Η έντονη ενόχληση των ανθρώπων με θρησκευτική συνείδηση για τη δημόσια συζήτηση σε σχέση με τη πιθανότητα μετάδοσης του κορονοϊού ή άλλων μεταδοτικών ασθενειών κατά τη μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, επιτρέπει μια εμβάθυνση στον τρόπο με τον οποίο οι σημερινοί Χριστιανοί κατανοούν το μυστήριο της Ευχαριστίας και της Εκκλησίας. Η αντιπαράθεση έλαβε τα χαρακτηριστικά αγώνα διελκυστίνδας, με τη φορτισμένη επίκληση στο υπερφυσικό να προσπαθεί να αντιπαλέψει την κοροϊδία, τον χλευασμό και την ιδεοληπτική ορθολογικότητα.

Τη δεκαετία του ’80, κύκλοι θρησκευόμενων ανά τον κόσμο έλεγαν, με περισσή ικανοποίηση, πως η εξάπλωση του AIDS ήταν η τιμωρία του Θεού για τους ομοφυλόφιλους και τη «σεξουαλική επανάσταση». Στις μέρες μας, άθεοι και υπέρμαχοι της κοσμικότητας, ειρωνεύτηκαν όσους νόσησαν από τον κορονοϊό κατά το προσκύνημά τους στους Αγίους Τόπους. Δυστυχώς, οι άνθρωποι θα ενωνόμαστε πάντα στον χαιρέκακο μισανθρωπισμό μας. Πέρα, όμως, από τον στείρο ιδεολογικό πόλεμο και την εργαλειοποίηση ενός μυστηρίου, παραμένει η ουσία του ζητήματος αντιμετώπισης της παρούσας δύσκολης κατάστασης και των επιπτώσεων που αυτή έχει στη θρησκευτική ζωή των πιστών, ιδιαίτερα καθώς διανύουμε την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ως γνωστών, δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η Ευχαριστία βρέθηκε στο στόχαστρο δημόσιας αντιπαράθεσης. Κηρύττοντας ο Ιησούς στη συναγωγή της Καπερναούμ, αποκάλυψε στους Ιουδαίους το μυστήριο της βρώσης του άρτου της ζωής. «Έάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ιω 6,51) δίδασκε ο Ιησούς στους μαθητές του. Εκείνοι, όμως, βρήκαν τα λόγια αυτά σκληρά και πολλοί έπαψαν να τον ακολουθούν έκτοτε (Ιω 6,60-66).

Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η πρώτη Εκκλησία κατηγορούνταν πως πραγματοποιούσε τελετές ανθρωποφαγίας (κανιβαλισμού) στη διάρκεια της τέλεσης του Δείπνου του Κυρίου. Ο εξ Αφρικής προερχόμενος Λατίνος Χριστιανός συγγραφέας Μινούκιος Φήλιξ (π. 160-250 μ.Χ.) στο απολογητικό έργο του Octavius, καταγράφει αυτή την κατηγορία εναντίων των Χριστιανών. Η κλάση του άρτου, ήταν το κέντρο της λατρείας τους και οι Χριστιανοί την πραγματοποιούσαν με τρόπο μυστικό. Η Ευχαριστία αφορούσε τους μυημένους, τους μαθητές του Χριστού. Αιώνες, όμως, τώρα και ασφαλώς στις μέρες μας ακόμα περισσότερο, έχει καταστεί δημόσιο γεγονός.

Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ακούγονται εθνικοπολιτικά κηρύγματα, παρελαύνουν επίσημοι, αλληλοσυγχαίρονται προεστοί των συνάξεων, παρίστανται μαθητές σημαιοκρατούντες και παρασημοφορούντες στρατιωτικοί με τις σπάθες τους, παιανίζουν εμβατήρια, «καλοτυχίζονται» τα μωρά και τα νήπια, φωτογραφίζονται πολλάκις οι ιερουργούντες, ενδεδυμένοι με τις μπαρόκ ταπετσαρίες τους, όπως έγραψε και ένας κληρικός των ημερών μας, και επιβεβαιώνεται η «ευλογημένη» αλληλεξάρτηση των εξουσιών. Ας μη μας κακοφαίνεται, λοιπόν, που ο καθένας θέλει να εκφραστεί επ’ αυτής. Πρώτα εμείς οι ίδιοι οι Χριστιανοί έχουμε «θεολογήσει» υπέρ της εκκοσμίκευσης της Ευχαριστίας. Τώρα δρέπουμε τους καρπούς της δικής μας πτώσης.

Θα μπορούσε να θεραπευτεί αυτή η κατάσταση; Μήπως, η εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο μεταστροφής και για τους Χριστιανούς; Πέρα από την αναμενόμενη χθεσινή «βελούδινη» πρωθυπουργική τοποθέτηση επί του ζητήματος, μια ενδεχόμενη επιβολή της κατ’ οίκον προσευχής, ας μη μας τρομάζει. Βεβαίως, πολλοί Χριστιανοί είναι συνεπείς στον προσωπικό κανόνα προσευχής τους. Ας μην αντιμετωπίζουμε, όμως, την κατ’ οίκον προσευχή μόνο ως ατομική διαδικασία. Πόσοι, άλλωστε, από μας μπορούν να επικαλεστούν ότι κατέχουν την ευλογημένη απομόνωση και ησυχία της μυστικής προσευχής της νηπτικής παραδόσεως; Η ανάγκη να βρεθούμε με τους αδερφούς μας για να προσευχηθούμε από κοινού και να βαστήξουμε αλλήλων τα βάρη (Γαλ 6,2) είναι πηγαία και δεν πρέπει να καμφθεί από τον φόβο των ημερών. Θα μπορούσε, μάλιστα, να προσλάβει νέα διάσταση, χωρίς να είναι νεωτεριστική, σεβόμενη, παράλληλα, τις σχετικές οδηγίες των ειδικών.

Η εμπειρία της αρχαίας Εκκλησίας ή εκείνη της Εκκλησίας του 20ου αιώνα κατά τις περιόδους των σύγχρονων διωγμών, μας διδάσκει τον τρόπο των μικρών προσευχητικών, μη μυστηριακών συνάξεων και μάλιστα αυτών χωρίς καν την παρουσία προεστού. Δυστυχώς, πολλές τοποθετήσεις αυτές τις ημέρες, έδωσαν την εντύπωση πως η Θεία Κοινωνία δίνεται από τους κληρικούς στους λαϊκούς σα να τη διαχειρίζονται οι πρώτοι, με τους δεύτερους να αποτελούν παθητικούς αποδέκτες και θεατές της Ευχαριστίας. Σχηματικά, οι τοποθετήσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν στο «εμείς, οι κληρικοί, θα την τελέσουμε. Εσείς, οι λαϊκοί, αν θέλετε έρχεστε». Εδώ διαφαίνεται η προβληματική θεολογία που θέλει την Εκκλησία να είναι (μόνο) τράπεζα χάριτος, αντί για θεανθρώπινη, υπαρξιακή κοινωνία πρόγευσης της Βασιλείας του μέλλοντος αιώνος και σύναξη των διασκορπισμένων κατά το πρότυπο της ενότητας της Τριάδος.

Ίσως ήρθε η ώρα να ξαναδούμε και, κυρίως, να ξαναβιώσουμε το εσχατολογικό μυστήριο της Εκκλησίας εκτός της κληρικαλιστικής και κρατικιστικής της θεσμοποίησης. Να εμφανιστούν εκ νέου αρχαίες λειτουργίες και διακονίες της, όπως αυτή των χειροτονημένων διακονισσών, ειδικά με το ενδεχόμενο απομόνωσης ευαίσθητων ομάδων στο σπίτι για μακροχρόνια περίοδο. Μακάρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση σύντομα. Ως φρόνιμοι και ἀκέραιοι (Μτ. 10,16), όμως, οι Χριστιανοί, καλούμαστε να απαντήσουμε στις προκλήσεις των καιρών καταλλήλως. Αντί να καταφεύγουμε, λοιπόν, σε τερατολογίες, σε συνομωσιολογίες ή σε άλογες επιλογές στο όνομα ενός -τελικά- κοσμικού θρησκευτικού συναισθηματισμού, ας εμπνευστούμε από την ίδια την Παράδοσή μας.

Ο Νίκος Κοσμίδης είναι πολιτισμολόγος, εταίρος του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES).

Ετικέτες: