Κάθε λειτουργικό έτος αρχίζει και τελειώνει, σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με μια γιορτή της Παναγίας• αρχίζει δηλαδή με την ανάμνηση της γέννησης και τελειώνει με την ανάμνηση της κοίμησης της Θεοτόκου που τιμώνται στις 8 Σεπτεμβρίου και 15 Αυγούστου αντίστοιχα.

Φέτος η γιορτή της Παναγίας πέφτει την Κυριακή που προηγείται της γιορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και η σύμπτωση αυτή επηρεάζει τα αναγνώσματα της ημέρας. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής είναι μια ιδιαίτερα μεστή σε νοήματα και γι’ αυτό αρκετά δυσνόητη περικοπή. Περιεχόμενο της περικοπής είναι ένα απόσπασμα της συζήτησης που είχε ο Ιησούς με τον φαρισαίο Νικόδημο, ένα επιφανές μέλος της ιουδαϊκής κοινωνίας της εποχής. Η συζήτηση πραγματοποιείται στην Ιερουσαλήμ, στο πλαίσιο μιας νυχτερινής επίσκεψης του Νικοδήμου προς τον Ιησού, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πρώτος προσπαθεί να εξακριβώσει ποιος είναι ο Ιησούς και ποιος είναι ο ρόλος του. Άνθρωπος με ιδιαίτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συζήτησης, θέλει να αποκτήσει προσωπική εμπειρία και να σχηματίσει δική του γνώμη για τον νέο διδάσκαλο που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ, αλλά ως ιδιαίτερα προσεκτικός, επισκέπτεται τον Ιησού νύχτα ώστε να μην εκτεθεί. Η συζήτηση προχωράει με δυσκολία, καθώς ο Νικόδημος δεν φαίνεται να καταλαβαίνει τι του λέει ο Ιησούς και ο Ιησούς με τις διευκρινίσεις του φαίνεται να δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό στον συνομιλητή του.

Συγκεκριμένα, προκειμένου να περιγράψει ο Ιησούς το ποιος είναι, αναφέρει στον Νικόδημο πως: «Κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό, εκτός από εκείνον που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός του Ανθρώπου, ο οποίος είναι στον ουρανό» (Ιωα 3:13). Και για να περιγράψει τον ρόλο του υπενθυμίζει στον συνομιλητή του ένα επεισόδιο από τις περιπλανήσεις των Ισραηλιτών στην έρημο: «Όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ’ αυτόν να μη χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνια» (Ιωα 3:14-15).

Γεννιέται όμως ένα ερώτημα. Γιατί ο Ιησούς δεν απαντάει καθαρά στις ερωτήσεις του Νικοδήμου και προκαλεί με τόση ένταση τη σκέψη του; Γιατί δεν του εξηγεί ότι είναι ο μεσσίας, ότι είναι αυτός που με τόση λαχτάρα περιμένουν όλοι και ότι στόχος του είναι η σωτηρία της ανθρωπότητας; Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο των λόγων του Ιησού αλλά και ο λόγος για τον οποίο μιλάει κατ’ αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς την κατάσταση στην οποία ζούσαν οι Ιουδαίοι την εποχή εκείνη. Είχαν προηγηθεί τρεις σκληρές κατοχές από ξένες δυνάμεις, τους Βαβυλώνιους, τους Πέρσες και τους Έλληνες και τώρα βίωναν μια ακόμα πιο σκληρή και απάνθρωπη καταπίεση από τους Ρωμαίους. Όλους τους αιώνες που προηγήθηκαν οι προφήτες ζέσταιναν τις καρδιές των ανθρώπων με την ελπίδα ότι ο Θεός δεν έχει εγκαταλείψει τον λαό του, ότι το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο δεν αλλάζει και πως κάποτε θα γεννηθεί εκείνος που θα φέρει τη λύτρωση σε όλους τους λαούς της γης.

Όμως η μακροχρόνια καταπίεση και οι κακουχίες σκλήρυναν την καρδιά του λαού και έκαναν σιγά σιγά το όνειρο να αλλάξει μορφή. Ο παγκόσμιος λυτρωτής έγινε με τα χρόνια στη σκέψη των ανθρώπων ένας εθνικός εκδικητής που θα κηρύξει την επανάσταση εναντίον των Ρωμαίων, θα απαλλάξει τον λαό από τη βαριά ρωμαϊκή φορολογία και θα του χαρίσει παγκόσμια κυριαρχία. Την επιθυμία αυτή του λαού την εκμεταλλεύονται πολλοί. Εμφανίζονται διάφοροι απατεώνες που προσπαθούν να παρασύρουν τον λαό ισχυριζόμενοι ότι είναι απεσταλμένοι του Θεού και προκαλούν διάφορες μικρότερες ή μεγαλύτερες εξεγέρσεις που τελικά μόνον κακό κάνουν στον λαό, αφού δίνουν αφορμή στη ρωμαϊκή εξουσία να γίνει ακόμα πιεστικότερη. Αυτός είναι μεταξύ άλλων και ο λόγος που ο Ιησούς αποφεύγει να αποκαλύψει αμέσως την πραγματική του ταυτότητα και συμβουλεύει όσους τον ακολουθούν και πιστεύουν σ’ αυτόν να μη διαδίδουν τα θαύματά του. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τον Ιησού είναι οι άνθρωποι να αντιληφθούν μέσα από τις Γραφές ότι στο πρόσωπό του εκπληρώνεται το πραγματικό σχέδιο του Θεού για τον κόσμο και όχι μια εθνική επιδίωξη.

Αυτός είναι και ο λόγος που στη συζήτησή του με τον Νικόδημο, ο Ιησούς βάζει τον συνομιλητή του να σκεφτεί με βάση τις Γραφές. Του μιλάει για τον Υιό του Ανθρώπου που βρίσκεται στον ουρανό και έτσι το μυαλό του Νικοδήμου πηγαίνει αμέσως στο τελευταίο από τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, στο βιβλίο του Δανιήλ, όπου περιέχεται ένα από τα πιο μεγαλειώδη οράματα του προφήτη• μπροστά στον θρόνο του “Παλαιού των Ημερών” οδηγείται κάποιος που περιγράφεται ως όμοιος υιού ανθρώπου και σ’ αυτόν δίνεται η εξουσία πάνω σε ολόκληρο τον κόσμο (Δαν 7:13-14). Ο Νικόδημος τώρα καταλαβαίνει ότι αυτός που του μιλάει είναι ο ίδιος με τον πρωταγωνιστή του οράματος του προφήτη Δανιήλ. Όμως ο Ιησούς δεν τον αφήνει να εκδηλώσει τον θαυμασμό του ούτε να αρχίσει να φαντάζεται παγκόσμιες κυριαρχίες, αλλά τον προσγειώνει αμέσως με την επόμενη φράση του: «Όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ’ αυτόν να μη χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνια».

Πρόκειται για ένα επεισόδιο από τις περιπλανήσεις των Ισραηλιτών στην έρημο, όπου ο λαός απαλλάχτηκε από μια επιδρομή φιδιών, όταν ο Μωυσής ύψωσε κατ’ εντολήν του Θεού ένα χάλκινο φίδι πάνω σε ένα κοντάρι και όποιος το έβλεπε σωζόταν από τον θάνατο (Αρι 21:1-9). Κατά ανάλογο τρόπο ο Υιός του Ανθρώπου θα υψωθεί πάνω στον σταυρό και έτσι ο Νικόδημος τώρα καταλαβαίνει ότι ο δρόμος για τη σωτηρία περνάει μέσα από τη θυσία. Τώρα που ο Νικόδημος τα κατάλαβε όλα αυτά, μπορεί ο Ιησούς να του αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και τον ρόλο του στη γη. Έτσι, η συζήτηση καταλήγει με την πιο συγκλονιστική δήλωση του Ιησού για τον εαυτό του: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια».

Ο Χριστός ως πραγματικός Θεός θέλει και προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα μετοχής στη θεότητά του, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να σαρκωθεί. Αλλά για να σαρκωθεί ο Λόγος, για να γίνει άνθρωπος ο Θεός ήταν απαραίτητη η πλήρωση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων και από την πλευρά των ανθρώπων. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν, αλλά από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας ζητά τη συνεργασία μαζί τους. Και αν ο πρώτος άνθρωπος αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον Θεό, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την είσοδο του κακού στον κόσμο, ο Θεός ποτέ δεν εγκατέλειψε το πλάσμα του. Βάζει σε εφαρμογή ένα σχέδιο, που, χωρίς να παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου, θα τον οδηγήσει και πάλι κοντά του. Για να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό χρειαζόταν οι άνθρωποι να κάνουν ελεύθερα, χωρίς καταναγκασμό, αυτό που αρνήθηκε να κάνει ο πρώτος άνθρωπος• να ακολουθήσουν το δρόμο που τους δείχνει ο Θεός. Ολόκληρη η πνευματική προϊστορία της ανθρωπότητας, όπως περιγράφεται μέσα στην Αγία Γραφή, είναι γεμάτη από τις συνεχείς προσπάθειες και προσκλήσεις του Θεού προς τους ανθρώπους για συνεργασία μαζί του.

Ο Αβραάμ, ο Μωυσής, οι προφήτες και πλήθος άλλων που κατονομάζονται ή όχι στη Βίβλο ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτήν και κάθε φορά το σχέδιο του Θεού προχωρούσε ένα βήμα παραπέρα προς την τελική ολοκλήρωσή του. Όταν, λοιπόν, ήρθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός αναζήτησε άλλον έναν άνθρωπο, που και πάλι ελεύθερα και χωρίς καταναγκασμό, θα δεχόταν να συνεργαστεί μαζί του. Όταν ο άγγελος μετέφερε στη Μαρία την απόφαση του Θεού, εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς αντίρρηση, δέχτηκε να γίνει όργανό του. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι χωρίς αυτήν την απροϋπόθετη συνεργασία της Μαρίας η πραγματοποίηση του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου θα ήταν αδύνατη. Αποδεχόμενη η Μαρία το σχέδιο του Θεού, προσφέρει στον Θεό αυτό ακριβώς που δεν έχει, τη σάρκα, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να υποτάξει το δικό της θέλημα στο θέλημα του Θεού. Και αφού ήταν ένας κοινός άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, έγινε το σύμβολο της ανθρώπινης συμμετοχής στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Τοποθετώντας, λοιπόν, η παράδοση της Εκκλησίας στην αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους την ανάμνηση της γέννησης της Θεοτόκου και της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, συνοψίζει υπομνηστικά προς όλους τους χριστιανούς το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Η επίτευξη του σχεδίου αυτού προϋποθέτει τη συνεργασία των ανθρώπων με τον Θεό. Οι γιορτές της Παναγίας και του Σταυρού καθορίζουν τους όρους αυτής της συνεργασίας• ετοιμότητα για συμπόρευση και συνεργασία με τον Θεό και ετοιμότητα για θυσιαστική προσφορά προς τους άλλους ανθρώπους.

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου
της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Tagged: