Το χθεσινοβραδινό tweet του Πρωθυπουργού, έδωσε τέλος στη διαμάχη για τη συνέχιση ή μη λειτουργίας των εκκλησιών, τζαμιών, συναγωγών και των λοιπών ευκτήριων οίκων. Η πρωτόγνωρη, για μια δεξιά κυβέρνηση, απόφαση, αποτελεί δείγμα μιας αλλαγής παραδείγματος στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, η οποία έφερε σε αμηχανία τόσο το συντηρητικό τμήμα της δεύτερης, όσο και την αριστερά που έσπευσε να τονίσει την αργοπορία ανάληψης σχετικής πρωτοβουλίας.

Πέρα από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες, οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν πως η ανακοίνωση περί αναστολής λειτουργίας όλων των χώρων λατρείας επιχειρεί να απαντήσει σε ένα υπαρκτό πρόβλημα. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν όσες χώρες πλήττονται από τη διάδοση του νέου κορονοϊού. Όσο και αν η λήψη της μοιάζει σκληρή, ειδικά σε μια περίοδο στην οποία η πίστη ενισχύει τον άνθρωπο και οι Χριστιανοί προετοιμαζόμαστε για τη Μεγάλη Εβδομάδα και τον εορτασμό του Πάσχα, το περιεχόμενό της είναι δικαιολογημένο και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προϊόν αντιθρησκευτισμού.

Οι ανά τον κόσμο Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες, εδώ και μέρες, έπραξαν τα αυτονόητα για τα εκκλησιάσματά τους. Το αυτό έπραξαν και άλλες θρησκευτικές κοινότητες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακολούθησε το παράδειγμα των άλλων εκκλησιών στις επαρχίες των Μητροπόλεων της Δυτικής Ευρώπης. Δυστυχώς, στα καθ’ ημάς, η αδυναμία διαχείρισης μιας, ασφαλώς, ιδιαιτέρως δύσκολης και καινοφανούς κατάστασης, επέτεινε την αχρείαστη ένταση και τη θλιβερή εργαλειοποίηση της Ευχαριστίας ένθεν και ένθεν. Και όλα αυτά την ώρα που στη γειτονική Ιταλία, οι ναοί ανοίγουν μόνο για να τελεστούν οι κηδείες των εκατοντάδων θυμάτων της πανδημίας. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο με τα σφραγισμένα φέρετρα, μάλλον δεν έχουν πείσει ακόμα όσους συνεχίζουν να μην ακολουθούν τις οδηγίες των ειδικών και των αρχών.

Ειπώθηκε πως Μητροπολίτες επικαλέστηκαν τη λειτουργία των χώρων λατρείας άλλων εκκλησιαστικών και θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα μας, για να καταδειχθεί ένας ρατσισμός (;) εναντίον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αν υπήρχε στοιχειώδης θεσμική διαχριστιανική επικοινωνία μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και των ετερόδοξων, θα γνώριζαν όσοι κατέφυγαν σε μια τέτοια επίκληση, πως π.χ. η Γενική Σύνοδος της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας είχε προχωρήσει ήδη σε διακοπή των λατρευτικών της συνάξεων ανά την επικράτεια.

Ενδεχομένως, η απόφαση-απάντηση του Πρωθυπουργού να εξυπηρετεί και την ίδια τη διοικούσα Εκκλησία. Την απαλλάσσει από την ευθύνη να κλείσει τους ναούς με δική της απόφαση, έστω και αν η χθεσινή συμβιβαστική ανακοίνωση της ΔΙΣ, επιχειρούσε να αποτρέψει τον συνωστισμό στους ναούς, μεταφέροντας την τέλεση της κυριακάτικης Λειτουργίας σε ώρα κατά την οποία οι ναοί είναι ακόμα άδειοι. Η οριστική διακοπή της με εκκλησιαστική απόφαση, ίσως προκαλούσε την αντίδραση από το μερίδιο εκείνο του πληρώματος το οποίο διακατέχεται όχι μόνο από έντονη θρησκευτικότητα αλλά από νομικισμό και αθεολόγητο ανορθολογισμό. Θα μπορούσε η διστακτική και συνάμα ριψοκίνδυνη στάση της διοικούσας Εκκλησίας να εξηγηθεί με όρους προστασίας της εκκλησιαστικής τάξης από φαινόμενα λειτουργικής και λατρευτικής «αναρχίας» (π.χ. τέλεση Λειτουργίας κατ’ οίκον);

Θα ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαίο να δημοσιοποιηθούν οι διάλογοι μεταξύ των μελών της διευρυμένης ΔΙΣ. Τούτο, όχι στο πλαίσιο ενός πνεύματος περιεργίας και αργολογίας, για να θυμηθούμε και την επίκαιρη ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, αλλά προς γνώση του περιεχομένου της θεολογικής και ποιμαντικής προβληματικής της ποιμαίνουσας Εκκλησίας. Προφανώς, όμως, κάτι τέτοιο δε μπορεί και δε θα συμβεί.

Δυστυχώς, η αντιδραστική στάση πολλών Ορθόδοξων Χριστιανών αυτές τις μέρες, έρχεται να επιβεβαιώσει για ακόμα μια φορά τη σημασία του αγνοημένου λόγου του Χριστού: «Τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον» (Μαρκ 2, 27). Αυτή η άγνοια, σε συνδυασμό, μάλιστα, με τον προαναφερόμενο ανορθολογισμό, γεννά επικίνδυνες πνευματικότητες, οι οποίες καταφεύγουν στην ειδωλοποιήση των μυστηρίων και των λατρευτικών πράξεων της Εκκλησίας, ως και στον βιασμό του θαύματος, της Χάριτος και της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.

Κάποτε θα πρέπει να ενσκήψουμε και να εξετάσουμε εκ νέου το τι πιστεύουμε και το πώς πιστεύουμε. Αντί για μαρτυρία πίστεως, αυτές τις ημέρες διαφάνηκε, εκ νέου, η πνευματική μας αρτηριοσκλήρυνση. Μια αρτηριοσκλήρυνση η οποία εξηγεί και τη χρόνια αδυναμία λήψης αποφάσεων για τα ζητήματα του οικουμενικού διαλόγου, της επαναφοράς του θεσμού των διακονισσών, της αναθεώρησης των σχέσεων με το κράτος, του τρόπου λειτουργίας των ενοριών, της λειτουργικής αναγέννησης κτλ.

Ενθυμούμενοι πως «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α’ Κορ 13, 8), ακόμα και αν όλα παρέλθουν, καλούμαστε με πνεύμα προσωπικής ευθύνης, αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο και ορθής άσκησης του αυτεξούσιου να πράξουμε τα ανάλογα, εφαρμόζοντας, επιτέλους, τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία. Η Εκκλησία υπάρχει για τη σωτηρία του ανθρώπου και όχι ο άνθρωπος για τη λειτουργία της Εκκλησίας και την τέλεση των μυστηρίων Της.

Ο Νίκος Κοσμίδης είναι πολιτισμολόγος, εταίρος του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES).

Ετικέτες: