναμη όταν θα ‘ρθει το ‘Αγιο Πνεύμα σ’ εσάς, και θα γίνετε μάρτυρες δικοί μου, στην Ιερουσαλήμ, σε όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια και ως τα πέρατα της γης’».

Το αποστολικό ανάγνωσμα αφηγείται τις επί σαράντα μέρες συναντήσεις του Αναστημένου Χριστού με τους μαθητές του. Απευθυνόμενος ο συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων, ο Λουκάς, στο ίδιο πρόσωπο, τον Θεόφιλο, όπως και στο Ευαγγέλιό του, συνοψίζει το περιεχόμενο του πρώτου βιβλίου του με τη φράση «όλα όσα ο Ιησούς έκανε και δίδαξε, από την αρχή ως την ημέρα που αναλήφθηκε». Το «όλα» πρέπει να το εννοήσουμε όχι με απόλυτη έννοια αλλά μάλλον ως αναφερόμενο σε όλα τα σημαντικά και απαραίτητα για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ως προς το πρόσωπο του Θεόφιλου δεν έχουμε πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Εάν δεν ισχύει η άποψη περί φιλολογικού τεχνάσματος του ευαγγελιστή να απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο ή ιδεατό πρόσωπο – κάτι που ήταν σύνηθες στα αρχαία έργα –, πρόκειται κατά πάσαν πιθανότητα για Ρωμαίο αξιωματούχο που κατηχήθηκε στον Χριστιανισμό και τον οποίο ο ιερός συγγραφέας θέλει να στηρίξει στη νέα πίστη με τα δύο έργα του.

Την εμφάνιση «με πολλές αποδείξεις» του Αναστημένου Χριστού στους μαθητές αφηγούνται τόσο τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης (βλ. Ματθ. 28, Μάρκ. 16, Λουκ. 24, Ιω 20-21) όσο και ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ 15,3-8). Οι συνομιλίες του Αναστάντος Χριστού με τους μαθητές του είχαν ως περιεχόμενο τα «σχετικά με τη βασιλεία του Θεού». Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία τώρα να λάβουν περισσότερες εξηγήσεις για όσα ο Ιησούς κήρυξε πριν από το πάθος του. Στην εμπειρία αυτή αναφερόμενος ο Απ. Πέτρος γράφει, σε άλλη συνάφεια, εξ ονόματος όλων των μαθητών: «Εμείς φάγαμε και ήπιαμε μαζί του μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς» (Πράξ.10,41). Ίσως με βάση το χωρίο αυτό μπορεί κανείς να υποθέσει ότι οι συναντήσεις έλαβαν χώρα στη διάρκεια φαγητού. Προς την κατεύθυνση αυτή μας οδηγεί το ρήμα του πρωτοτύπου κειμένου του αναγνώσματός μας (στον στίχ. 4) «συναλίζομαι», το οποίο σημαίνει αρχικά κοινωνώ αλών και τραπέζης, τρώγω στο ίδιο τραπέζι, και συνεπώς συναναστρέφομαι, έχω στενή επαφή με κάποιον (πρβλ. Νεοελληνική έκφραση «φάγαμε μαζί ψωμί και αλάτι»).

Κεντρική θέση μεταξύ των υποδείξεων του Αναστημένου Χριστού προς τους μαθητές του αποτελεί να περιμένουν στην Ιερουσαλήμ την εκπλήρωση της επαγγελίας του Πατέρα περί της αποστολής του Αγίου Πνεύματος, για την οποία μίλησε πολλές φορές ο Ιησούς στους μαθητές πριν από την Ανάστασή του. Η φράση του «ενώ ο Ιωάννης βάφτιζε με νερό, εσείς θα βαφτιστείτε σε λίγες μέρες με το ‘Αγιο Πνεύμα» μας είναι γνωστή από το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος διέκρινε το δικό του βάπτισμα με νερό από το βάπτισμα του Μεσσία με το Άγιο Πνεύμα (βλ.Ματθ.3,11.Λουκ.3,16). Το βάπτισμα με το Άγιο Πνεύμα, λέγει εδώ ο Αναστημένος Χριστός, θα συντελεστεί μετά από λίγες ημέρες, δηλ. κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν οι μαθητές θα «χειροτονηθούν» – για να χρησιμοποιήσουμε τη μεταγενέστερη ορολογία της Εκκλησίας – σε ιερείς, στους πρώτους ιερείς της Εκκλησίας μετά τον Μ. Αρχιερέα Χριστό, για να μεταδώσουν και αυτοί κατόπιν δια των Επισκόπων το χάρισμα της ιερωσύνης στους διαδόχους τους.

Σε άλλη εμφάνιση του Χριστού τον ερωτούν οι μαθητές εάν ήδη κατά τον παρόντα χρόνο θα εγκαινιάσει τη βασιλεία του. Οι ελπίδες των μαθητών, που ατόνησαν όταν είδαν να σταυρώνεται ο διδάσκαλός τους, αναπτερώνονται τώρα που τον βλέπουν ζώντα να ομιλεί για τη βασιλεία του Θεού. Στην απάντησή του ο Ιησούς από τη μια μεριά βεβαιώνει ότι η γνώση των χρόνων ή καιρών, για τους οποίους ρωτούν οι μαθητές, ανήκει στην εξουσία του Θεού Πατέρα – χωρίς να διευκρινίζει ότι ο ίδιος τους αγνοεί – και από την άλλη επισημαίνει ότι το δικό τους έργο συνίσταται στο να γίνουν μάρτυρες και κήρυκες της Αναστάσεώς του «ως τα πέρατα της γης», αφού λάβουν πρώτα τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Είναι φανερό ότι ο ιερός συγγραφέας, παραθέτοντας εδώ τα λόγια αυτά του Ιησού, θέλει να τονίσει στους χριστιανούς της εποχής του αλλά και τους σημερινούς, που ανυπομονούν ή θέλουν περισσότερες πληροφορίες για τον χρόνο της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού, ότι τη θέση της άκαρπης και παθητικής αναμονής πρέπει να καταλάβει η ενεργός δραστηριότητα με στόχο το κήρυγμα του Ευαγγελίου «ως τα πέρατα της γης». Η κηρυκτική αυτή δραστηριότητα βέβαια δεν σημαίνει ότι παύει να υφίσταται η αναμονή της βασιλείας. Με τη διαφορά ότι η εσχατολογική αναμονή πρέπει να γίνει πηγή δημιουργικής δραστηριότητας και όχι να οδηγεί σε απραξία. Η εσχατολογική αναμονή για τον χριστιανό δεν μπορεί να αποτελεί καταφύγιο απογνώσεως για το δυσάρεστο παρόν, αλλά πηγή δράσεως και μεταμορφώσεως του κόσμου. Βέβαια πάντοτε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: