Μία θαυμάσια εἰκόνα ἐνώπιόν μας. Ὁ Κύριος «ἀφῆκεν τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν» καὶ «ἔδει αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας». Ἔρχεται λοιπὸν σὲ μία πόλη τῆς Σαμαρείας ποὺ λεγόταν Συχὰρ «πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ». Ἐκεῖ ὑπῆρχε πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Καὶ ὁ Κύριος κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως «ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη», δηλ. ἦταν μεσημέρι. «Κεκοπιακώς», γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀνθρωπίνη φύση Του πλὴν τῆς ἁμαρτίας.

Δὲν ταξείδευε μὲ ὑποζύγιον, ἀλλὰ πεζός, ὁδοιποροῦσε, φανερώνοντας ταπείνωση καὶ τὸ ἀπέρριτον Αὐτοῦ καὶ μὲ πᾶσαν ἁπλότητα κάθεται στὸ πεζούλι τῆς πηγῆς. Ἐκεῖ ἔρχεται μία γυναῖκα Σαμαρεῖτις, φέρουσα τὴν ὑδρίαν αὐτῆς. Ὡραία ἑλληνικὴ λέξη ἡ ὑδρία, ὅπως καὶ ἡ λήκυθος, ὅπως ὁ κρατήρ, ὁ ἀμφορεύς. Ἔρχεται λοιπὸν μὲ τὴν ὑδρία της γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ ὕδωρ. Καὶ ἐκεῖ συναντᾶ τὸν Ἰησοῦ ὅπου καὶ ἀρχίζει ἕνας ὑπέροχος διάλογος, ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ἀπὸ τοὺς πιὸ σπουδαίους διαλόγους, ποὺ μᾶς παραθέτουν τὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ κατ΄ ἐξοχὴν ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Καὶ οἱ μαθηταὶ ἀποροῦν «ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει», διότι ἦταν ἀπαγορευμένο μὲ τὴν ὅλη κατάσταση τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, νὰ γίνεται συνομιλία σὲ δημόσιο χῶρο μετὰ γυναικός. Ἄλλωστε στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἴσχυε καὶ τό: «οὐ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις». Ὅμως ὁ Κύριος ἀνοίγει διάλογο, συνομιλεῖ καὶ μάλιστα ἀποκαλύπτει στὴν γυναίκα αὐτή, μεγάλες ἀλήθειες τῆς πίστεως. Ὁμιλεῖ μάλιστα περὶ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, λέγοντας ὅτι «πνεῦμα ὁ Θεός», καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Ὁ Χριστός, μάλιστα, δὲν συμπεριφέρεται ὅπως μὲ τὴν Χαναναία, ποὺ δοκίμασε τὴν πίστη της, ἐδῶ δὲν δοκιμάζει τὴν πίστη τῆς Σαμαρείτιδος, ἐδῶ διδάσκει τὴν γυναίκα αὐτή.

*

Καὶ ὁ διάλογος συνεχίζεται. Μπροστὰ ὅμως στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, στὸν Ζωοδότη Κύριο δὲν μπορεῖ ἡ γυναίκα αὐτὴ νὰ μείνει ὅπως ἦταν πρίν, ὅπως ἐρχόταν μὲ τὴν ὑδρία της στὸ φυσικὸ πηγάδι. Διορθώνει τὸν βίο της. Στὸ τέλος ἡ Σαμαρείτιδα φωτίζεται, μετανοεῖ καὶ σώζεται. Γίνεται φωτεινὴ στὴν καρδιὰ καὶ Φωτεινὴ στὸ ὄνομα. Καθίσταται απόστολος στοὺς ἄλλους συμπατριῶτες της, τοὺς Σαμαρεῖτες. Ἀξιώνεται νὰ γίνει ἁγία Φωτεινή, Ἰσαπόστολος καὶ νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας. Ὡστόσο αὐτὴ ἡ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ τῆς Θείας Διδασκαλίας διεξάγεται «παρὰ τῇ πηγῇ», ἐκεῖ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ἐκεῖ ποὺ ἐρχόταν ὁ κόσμος γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ ὕδωρ. Ὑπόβαθρο, δηλαδὴ τῶν ὑψηλῶν νοημάτων εἶναι ἡ πηγὴ καὶ τὸ φυσικό της ὕδωρ. Εἰδικότερα, κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ ἱεροῦ κειμένου, ὁ Χριστὸς ζητᾶ ὕδωρ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα. «Δός μοι πιεῖν». Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔχουμε διάλογο ποὺ λαμβάνει ἀνοδικὴ ἐξέλιξη, ἀπὸ τὰ φθαρτά, τὰ ρέοντα καὶ γήϊνα στὰ ἐπουράνια, πνευματικὰ καὶ ἄφθαρτα.

Ὁ Κύριος φθάνει καὶ τῆς λέγει τὰ σωτηριώδη λόγια: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 4, 13-14). Καθένας ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ, θὰ διψάσει πάλιν. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ πίει ἀπὸ τὸ νερό, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ δώσω, θὰ μεταβληθεῖ μέσα του σὲ πηγὴ νεροῦ, ποὺ δὲν θὰ στειρεύει ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει καὶ θὰ τρέχει πάντοτε, γιὰ να τοῦ παρέχει αἰώνιο ζωή. Καὶ ἡ Σαμαρείτιδα ποὺ δὲν εἶχε καταλάβει οὔτε μὲ ποιὸν συνομιλοῦσε, οὔτε περὶ ποίου ὕδατος μιλοῦσε ὁ Κύριος, ἀπευθυνομένη στὸ Χριστὸ τοῦ λέγει : «Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ…» (Ἰω. 4, 15).

*

Κάτω ἀπὸ τοῦτο τὸ αἴτημα, κρύβεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια. Πρόκειται γιὰ τὴν πνευματικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔκπαλαι ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τότε ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν Παράδειστο, ἀπὸ τὸν Κῆπο τῆς τρυφῆς, ἀπὸ τὸν Κῆπο τῆς Ἐδέμ, ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο ἔχει σωματικη δίψα, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Δὲν διψᾶ μόνο σωματικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικά. Διψᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀπὸ τότε φέρει μία ὑδρία στὸ χέρι καὶ ψάχνει καὶ ἀναζητεῖ τὴν πηγή, ὅπου θὰ ξεδιψάσει ἡ ψυχή του. Ἂν ἡ Εὔα τὴν ἕκτη ὥρα «ἐξελήλυθεν ἐκ τοῦ Παραδείσου, ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως», τώρα τὴν ἄλλη ἕκτη ὥρα, ἡ Σαμαρείτιδα «ἐπὶ τὴν πηγήν…ἤγγικεν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ἣν ἰδὼν ἔφη ὁ Σωτήρ· Δός μοι ὕδωρ πιεῖν, κἀγὼ ὕδατος ἀλλομένου ἐμπλήσω σε».

Διψᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ἀλήθεια, μὰ βρίσκει τὸ ψέμα. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ βρίσκει δεσμὰ δουλείας, βρίσκει καὶ δένεται στὰ δεσμὰ τῶν παθῶν. Διψᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ εἰρήνη καὶ βρίσκει τὴν ταραχή, τὴν σύγχυση καὶ τὸν πόλεμο. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν χαρὰ καὶ βρίσκει τὴν θλίψη, τὸν πόνο, τὴν δοκιμασία, τὸν θρῆνο. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ νά, ἐνώπιόν του ἡ ἀδικία. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ ἀγάπη καὶ βρίσκει τὸ μῖσος, τὴν ἔχθρα, τὴν κακία, ποὺ περισσεύει μέσα τὴν κοινωνία. Διψᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ ζωὴ καὶ μπροστά του ὁ θάνατος. Διψᾶ ὁ ἀρχαῖος ἕλληνας ὅταν φιλοσοφεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Διψᾶ ὅταν βουτηγμένος στὴν εἰδωλολατρεία ἀναζητεῖ τὸν «ἄγνωστο Θεό».

Διψᾶ ὁ διανοούμενος, ὅταν μελετᾶ καὶ ψάχνει στὰ βιβλία του νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν ὄντων, ὅταν προσπαθεῖ νὰ φτιάξει ἰδεολογίες πολιτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές, ὅταν ἀναζητεῖ συνθήματα ζωῆς.

Διψᾶ ὁ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, ὅταν γυρεύει ὅλο πιὸ ἐπίμονα νὰ βρεῖ τὸ καλύτερο προϊόν, ἴσως τὸ ἀκριβότερο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν ξηραῒλα τῆς ψυχῆς του. Ὁ Ψαλμωδὸς τὸ εἶπε μὲ τὰ δικά του λόγια, στὸν «Ἑξάψαλμο» τὸ ἀκοῦμε: «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρὸς σέ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ» (Ψαλμ. 62, 2). Ἡ ψυχή μου ἐδίψησε πρός Σέ, τὸν Θεόν, διψᾶ τελικὰ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ εὕρει τὸν Θεόν.

*

Ἀλλὰ τὸ μεῖζον ἐρώτημα σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ δίψα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνώπιόν μας, εἶναι: Ἄραγε ποῦ ξεδιψᾶ ὁ ἄνθρωπος; Ποὺ ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸ ὕδωρ αὐτό, ποὺ θὰ τὸν ξεδιψάσει ἀπὸ τὶς ἀνησυχίες του; Ποῦ ψάχνει ; Ποία πηγή; Μήπως εἶναι κάποιο φρέαρ ἀπατηλό; Μήπως δὲν εἶναι κἂν φρέαρ, ἀλλὰ εἶναι φρεάτιο; Μήπως εἶναι κάποια ψευδεπίγραφη πηγή; Ὅμως ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο εἶπε πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα καὶ πρὸς ὅλους μας: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ Κύριος εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς Ζωῆς καὶ προσφέρει, δίδει στὸν ἄνθρωπο, σὲ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ποὺ ἀναζητᾶ καὶ ψάχνει, δίδει τὸ Ὕδωρ τὸ Ζῶν. Τὰ φρυγμένα χείλη τοῦ τραγικοῦ ἀποστασιοποιημένου συγχρόνου ἀνθρώπου μόνο σ’ αὐτὴν τὴν αἰώνια Πηγὴ μποροῦν νὰ δροσισθοῦν . Μέχρις ὅτου ὅμως γίνει αὐτό, ἡ περιπλάνηση στὴν ἔρημο θἆναι ὀδυνηρή.

*

Ποῖο ὅμως εἶναι αὐτὸ τὸ Ὕδωρ τὸ Ζῶν; Ποῖο εἶναι αὐτὸ τὸ Ὕδωρ τὸ Ζῶν, τοῦ Κυρίου, ποὺ προσφέρεται δωρεὰν ἀπὸ Ἐκεῖνον ; Εἶναι ἡ Θεία Χάρις! Αὐτὸ εἶναι τὸ Ὕδωρ τὸ Ζῶν, ἡ Θεία Χάρις, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ἡ εὐδοκία, ἡ πνευματικὴ εὐφροσύνη, ἡ πρόνοια, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Πρὸς τὴν ἀνθρώπινη ψυχή. Εἶναι ἡ Τριαδικὴ εὐλογία. Εἶναι αὐτό, ποὺ ἀκοῦμε σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, «ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἀγίου Πνεύματος».

Εἶναι ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια καὶ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μεθεκτὴ ὅμως στὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ ἀναζητᾶ νὰ ξεδιψάσει τὴν ψυχή του. Εἶναι ἡ Θεία Χάρις, ἠ πλούσια Θεία Χάρις. Αὐτὴ μᾶς προσφέρεται μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Εἶναι ἡ Θεία Χάρις, ποὺ ἔρχεται καὶ εἰρηνεύει καὶ γαληνεύει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἔλεγον: «Ἐλθέτω ἡ Χάρις, παρελθέτω ὁ πονηρὸς κόσμος». Καὶ ἡ διαβεβαίωσις τοῦ Κυρίου εἶναι σαφής, «ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ», συμπληρώνει ὁ Κύριος, «ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 37-38), δηλαδὴ ἔρχονται πλούσιες οἱ δωρεὲς τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Καὶ ὡς κατακλείς, ἔρχεται ἡ Ἀποκάλυψις, τὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, νὰ μᾶς τὸ ὑπογραμμίσει καὶ νὰ μᾶς πεῖ: «Ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. 22, 17). Ὁ θέλων! Ἱερὰ πρόσκληση στὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν»! Δηλαδή, λάβε τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν καὶ ἀπόκτησον τὴν Χάριν!

τοῦ ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Κ. Παπαθανασίου, Ἱεροκήρυκος Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν

Ετικέτες: