ORTHODOXIA.INFO | Ανδρέας Λουδάρος Επί δυο ημέρες στην Αθήνα, εκπρόσωποι του συνόλου σχεδόν των θρησκευτικών κοινοτήτων της χώρας αλλά και των πρεσβυγενών ορθόδοξων Πατριαρχείων αντάλλαξαν σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από το θέμα της θρησκευτικής διπλωματίας.

Σε μια πρωτοποριακή διημερίδα που διοργάνωσε το Υπουργείο Εξωτερικών με πρωτοβουλία του αρμόδιου για τις θρησκευτικές υποθέσεις υφυπουργού κ. Μάρκου Μπόλαρη, Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες, Αρμένιοι αλλά και Εβραίοι και Μουσουλμάνοι κληρικοί και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έλαβαν τον λόγο δίνοντας μια νέα διάσταση σε ένα θέμα που οι περισσότεροι αγνοούν.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην Ελλάδα που το σύνολο των θρησκευτικών κοινοτήτων συζήτησαν κάτω από την ίδια στέγη για όλα αυτά που τις ενώνουν, για τις ευκαιρίες συνεργασίας αλλά και τα προβλήματα που μπορούν να ξεπεραστούν. Σε μια εποχή κατά την οποία παρατηρείται αύξηση των φαινομένων θρησκευτικού μίσους σε διεθνές επίπεδο, οι εκπρόσωποι των θρησκειών στην Ελλάδα συζήτησαν για όλα αυτά που ενώνουν.

Μητροπολίτες από την Ελλάδα, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική κατέθεσαν τις δικές τους εμπειρίες. Στον ίδιο χώρο, ο αποστολικός Νούντσιος στην Ελλάδα, ο Αρχιραβίνος της Αθήνας, ο εκπρόσωπος της μουσουλμανικής κοινότητας μαζί με μια σειρά από έγκριτους πανεπιστημιακούς και ανώτατους διπλωμάτες συνεισέφεραν στον διάλογο με τις δικές τους εμπειρίες, αποδεικνύοντας με τον πλέον σαφή τρόπο πως, παρά τις όποιες διαφορές έχουν οι θρησκείες και τα δόγματα μεταξύ τους, υπάρχει τόπος συνεννόησης και συνεργασίας.

«Στην πράξη της Εκκλησίας δεν μιλάμε για διπλωματία, αλλά για διάλογο και συνεργασία. Προς πάντας. Με μόνες προϋποθέσεις τον Ευαγγελικό Λόγο και την πατερική παράδοση της Ορθοδόξου ζωής, σεβόμενοι το δικαίωμα της συνύπαρξης μεταξύ θρησκειών και διαφόρων πολιτισμών. Και στόχο την επικράτηση της ειρήνης ως υψίστου αγαθού για την πρόοδο και την ανάπτυξη κάθε κοινωνίας σε κάθε εποχή», τόνισε στην ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος που υπεραμύνθηκε της αξίας του διαλόγου.

Αντίστοιχα, στη δική του ομιλία, ο υφΥπΕξ κ. Μάρκος Μπόλαρης θύμησε πως «ο Πρωταγόρας είχε προτείνει πριν από 2.500 χρόνια στους Έλληνες ότι το μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία καθώς η φιλοδοξία μας και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο είναι πράγματι να αναδεικνύεται ο άνθρωπος σαν μέτρο για την κρίση όλων όσων γίνονται στη ζωή μας. Μέτρο για την πρόοδο, μέτρο για την ανάπτυξη. Μέτρο για το περιβάλλον. Μέτρο για την εκπαίδευση. Μέτρο για την κατανόηση».

Τόνισε, δε, πως «όλα αυτά τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν αδιάπτωτα και συνεχώς την ανθρωπότητα αποτελούν τη μεγάλη πρόκληση. Μεγάλη πρόκληση για την πολιτική και για τους πολιτικούς. Μεγάλη πρόκληση για την Εκκλησία, για τη θρησκεία, για τους ανθρώπους, για τους ταγούς, για τους ποιμένες, για όλους όσους θρησκεύουν, για όλους όσους δηλώνουν ότι τους ενδιαφέρει ο άνθρωπος, τους ενδιαφέρει η συνύπαρξη, τους ενδιαφέρει η κοινή πορεία».

Ο Ειδικός Γραμματέας Θρησκευτικής και Πολιτιστικής Διπλωματίας Δρ. Ευστάθιος Λιάντης υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι «οι συγκρούσεις με βάση τη φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, τον πολιτισμό και τη θρησκευτική πίστη επαναφέρουν την παγκόσμια κοινότητα σε ένα προ-νεωτερικό επίπεδο, το οποίο τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες φαινόταν να έχει ξεπερασθεί. Αυτά τα ζητήματα και οι συγκρούσεις ενδυναμώνονται κατά τρόπο ιλιγγιώδη, σε συνάρτηση με τις οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές, τις δημογραφικές εξελίξεις, και την ανάδυση μας νεο-εθνικιστικής ιδεολογικής κίνησης, στην οποία κυριαρχούν τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά».

Εν συνεχεία, εκτίμησε ότι «οπωσδήποτε η πολιτική επίλυση των κρίσεων που εκτυλίσσονται στην περιοχή, με βάση τον διάλογο, θα θέσει τις βάσεις για επιστροφή στην ομαλότητα. Ωστόσο, σε αυτή τη διαδικασία είναι απαραίτητη η συμμετοχή των θρησκευτικών παραγόντων για την αντιμετώπιση προκλήσεων που πηγάζουν και διαιωνίζουν τις κρίσεις. Όπως μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία, η τοποθέτηση ενός πολιτισμού ή μιας θρησκείας απέναντι στους άλλους και στον εαυτό της μπορεί να αλλάξει αργότερα ή ταχύτερα. Τούτη η διπλή αλλαγή επιτελείται λόγω ανατροπών στη διάταξη των ιστορικών υποκειμένων. Η λογική όμως της διάταξης αυτής είναι από την ουσία της πολιτική, επομένως η πολιτική λογική καθορίζει τελικά τις ιστορικά βαρύνουσες ερμηνείες των πολιτισμών και των θρησκειών».

Ανάμεσα στους ομιλητές που έλαβαν τον λόγο ξεχώρισε η εισήγηση του μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου κ. Ανδρέα ο οποίος επεσήμανε ότι «ο όρος «εθναρχούσα Εκκλησία» συνδέεται άμεσα με την εθναρχική συνείδηση και την εθναρχία. Με τη χρήση των όρων εθναρχούσα Εκκλησία, εθναρχία και εθναρχική συνείδηση προσδιορίζουμε τη νέα θρησκευτική, πολιτική, στρατιωτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, που διαμορφώνεται με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, στο σύνολο των ορθοδόξων χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των ορθοδόξων στις σχέσεις τους με την Υψηλή Πύλη».

Επίσης, μεταξύ άλλων, τόνισε ότι «η διεθνής αναγνώριση του πρώτου ελληνικού κράτους το 1830 σηματοδοτεί και την αρχή της μετακίνησης από το κέντρο της εθναρχίας και της εθναρχούσας Εκκλησίας, την Κωνσταντινούπολη, στο εθνικό μας κράτος, την Ελλάδα, στο εθνικό μας κέντρο, την Αθήνα, και στην εθνική Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Η διαδικασία αυτή, που κάποτε λαμβάνει τη μορφή διελκυστίνδας, υπήρξε μακρά και επώδυνη διά τα καθ’ ημάς, χωρίς όμως ποτέ να υπάρξει διαζύγιο, σε αντίθεση με τα άλλα έθνη- κράτη των Βαλκανίων, όπου η ρήξη με την εθναρχούσα Εκκλησία επέφερε και αυτόματη συναινετική διάζευξη».

Από την πλευρά του, ο αρχιμανδρίτης Αρίσταρχος Γκρέκας επισήμανε ότι «κατά την μεταψυχροπολεμική εποχή αναβαθμίστηκε η αξία της ταυτότητας, της θρησκείας, του πολιτισμού και σε αυτό το πλαίσιο προέκυψε η ανάγκη κατανόησης του ρόλου της θρησκείας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αξιών μεταξύ των παγκόσμιων θρησκειών, πολλές από τις οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν ως χρήσιμα δομικά στοιχεία για την πρόληψη και τη διαχείριση των πολεμικών συγκρούσεων, τη διαπραγμάτευση, τη συμφιλίωση και την οικοδόμηση της ειρήνης».

Για να συμπληρώσει ο π. Αρίσταρχος πως «για μια σφαιρική κατανόηση της λειτουργικότητας της θρησκείας χρειάζεται συνδυαστική προσέγγιση του ρόλου της, τόσο σε θεωρητική όσο και σε πρακτική βάση, σε σχέση με την ασφάλεια, την οικονομία, την πολιτική και τον πολιτισμό. Σε αυτή τη βάση η θρησκεία μπορεί να συμβάλει με ποικίλους τρόπους στην πρόληψη των πολεμικών συγκρούσεων».

Μέσα από τον ρωμαίικο πολιτισμό, την ελληνική γλώσσα την Ορθόδοξη Θεολογία μπορούμε να διεισδύσουμε σε αυτές τις περιοχές αλλά και σε άλλες περιοχές, χωρίς να ασκούμε κρατική και πολιτική διπλωματία ούτε και εκκλησιαστική διπλωματία χωρίς δηλαδή να αναμειγνυόμαστε στις εσωτερικές υποθέσεις αλλά να μεταδίδουμε τη μεγάλη δύναμη του πολιτιστικού μας DNA και μέσα από αυτήν την προοπτική το ελληνικό κράτος μπορεί να προσφέρει οικονομικές ενισχύσεις και έτσι θα αποκτήσουμε φίλους και ισχυρούς πολιτιστικούς πρεσβευτές.

Με πολύ ενδιαφέρον οι σύνεδροι παρακολούθησαν την ομιλία του μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεου ο οποίος αναφέρθηκε στα όσα έζησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στον Λίβανο και τη Συρία όταν βρέθηκε ανάμεσα στους Ορθοδόξους της περιοχής για να τους διδάξει ελληνικά και θεολογία. «Είναι λάθος να χρησιμοποιείται η Εκκλησία ως όχημα για καθαρά εθνικούς και πολιτικούς σκοπούς, όπως θα είναι λάθος να ασχολούμαστε με τα διοικητικά και τα εσωτερικά τους θέματα, αλλά εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να τους βοηθούμε οικονομικά και να νοηματοδοτούμε την πολιτιστική τους παράδοση μέσα από τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό» υποστήριξε ο μητροπολίτης Ιερόθεος που συμπλήρωσε πως «μέσα από την προοπτική αυτή μπορώ να δω την προσφορά του ελληνικού κράτους στις εκτός της Ελλάδος περιοχές με απώτερο σκοπό οι άλλοι να αγαπήσουν την Ελλάδα μέσα από τον πολιτισμό της και τη Θεολογία της».

Πάνω από 40 ήταν οι εισηγήσεις που ακούστηκαν, οι οποίες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα. Πως, δηλαδή, η Ελλάδα είναι παράγοντας σταθερότητας στον διεθνή ορθόδοξο και όχι μόνο χώρο, με τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ

Tagged: