Η τελευταία Παρασκευή των Χαιρετισμών, δηλαδή η Παρασκευή του Ακαθίστου Ύμνου, ήταν κάτι το ξεχωριστό για όλους μας στο χωριό, οικισμό του Βοσπόρου, το Μέγα Ρεύμα. Ήταν η αρχή των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα.

Ο Ταξιάρχης έλαμπε καθώς ο καντηλανάφτης μας, ο Δήμος, με τον σημερινό τον Γιάννη, τότε βοηθό του, είχαν από το πρωί πλύνει το Ναό με «αράπ σαπούνι», είχαν καθαρίσει τους μεγάλους πολυελαίους, καθαρίσει τα χαλιά του σολέα, τα οποία σήκωναν το Μέγα Σάββατο το πρωί για να πετάξει ο παππάς τις δάφνες και να μην λερωθούν από τα κεριά των εκατοντάδων πιστών.

Οι τελευταίοι Χαιρετισμοί για εμάς τα παιδιά ήταν η «πρόβα τζενεράλε» για το πώς θα συμπεριφερόμασταν στο Ναό, στο αναλόγιο, στις ακολουθίες και στην πρώτη και δεύτερη Ανάσταση.

Την Παρασκευή λοιπόν εκείνη «συναγωνιζόμασταν» ποιος θα έλεγε το «Άσπιλε» και ποιος «το και δος ημίν» και δώστου από το ζαχαροπλαστείο του Τζόνκερ να παίρνουμε μέντες με ευκάλυπτο για να ανοίξει η φωνή μας!

Με το δι’ ευχών, του πατέρα Αλέξανδρου, κάμναμε τα σχέδια μας για την Μεγάλη Εβδομάδα και ο δεξιός ψάλτης μας, ο Ιωσηφίδης, με τον αριστερό, τον Μποσταντζόγλου, συγκέντρωναν τα παιδιά και άρχιζαν τα μαθήματα για τα εγκώμια.

Εμείς, του αναλογίου, μικροί ακόμα, διαβάζαμε τα κείμενα, επειδή πάντοτε τα κανοναρχούσαμε και έπρεπε να τα λέμε σωστά, αφού οι περισσότεροι εκκλησιαζόμενοι τα γνώριζαν από έξω ή παρακολουθούσαν τις ακολουθίες από την Σύναψη. Τα διαβάζαμε όμως γιατί σε κάθε λάθος μας, ο δάσκαλος μας, μας έδινε μια «περιποιημένη» σιγανή, που όμως ήταν παιδευτική αφού με αυτήν μαθαίναμε τα γράμματα και το ύφος.

Έτσι ξεκινούσαμε την Μεγάλη Εβδομάδα. Και βέβαια το άκουσμα όλων ήταν στραμμένο στο Δοξαστικό των Βαΐων. Γνώριζαν οι παλαιότεροι από τον Πρίγγο ή τον Ουνουφριάδη τις γραμμές και περίμεναν να ακούσουν τις τυχόν αλλαγές του Νίκου Ιωσηφίδη, που άφησε εποχή.

Οι ψάλτες στην Πόλη δεν έψελναν από μουσικά, γιατί γνώριζαν τα μουσικά από έξω και άνοιγαν τα μουσικά βιβλία τους μόνο, όπως έλεγαν, στα μαθήματα, όπως στο «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις», στο «Ήδη βάπτεται κάλαμος» κ.λ.π Και έτσι μάθαιναν και σε μας. Πού να ανοίξουν τα μουσικά κιτάπια στο «κύριε ελέησον». Έτσι μάθαμε και εμείς. Δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε να ψάλλουμε τα αντίφωνα, ούτε και αυτά τα καθίσματα της Μεγάλης Πέμπτης, από μουσικά.

Μαζί όμως με το τυπικό της ψαλμωδίας, μαθαίναμε από τους κληρικούς, ιερείς ή επισκόπους και το δύσκολο τυπικό της Μ. Εβδομάδας, που άλλαζαν την ιερατική τους ενδυμασία, που θύμιαζαν με κάντζιο ή μεγάλο θυμιατό, που στους Νυμφίους οι Αρχιερείς ανέβαιναν στο παραθρόνιο με χαζράνι, εγκόλπιο και χωρίς μανδύα ή με μανδύα μαύρο, εγκόλπιο και μαύρη πατερίτσα στον Θρόνο. Και όλα αυτά τα «ρουφούσαμε» και τα κάμναμε κτήμα μας, χωρίς να τα αλλάζουμε κατά το δοκούν ή κατά τις εφαρμογές που έκαμναν κάποιοι εξ Ελλάδος κληρικοί που έρχονταν στην Πόλη.

Οι Ρωμιοί γνώριζαν το τυπικό από έξω και για αυτό, ιδίως οι εφοροεπίτροποι, όταν έβγαζαν δίσκο, πρόσεχαν πότε θα τον βγάλουν για να μην διακόψουν την προσοχή όλων που άκουγαν τα τροπάρια ή τα μαθήματα, όπως έλεγαν.

Μαζί όμως με όλα αυτά, είχαμε και τις προετοιμασίες. Το καθάρισμα των σπιτιών, οι αγορές των κεριών από τον καντηλανάφτη που κουβαλούσε στην κούφα (κοφίνια) τα κίτρινα κεριά της Μεγάλης Εβδομάδας, τα άσπρα του Πάσχα και τα παιδικά για την Ανάσταση. Οι εκκλησίες άρχιζαν κατά τις 19.00 για να προλάβουν οι εργαζόμενοι να κλείσουν τα μαγαζιά τους και να συμμετάσχουν στις ακολουθίες.

Όλα τα σκέπτονταν ο πάτερ Αλέξανδρος για το ποίμνιο του.

[penci_blockquote style=»style-2″ align=»left» author=»» font_weight=»800″ font_style=»normal» uppercase=»false» text_size=»16″]Οι Ρωμιοί γνώριζαν το τυπικό από έξω και για αυτό, ιδίως οι εφοροεπίτροποι, όταν έβγαζαν δίσκο, πρόσεχαν πότε θα τον βγάλουν για να μην διακόψουν την προσοχή όλων που άκουγαν τα τροπάρια ή τα μαθήματα, όπως έλεγαν.[/penci_blockquote]Αρχιερατικός προϊστάμενος, όπως σήμερα, δεν υπήρχε. Κατοικούσαν όμως στον οικισμό του «Μιχαηλίου» όπως λέγονταν το χωριό μας, δύο κορυφαίοι Αρχιερείς, γνώστες του τυπικού και της βυζαντινής μουσικής, οι Ηλιουπόλεως Γεννάδιος και Προικοννήσου Φιλόθεος, οι οποίοι τελούσαν τις ακολουθίες και λάμπρυναν με το ύφος, ήθος και φωνή τους.

Αποκορύφωμα της Μεγάλης Πέμπτης, όπως έλεγαν οι παλιοί, ήταν το τελευταίο Ευαγγέλιο, το δωδέκατο, που έλεγε από τον άμβωνα, ο διακο-Μάρκος , ο οποίος με τις μουσικές του κορώνες και το ανέβασμα κατά μία φωνή των παραγράφων του Ευαγγελίου έκαμνε τους πιστούς να κατανοούν το κείμενο το οποίο ομιλούσε «για την επαύριον ήτις εστι μετά την Παρασκευή, την τριήμερο εις άδου κάθοδον και την ανάσταση του Χριστού».

Βέβαια το ομορφότερο ήταν όταν ανεβαίναμε στο νεκροταφείο μας, την Μ.Παρασκευή, ψέλναμε τα εγκώμια και δίναμε τρισάγιο στους νεκρούς μας, με κυρίαρχο το κοινό τρισάγιο πού έδιναν οι κληρικοί ευρισκόμενοι στο μέσον του κοιμητηρίου και εμείς με τα κουβαδάκια μας να κουβαλάμε νερό για να πάρουμε το δεκάγροσσο και το λουκούμι.

Το ομορφότερο ήταν όταν εκατοντάδες πιστοί, από το κέντρο, την Αγία Κυριακή, τον Αγιο Ουνούφριο, τον τούμπο, τον ντερέ, περιοχές όπου ζούσαν οι συγχωριανοί μας, μετά την απόλυση της Ανάστασης και με αναμμένα τα κεριά, έλεγαν το Χριστός Ανέστη μεταξύ τους και πήγαιναν με αναμμένη την λαμπάδα στο σπίτι τους.

Όλα αυτά τελείωναν στις 4 το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, όταν ξεκινούσε η δεύτερη Ανάσταση, με το ντύσιμο των κληρικών στη κοινοτική μας αίθουσα, την περιφορά της Ανάστασης, ψάλλοντας το «Αναστάσεως ημέρα» και τα Ευαγγέλια σε πολλές γλώσσες που διαλαλούν την Ανάσταση στον κόσμο.

Έτσι έληγε η μικρή αυτή περίοδος, που για εμάς τα παιδιά έμενε ανεξίτηλη, ενώ για τους μεγάλους που δίδασκαν με το παράδειγμα τους σε μας, το Ρωμαίικο που δεν έσβησε ποτέ.

Tagged: