Η Αποστολική περικοπή της Κυριακής που συμπίπτει με την 1η ημέρα του εκκλησιαστικού έτους προέρχεται από την Α΄προς Τιμόθεον επιστολή του Απ. Παύλου και είναι σε μετάφραση η ακόλουθη:

«Σας παρακαλώ πρώτα απ’ όλα να κάνετε δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις, ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους, για τους κυβερνήτες και για όλους εκείνους που ασκούν την εξουσία, ώστε να ζούμε ήρεμα και ειρηνικά με ευσέβεια κι ευπρέπεια από κάθε άποψη. Αυτό είναι καλό κι ευπρόσδεκτο από τον σωτήρα μας Θεό, ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να γνωρίσουν σε βάθος την αλήθεια. Γιατί ένας είναι ο Θεός κι ένας ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, που πρόσφερε τη ζωή του λύτρο για χάρη όλων. ‘Ετσι, στον προσδιορισμένο καιρό, έδωσε ο Θεός τη μαρτυρία του ότι θέλει να σώσει τον κόσμο. Αυτής της μαρτυρίας με έταξε ο Θεός κήρυκα και απόστολο –την αλήθεια λέω ενώπιον του Χριστού, δεν ψεύδομαι– για να διδάξω την πίστη και την αλήθεια στους εθνικούς» (Α΄Τιμ.2,1-7).

Η περικοπή προέρχεται από την Α΄ προς τον Τιμόθεο επιστολή του Απ. Παύλου. Η επιστολή αυτή καθώς και η Β΄ προς τον Τιμόθεο επίσης μαζί με την προς τον Τίτον ονομάζονται «Ποιμαντικές επιστολές». Έτσι ονομάστηκαν οι επιστολές αυτές στα μέσα του 18ου αιώνα, επειδή απευθύνονται σε ποιμένες της Εκκλησίας, μαθητές και στενούς συνεργάτες του Παύλου, και η ονομασία αυτή έχει πλέον επιβληθεί διεθνώς. Oι επιστολές αναφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι δυο αυτοί ηγέτες στις Εκκλησίες (Εφέσου και Κρήτης), στις οποίες τους εγκατέστησε ηγέτες ο Παύλος, και παρέχουν οδηγίες για το ποιμαντικό τους έργο. Έχουν μεγάλη αξία οι επιστολές αυτές, γιατί μας παρουσιάζουν το ενδιαφέρον και την αγωνία του συγγραφέα τους για τους κινδύνους που διατρέχουν τα μέλη της Εκκλησίας από τους αιρετικούς και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τους αντιμετωπίζουν οι ποιμένες των Εκκλησιών.

Για τον Τιμόθεο έχουμε πολλές πληροφορίες από τις Πράξεις των Αποστόλων και από τις επιστολές του Παύλου: Κατάγεται από τα Λύστρα της Λυκαονίας (Μικράς Ασίας), από εθνικό πατέρα και μητέρα ιουδαία που έγινε χριστιανή (Πράξ. 16,1). Στην πόλη αυτή γνώρισε τον Απ. Παύλο και έγινε ο πιο στενός, έμπιστος («ἰσόψυχος» κατά το Φιλιπ. 2,20) συνεργάτης του. Ήδη από πολύ μικρή παιδική ηλικία γνώρισε τα «ἱερὰ γράμματα» με τη φροντίδα της μητέρας του Ευνίκης και της μάμμης του Λωίδας (Β´ Τιμ. 1,5. 3,15). Αργότερα διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση τον Παύλο στη διάδοση του ευαγγελίου του Χριστού: «Ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον», θα γράψει ο Παύλος στους Φιλιππησίους (2,22) και στους Θεσσαλονικείς θα τον ονομάσει «ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ» (Α´ Θεσ. 3,2).

Βρίσκεται κοντά στον Παύλο στη β´ καί γ´ περιοδεία του, μεταφέρει μαζί του τη «λογεία» (συλλογή βοηθημάτων) για τους χριστιανούς των Ιεροσολύμων (Πράξ. 20,4), αναλαμβάνει λεπτές αποστολές που του αναθέτει ο Παύλος (Α´ Θεσ. 3,2-6. Α´ Κορ. 4,17. 16,10-11. Φιλιπ. 2,19-24. Ρωμ 16,21) και αναφέρεται ως συναποστολέας μαζί με τον Παύλο στις επιστολές Α´ Β´ προς Θεσσαλονικείς, Β´ προς Κορινθίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολασαείς, και προς τον Φιλήμονα. Λίγο πριν από το τέλος του ο μεγάλος Απόστολος εκφράζει την επιθυμία να ξαναδεί τον αφοσιωμένο συνεργάτη του (Β´ Τιμ. 4,9 21), τη στιγμή που πολλοί τον εγκατέλειψαν, κανένας δεν του συμπαραστάθηκε στην πρώτη απολογία του και έμεινε μόνο ο Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός μαζί του (Β´ Τιμ. 4,10· 11· 16).

Στην Α´ προς τον Τιμόθεον επιστολή του ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή του ποιμένα της Εκκλησίας της Εφέσου στον κίνδυνο των αιρετικών που καταγίνονται με ιουδαϊκούς μύθους, με απέραντες γενεαλογίες, με άσκοπες νομικές συζητήσεις και διάφορες ασκητικές εντολές, και τον προτρέπει να μείνει πιστός στην «ὑγιαίνουσα χριστιανική διδασκαλία» (1,3-20). Στη συνέχεια δίνει οδηγίες για ορισμένα ζητήματα λατρείας και ιδιαίτερα στην περικοπή μας υπογραμμίζει το καθήκον των χριστιανών να προσεύχονται για τους κοσμικούς ηγέτες τους, καθόσον ο Θεός θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να γνωρίσουν σε βάθος την αλήθεια. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός «πρόσφερε τη ζωή του λύτρο για χάρη όλων». Δυο λόγια για την τελευταία αυτή φράση, που τη συναντάμε και σε άλλες επιστολές και γενικότερα σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης, εφόσον αποτελεί βασικό στοιχείο της πρωτοχριστιανικής πίστης.

Το «λύτρο» ή –σε πληθυντικό –τα «λύτρα», καθώς και ο όρος «ἀπολύτρωσις» προέρχονται από την κοινωνική πραγματικότητα της αρχαίας Ελλάδος: Είναι η αμοιβή που δίνει κανείς για την εξαγορά ενός δούλου ή αιχμαλώτου και η ελευθερία που αυτός αποκτά ως συνέπεια. Ο Απ. Παύλος, με τον όρο «ἀπολύτρωσις» όπως και σε άλλους όρους του διαπιστώνουμε, μεταφέρει κοινωνική ορολογία στο θρησκευτικό επίπεδο δίνοντας νέο περιεχόμενο στον όρο με το οποίο νέο αυτό περιεχόμενο πολιτογραφείται και χρησιμοποιείται ο όρος στα μεταγενέστερα χρόνια. Έτσι η απολύτρωση αποβαίνει βασική έννοια της χριστιανικής θεολογίας, συνώνυμη της σωτηρίας.

Γενικότερα, στα κείμενα της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα στις επιστολές του Απ. Παύλου, πέρα και μέσα από τις λέξεις, διαπιστώνεται αλλά και αποτυπώνεται η συνάντηση των πολιτισμών της εποχής, του ελληνορωμαϊκού αφενός και του ιουδαϊκού αφετέρου, και από τη συνάντηση αυτή αναδεικνύεται ένας καινούργιος, οικουμενικός πολιτισμός, ο χριστιανικός. Το ελληνικό λεξιλόγιο προσλαμβάνεται από τους κήρυκες της νέας πίστης και γίνεται το αγγείο, οι ασκοί που περιέχουν το νέο κρασί που προσφέρεται σε όλη την ανθρωπότητα, η οποία πλέον προσλαμβάνει και πολιτογραφεί τους ελληνικούς όρους με το χριστιανικό τους περιεχόμενο. Κι ο κάθε λαός εν συνεχεία το μεταφράζει στη δική του γλώσσα και το ενσωματώνει στον δικό του πολιτισμό. Έτσι, στο εξής οι ελληνικές λέξεις “εὐαγγέλιον” “ἀπολύτρωσις”, “ἀπόστολος”, “ταπείνωσις”, “σοφία” κ.ά. παίρνουν νέο περιεχόμενο, και με το νέο αυτό περιεχόμενο είναι γνωστές σε όλες τις γλώσσες.

Ιωάννης Καραβιδόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Tagged: