Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της πρώτης Κυριακής της περιόδου των νηστειών προέρχεται από το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον και αναφέρεται στην κλήση από τον Ιησού δύο μαθητών του. Η περικοπή Ιωα 1:44-52 είναι η τρίτη μιας σειράς ενοτήτων του πρώτου κεφαλαίου που αρχίζουν με τη φράση «Τῇ ἐπαύριον» (1:29-34, 35-43, 44-52) και ακολουθούν αμέσως μετά την μαρτυρία του Ιωάννη του Βαπτιστή ότι δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός αλλά «Αυτός που έρχεται ύστερα από μένα, που όμως υπάρχει πριν από μένα και που εγώ δεν είμαι άξιος ούτε το λουρί να λύσω από τα υποδήματά του» (1:27).

Στις τρεις ενότητες που ακολουθούν αναφέρονται διαδοχικά διάφορα χαρακτηριστικά της ταυτότητας του Ιησού που θα αποκαλυφθούν στη συνέχεια του Ευαγγελίου· είναι ο «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (1:29) «ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. (1:33), «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (1:34), ο «Ῥαββί – Διδάσκαλος» (1:38). Τα πρώτα λόγια που λέει ο Ιησούς μετά τη μαρτυρία του Βαπτιστή Ιωάννη «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ» (1:36) είναι, σύμφωνα με το τέταρτο Ευαγγέλιο, το ερώτημα: «Τί ζητεῖτε;» (1:38), που ακολουθείται από μια πρόσκληση – υπόσχεση: «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε» (1:39).

Την ίδια πρόσκληση θα απευθύνει και ο Φίλιππος προς τον φίλο του Ναθαναήλ, στην αμέσως επόμενη ενότητα, όταν θα διαπιστώσει την αδυναμία του να του περιγράψει το ποιος ακριβώς είναι ο Ιησούς. Σύμφωνα με το κείμενο, περιοδεύοντας στα χωριά της Γαλιλαίας, ο Ιησούς συναντά τον Φίλιππο, κάποιον συγχωριανό τού Ανδρέα και του Πέτρου οι οποίοι είχαν ήδη γίνει μαθητές του, και τον καλεί να τον ακολουθήσει. Ο Φίλιππος, εντυπωσιασμένος προφανώς από τη συνάντησή του με τον Ιησού, όχι μόνον αποδέχεται αμέσως την πρόσκληση, αλλά σπεύδει, γεμάτος ενθουσιασμό, να πληροφορήσει και τον φίλο του Ναθαναήλ ότι βρήκε εκείνον τον οποίο προανήγγελλαν οι Γραφές: «Αυτόν που προανήγγειλε ο Μωυσής στον Νόμο και οι Προφήτες, τον βρήκαμε· είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ» (1:46). Ο Ναθαναήλ αντιδρά πιο ψύχραιμα από τον φίλο του· διατυπώνει αντιρρήσεις, και επιμένει ότι πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα πιο προσεκτικά: «Μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει τίποτα καλό;» (1:47α). Ο Φίλιππος όμως δεν έχει την υπομονή για θεωρητικές συζητήσεις· είναι τόσο βέβαιος ότι αυτός με τον οποίο συναντήθηκε είναι ο αναμενόμενος Χριστός, ώστε προσκαλεί τον φίλο του να έρθει να το διαπιστώσει μόνος του: «Έλα και δες μόνος σου» (1:47β).
Στη συνάντηση που ακολουθεί ο Ιησούς χαρακτηρίζει τον Ναθαναήλ ως «γνήσιο Ισραηλίτη» (1:48) και δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του αυτόν πληροφορώντας τον Ναθαναήλ ότι τον είδε να κάθεται κάτω από μια συκιά (1:49). Αυτό είναι για τον Ναθαναήλ αρκετό ώστε να ομολογήσει: «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ» (1:50). Η περικοπή τελειώνει με τη διαβεβαίωση του Ιησού προς τους μαθητές του πως «σύντομα θα δείτε να έχει ανοίξει ο ουρανός, και οι άγγελοι του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του Ανθρώπου» (1:52).

Για να γίνει κατανοητό το δεύτερο μέρος της περικοπής, θα πρέπει να ληφθεί υπ᾽ όψη ότι το σύνολο σχεδόν των θεολογικών συζητήσεων της εποχής του Χριστού στρεφόταν γύρω από το ερώτημα «Ποιος είναι γνήσιος Ισραηλίτης», ποιος δηλαδή κατέχει την αληθινή πίστη στον Θεό. Το ερώτημα αυτό προκάλεσε μεγάλες διασπάσεις μεταξύ των Ιουδαίων της εποχής καθώς, ανάλογα με την απάντηση που έδινε ο κάθε πνευματικός ηγέτης δημιουργούσε και μια κίνηση που θεωρούσε ότι εξέφραζε τη γνήσια παράδοση. Μερικές από τις κινήσεις αυτές εξέφραζαν τέτοια αντίθεση προς τις άλλες που συχνά τα μέλη τους περιφρονούσαν όλους τους άλλους, όπως π.χ. οι Φαρισαίοι ή ίδρυαν απομονωμένες κοινότητες στην έρημο, ώστε να μη μολύνονται από την επαφή τους με τους άλλους, όπως τα μέλη της κοινότητας του Κουμράν στη ΒΔ ακτή της Νεκράς Θάλασσας. Παρά τις αντιθέσεις τους, αυτό που οι ομάδες αυτές είχαν κοινό μεταξύ τους ήταν η πεποίθησή τους ότι ως γνήσια τέκνα του Αβραάμ είχαν εξασφαλισμένη τη σωτηρία τους. Αυτός είναι ο λόγος που ο βαπτιστής Ιωάννης προειδοποιεί με αγανάκτηση τους εκπροσώπους αυτών των κινήσεων: «Μην αυταπατάστε λέγοντας, “Εμείς καταγόμαστε από τον Αβραάμ”. Να είστε βέβαιοι πως ο Θεός, ακόμη κι απ’ αυτές εδώ τις πέτρες μπορεί να κάνει απογόνους του Αβραάμ» (Ματ 3:9· πρβλ Λου 3:8) και το ίδιο ακριβώς τονίζει και ο απόστολος Παύλος, επισημαίνοντας πως: «δεν ταυτίζεται ο αληθινός Ισραήλ μ’ όλους όσοι κατάγονται από τον Ισραήλ, ούτε είναι αληθινά παιδιά του Αβραάμ όλοι όσοι κατάγονται από τον Αβραάμ» (Ρωμ 9:6-7).

Το ερώτημα απασχολούσε προφανώς και τους μαθητές του Ιησού Χριστού. Χαρακτηρίζοντας, κατά συνέπεια, ο Ιησούς τον Ναθαναήλ ως “γνήσιο Ισραηλίτη”, πληροφορεί τους μαθητές του ότι πρόκειται για έναν πραγματικά πιστό άνθρωπο. Δηλώνοντας, μάλιστα, ότι ο Ναθαναήλ καθόταν νωρίτερα κάτω από μια συκιά, τους δίνει και μια άλλη πολύ πιο σημαντική πληροφορία. Τόσο ο προφήτης Μιχαίας (4:4) όσο και ο προφήτης Ζαχαρίας (3:10) περιγράφουν την ειρήνη που θα επικρατήσει κατά την εποχή του Μεσσία με την εικόνα του ανθρώπου που κάθεται ήσυχος ή γλεντάει κάτω από τη συκιά του. Στη ραββινική σκέψη της εποχής του Ιησού η εικόνα του ανθρώπου που κάθεται κάτω από τη συκιά του παρέπεμπε στον μελετητή του Νόμου του Μωυσή. Πληροφορώντας, κατά συνέπεια, ο Ιησούς τους μαθητές του ότι ο Ναθαναήλ καθόταν κάτω από μια συκιά, δηλώνει ότι τον αναγνωρίζει ως ένα μελετητή των Γραφών που αναμένει τον Μεσσία. Έτσι η ομολογία του Ναθαναήλ που ακολουθεί «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ» αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία, καθώς ένας πραγματικά πιστός ραββίνος αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ τον Υιό του Θεού.

Τόσο το ερώτημα «Τί ζητεῖτε;» όσο και η πρόσκληση «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε» που απευθύνει ο Ιησούς στους μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή (Ιωα 1:38-39), όπως και πρόσκληση του Φιλίππου προς τον Ναθαναήλ, απευθύνονται και στους σύγχρονους χριστιανούς. Αποκτούν μάλιστα ιδιαίτερη επικαιρότητα κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, καθώς το θεολογικό ζήτημα της εποχής του Χριστού «Ποιος είναι γνήσιος Ισραηλίτης;» αναδιατυπώνεται σήμερα ως «Ποιος είναι γνήσιος Ορθόδοξος;» Και είναι γνωστό ότι οι αντιπαραθέσεις γύρω από αυτό το ζήτημα γεννούν τεράστιες εντάσεις και σχίσματα μεταξύ των Ορθοδόξων, ανάλογες προς τις εντάσεις της εποχής του Χριστού μεταξύ των Ιουδαίων.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της Ορθοδοξίας προσφέρει ένα ασφαλές κριτήριο για μια ορθή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα· γνήσιοι ορθόδοξοι δεν είναι όσοι εμφανίζονται ως δήθεν «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Η φράση αυτή με την οποία αρχίζουν πολλά δογματικά κείμενα της Εκκλησίας δεν αποτελεί μια επίκληση της αρχαιότητας αλλά της συνέχειας της πίστης από την αποστολική εποχή ώς σήμερα. Το ασφαλές, κατά συνέπεια, κριτήριο για την αυθεντικότητα της πίστης δεν είναι η αυτοδικαίωση αλλά η αυτογνωσία. Μόνον αυτοί που, όπως ο Ναθαναήλ, αναζητούν πραγματικά τον Χριστό, μόνον αυτοί που, παρά τις όποιες αδυναμίες τους ή και τις αμφιβολίες τους ακόμα, έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν, όπως ο Ναθαναήλ, στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ τον Υιό του Θεού θα αξιωθούν να δουν, όπως ο Ιακώβ (βλ Γεν 28:10-17), «να έχει ανοίξει ο ουρανός, και οι άγγελοι του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του Ανθρώπου» (Ιωα 1:52).

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: