Αρθρογραφία

Θεολογικά στιχηρά του αγιορείτη ποιητή

Ευχαριστώ τον Σύλλογο «Οι φίλοι του Αγίου Όρους», που με κάλεσε να μιλήσω σήμερα για τον π. Μωϋσή. Έχω μιλήσει πολλές φορές για τον π. Μωϋσή και έχω γράψει και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ τί πρέπει να πω σήμερα για να μη σας απογοητεύσω και να μήν επαναλάβω πάλι τα ίδια.

Γι’ αυτό προτίμησα να ομιλήσω με έναν τρόπο, με τον οποίον για πρώτη φορά ομιλώ στην ζωή μου. Θα το κάνω όμως αυτό, από αγάπη προς τον π. Μωϋσή και κυρίως από αγάπη για την μυστική ζωή την οποία ζούσε ο π. Μωϋσής. Έτσι, θα ομιλήσω λίγο αποφατικά, επαναλαμβάνω για πρώτη φορά στην ζωή μου, και δεν ξέρω αν βρεθή ευκαιρία να ξαναμιλήσω με τον τρόπο αυτό, για την εσωτερική μυστική ζωή του π. Μωϋσή, όπως φαίνεται στην ποίησή του.

Επιτρέψτε μου να ομιλήσω, ομήγυρη εκλεκτή, τάχα και ποιητικά με θέμα «Τού αγιορείτη ποιητή θεολογικά στιχηρά».

Στην ορθόδοξη λατρεία ονομάζονται στιχηρά τα τροπάρια τα ψαλτά που ακολουθούν μετά τους στίχους του Προφητάνακτος Δαυίδ, τα ψαλλόμενα ποιητικά. Είναι τροπάρια πυρωμένα στο φλογερό καμίνι της αγάπης και της θυσίας, του Σταυρού και της Ανάστασης, του μαρτυρίου και της δόξας του Χριστού και των κατά Χάρη θεών, των θεουμένων θνητών.

Ο μοναχός και ο λαϊκός που ψάλλουν και προσμένουν στην ακολουθία, του Θεού την ευλογία και των θεουμένων την πρεσβεία, αισθάνονται την θεολογική ευωδία που αναδίδουν τα τροπάρια τα θαυμαστά, που την έβαλαν σaν φωτιά, οι πυρπολη­θέντες υμνογράφοι από την ουράνια πυρά. Είναι τροπάρια προσευχής καρδιακής, και υμνωδίας θαυμαστής. Είναι στιχηρά ευώδη και θεολογικά.

Μαζί με τα ψαλτικά στιχηρά υπάρχουν και οι στίχοι οι ψαλτικοί, ήγουν ποιήματα θεολογικά, προορισμένα για τους ευαίσθητους ποιητές, για να τα γεύωνται εκτός λατρευτικού τυπικού στην ησυχία του προσωπικού κελλιού. Είναι ποιήματα μοναχικά και θεολογικά που προσφέρονται για προσευχή, υμνωδία, έμμετρη διδασκαλία, ένθεη δοξολογία, αλλά και εξομολογητική ικεσία.

Θεολογικά στιχηρά συνέθετε και ο μακάριος Μωϋσής μοναχός, που όπως ο θεόπτης Μωϋσής ο θαυμαστός κατέκτησε κάποια κρυφή κορυφή της θεολογικής ζωής, με άγνωστο ύψος, και τα κατέγραψε στις πλάκες της καρδιάς και έπειτα στα φύλλα της φθοράς, για να τα παραδώση στο πλήθος που προσμένει στις υπώρειες του Όρους, όχι του Σιναίου, αλλά του Αθωναίου.

Στάθηκε πολύ καιρό στο «αθωνικό ψαλτήρι» με κλαυθμό και θυμιατήρι, ανέβηκε σε μυστικές κορυφές που είναι και αντεστραμμένες μέσα στις καρδιές και άρχισε να ψέλνη με ποιήματα και ωδές για τους άγνωστους φίλους, τους αδελφούς και τις αδελφές.

Είναι φανερό ότι επιθυμώ να αναφερθώ στην ποίηση του Γέροντα Μωϋσή, του αθωνίτη ποιητή που είναι θεολογική, βυθισμένη στην θανατοζωή, την αγιορείτικη και αναστάσιμη κραυγή, εσωτερική και μυστική.

Σε όλα του τα έργα ο αγιορείτης Μωϋσής είναι ευαίσθητος ποιητής, μιλά καρδιακά και γράφει τρυφερά για τον πόνο και την ζωή, μέσα από τον σταυρό και την θανή. Περιερχόταν όλο τον κόσμο μεταφέροντας τον ποιητικό δικό του Άθω, την αγιασμένη ζωή που έζησε μέσα στο κελλί, στο Ναό, στις Σκήτες και την ερημική γή, διϋλισμένα μέσα από τα μάτια του θεολόγου ποιητή, που μερικές φορές αγγίζει την ποιητική γραφή του αγίου Γρηγορίου τουπίκλην Θεολόγου, του όντως αετού της θεολογικής υπερζωής.

1. Η μυστική κραυγή της ποίησης

Η ποίηση είναι μυστική κραυγή, μια λάβα που εκπηγάζει από το σβηστό ηφαίστειο της καρδιάς και προκαλεί φώς και φωτιά, για μερικούς θαυμασμό και για άλλους φόβο και τρομερό κλαυθμό.

Ο ποιητής θεάται τον κόσμο με άλλα μάτια, με βλέμμα διεισδυτικό, διαπεραστικό που μοιάζει με τον θεολόγο τον εμπειρικό, που βλέπει τους λόγους των όντων σε όλη την κτίση, την φθαρτή και την θνητή. Οι κοινοί θνητοί παρατηρούν την εξωτερική επιφάνεια, τον θρήνο των φθαρτών που δεν έχουν καρδιά θεολογική, ενώ οι ποιητές θεολόγοι, πνευματικά τρυφεροί, αισθάνονται τον Αδαμιαίο θρήνο, την κραυγή των κατά Χριστόν σαλών.

Έπειτα, ο ποιητής για χάρη των πολλών ντύνει τις εσωτερικές ευαισθησίες, ακόμη και πνευματικές, με λέξεις ειδικές και δυνατές. Γνωρίζει την λεπτότητα της έννοιας, της κραυγής, της κίνησης και της ζωής, και την επενδύει με το ένδυμα το ταιριαστό. Έτσι, ο ποιητής είναι δημιουρ­γός μιας νέας ζωής, άγνωστης στους πολλούς, τους οπαδούς των αισθήσεων και των αισθητών.

Η ποίηση απέχει από τα κείμενα και τις αναλύσεις, τα άρθρα και τις διατριβές, είναι κατ’ εξοχήν ερωτική και αισθαντική, εσωτερική και εξομολογητική. Αναβλύζει σε ώρες έμπνευσης και χαρισματικής ζωής, αναπέμπεται ως προσευχή στον Θεό και την οικουμένη, με αποβολή του προσωπείου και του ψεύδους. Γι’ αυτό ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, αλλά και ο Γέροντας Σωφρό­νιος, ο θεολόγος και ησυχαστής, έλεγαν ότι ο πραγματικός Χριστια­νός είναι ποιητής, γιατί είναι αληθινός εραστής που αγαπά τον Εράσμιο Νυμφίο, τον σφόδρα απαιτητικό και ζηλωτή.

Τέτοιος θεολόγος ποιητής ήταν ο αγιορείτης μοναχός, Μωϋσής ο θαυμαστός, ο πονεμένος ασκητής που μετέτρεπε τον πόνο σε ουράνιο καημό.

Θα αφήσω λίγο φώς από μερικές χαραμάδες της θεολογικής του ποίησης που βγαίνει από την λειτουργία των Ναών, τις σκήτες των κατά Χριστόν σαλών, των αγιορειτών, την κέλλα την ευλάλως σιωπηλή, από το βάθος του έσω ανθρώπου του ησυχαστή.

Η ποίηση για τον Γέροντα Μωϋσή είναι έκφραση σιωπής, της άναρθρης κραυγής, που ακούγεται στο σκοτάδι της νυκτερινής σιγής.

Γράφει ο θεολόγος ποιητής στους αγνώστους της οικουμένης φίλους του, που είναι μυστικοί αδελφοί:

«Κι αξίζει να πονάς για τους άλλους
νά πονάς για σένα
ο πόνος είναι γιατρικό και βάλσαμο
τό ξέρω
είναι ευλογημένοι οι πονεμένοι…
μόνο αυτοί μπορούν να γράφουν στίχους
έχουν κάτι σημαντικό να μας πούνε
πεθάνανε πριν πεθάνουν
καλούμεθα να τους ακούμε
άγνωστοι φίλοι».

Μέ τους στίχους του ο Γέρων Μωϋσής εκθέτει τα σωθικά του, τους εσω­­τερικούς καημούς του με αυτοεγχείριση θαυμαστή, κενωτική.

«Σάς γράφω τα μυστικά μου
σάς τα εμπιστεύομαι φίλοι».

Ως ευαίσθητος δημιουργός με την ποίηση εκφράζει την εύλαλη σιωπή, με την αίσθηση του μεταφραστή.

«Θέλω να μεταφράσω τη σιωπή
καί γράφω στίχους στους τοίχους
στά καλντερίμια και στα δένδρα
νά διαβαίνουν οι προσκυνητές
ν’ αναπαύονται, να κατηχούνται
δίχως να διακρίνουν τον κατηχητή».

Μερικές φορές η ποίησή του δεν βγαίνει, δεν θέλει να εκφρα­σθή, παύει η έμπνευση και η ροή, σaν ένα ηφαίστειο που σταματά της λάβας την εκροή και κράζει μυστικά και ισχυρά, Μωϋσιακά. Ο ποιητής παραιτείται από την δημιουργία, δεν μπορεί να συνεχίση, προτιμά την σιωπή της προσευχής στον παρόντα Θεό. Κράζει «Θεέ μου», πληγωμένος απ’ την αγάπη Του, τραυματι­σμένος απ’ το άγγιγμά Του, το τρυφερό και ευωδιαστό και ανεκφράστως ισχυρό.

«Καθώς η νύχτα κυλά
κι εξήνθησεν η έρημος ωσεί κρίνον
Καθώς παραιτούμαι από την ποίηση
τών υπερφίαλων στίχων,
Θεέ μου».

Σε ώρες κρίσης που προκαλεί ο Κριτής με την παρουσία και την ευλογία, ο ποιητής αισθάνεται ότι «δέν αγάπησε ακόμη την ταπείνωση», αφού ο ταπεινός είναι «μόνο ο ανύπαρκτος», και κράζει ο θεολόγος ποιητής:

«κι εγώ που υπάρχω
καί νομίζω πώς κάτι κάνω
μάλλον πλανώμαι
απατώμαι ο τάλας
καί συνεχίζω να γράφω
στίχους τάχα
γιά να δηλώνω
πώς εδώ είμαι
δέστε με
υπάρχω
ακόμη
απόψε
Θεέ μου
γιατί…».

Κι αφήνεται στην θεία Πρόνοια ηττημένος νικητής. Η ήττα αυτή, νίκη ευλογητή.

2. Τα ευαίσθητα μάτια του ποιητή

Ο θεολόγος ποιητής περιφέρει παντού την ευαισθησία του, τα αγιορείτικα μάτια του που καταρτίσθηκαν στο φώς του σκο­ταδιού και του κλειστού κελλιού και βλέπει τα πάντα ως ένας ουράνιος φακός, ως ένας ήλιος λαμπερός, ως πνευματικές ακτίνες υπεριώδεις που ανιχνεύουν την ζωή της αθέατης μορφής. Η ορθόδοξη ευαίσθητη καρδιά είναι οι ρίζες των ματιών.

Εισέρχεται ο ποιητής στην θεία Λειτουργία στον Ναό και βλέπει παντού ζωή και γράφει ευχαριστιακά:

«Οι μυστικές ευχές της Θείας Λειτουργίας
τά κλειστά βήλα…
ο ένδακρυς ιερέας
ο σκυμμένος διάκος»
όλα του μιλούν.
Ακόμη όλα τον συγκινούν
«η σιγή του «σέ υμνούμεν»
η χαρά του «Άξιόν Εστι»
τό δάκρυ του Κοινωνικού
τό θάμβος και η έκσταση
μιάς ακόμη Λειτουργίας
στό αρχαίο Κυριακό της Σκήτης
τής ανυπέρβλητης ορθόδοξης λατρείας
τού μεγαλείου και της σεμνής της δόξας».

Όλο το Μοναστήρι με τον Ναό και το κελλί, τους κήπους και την αυλή είναι θανατηφόρα μνήμη για τον αγιορείτη ποιητή, είναι χώρος όπου γίνονται πρόβες θανάτου, καθημερινές, μαρτυρικές, στο βάθος οσιακές, γι’ αυτό ομολογεί:

«Ντυμένος το μελανό μου ράσο
τό χωματένιο μου κορμί
στήν επιθανάτια κλίνη
στό θανατερό στασίδι
στό μνήμα του κελλιού
στήν πενθήρη μνήμη…».

Στο κελλί του μελλοθανάτου, μετά την ακολουθία

«μετά τον Εσπερινό και το Απόδειπνο
δοκιμάζεται η ειλικρίνεια
η αντοχή των υλικών της καρδιάς
η επιμονή της αγαθής ματιάς.
Η σιωπή Σου
κρίνει την πενία μου.
Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος
εκέκραξα κι εδεήθην
μόνος
ο τάλας
η ειλικρίνεια
η ωραιότητα
η πενία
η σιωπή».

Το κελλί είναι ο παράδεισος του αγιορείτου μοναχού που αναζητά το πρωτόκτιστο κάλλος της ψυχής και της ζωής, του ουρανού και της γής, και εξομολογητικά, αλλά και μυστικά, ίσως και μυσταγωγικά, μονολογεί:

«Και στο κελλί μου ψάχνω
τήν ετέρα μορφή Σου
καί στην καρδιά μου
τήν επιζωγραφισμένη εικόνα.
Κύριε και Θεέ μου
απόψε
όπου νύξ νυκτί αναγγέλλει γνώση
ελθέ και σκήνωσον εν ημίν».

Τα λόγια περιττεύουν όπου η καρδιά πλουτίζει και ομορ­φαίνει. Σταθμεύει σε μια φωνή, μια λέξη φωτεινή, όπως ομολογεί.

«Επαναλαμβάνεται μία λέξη κι απόψε
Χριστέ… Χριστέ…
κι η καρδιά
ν’ αγαπήσει θέλει πιο πολύ».

Το κελλί για τον αγιορείτη ποιητή είναι ζωοποιός τάφος που δεν σαπίζει το σώμα, αλλά το ζωοποιεί, το ευωδιάζει και το μυρώνει, αποκαλύπτει το βάθος, είναι μνήμα με μνήμη καρδιακή και μυστική, όπως το φανερώνει ερωτικά:

«Ανάγκη πάσα να παραμείνω στον τάφο μου
στό ταπεινό κελλί μου
πρός καινοτόμηση του άστατου βίου
πρός συνάντηση του άγνωστου εαυτού
πού ξεγλιστρά επικίνδυνα πάντα
στήν πρόωρη σκοτία
τή χθεσινοβραδυνή.
Ηδέως μόνος
κι ο πόνος βαθύς.
Τίκτεται δάκρυ γλυκύ
στή ρωγμή του προσωπείου
στό τρίκλισμα του Φαρισαίου
στού Ιούδα την αμοιβή
τού τελώνη τον κτύπο
τού ληστή του λόφου εκείνου την κραυγή».

Γράφει ο Γέροντας Μωϋσής «γιά μια άλλη μοναξιά» «αγαπητή, αλήθεια, κι ωραία» που ανακαλύπτει κανείς «περιοχές άγνωστες, χώρους τόσο κοντινούς» και ομολογεί γιά:

«τήν κάθοδο του νού
τό εύρος της καρδιάς
τήν υπερουράνια ειρήνη
τά θερμά δάκρυα
ευχαριστίας και δοξολογίας
γιά την μόνωση κι ανεύρεση
τού άγνωστου εαυτού σου.
Μόνος με μόνο τον Θεό
τά γλυκά μεσάνυχτα
δίχως λόγια
δίχως φιλίες
δίχως στηρίγματα
αιωρούμενος
δορυφορούμενος από δάκρυα».

Αισθάνεται ο αθωνίτης ποιητής την ευρυχωρία της καρδιάς που φουσκώνει σταδιακά για να χωρέση τον αχώρητο παντί και να ψηλαφήση τον αψηλάφητο σαρκί και αυτό προκαλεί κρυφιομύστη σιγή και ανέκφραστη σιωπή, γι’ αυτό και αμηχάνως ομολογεί:

«Καθώς ευρύνεται η καρδιά
καί ταπεινώνεται η σκέψη
κι αρχίζει να διακονεί την πρώτη
έρχεται μια μεγάλη χαρά.
Την υποψιάζομαι
είναι ένα μυστήριο καί
σιωπώ άφοβα
απορώ κι εξίσταμαι
δακρύω ο ανεπαρκής
ειρηνεύω».

Περισσότερο ο αγιορείτης ποιητής έλεος εκζητεί «γιά την άφωνη καρδιά» του και χύνει δάκρυα γι’ αυτό. Και έπειτα ομολογεί:

«Τώρα κτυπά πιο δυνατά η καρδιά
τήν ακούω καλά
μού παραπονιέται
έχει δίκιο
τήν άφησα τόσο καιρό
τρέχω με το κοσμποσχοίνι
κάτι να προκάμω
καί κλαίω μεσάνυκτα και κάτι».

Στόν Ναό ο ησυχαστής ποιητής τις ακολουθίες των αιώνων επακούει, που κατάρτισε της παράδοσης ο σκηνοθέτης, και μετά εισέρχεται εις εαυτόν και αποκαλύπτει:

«μετά το Φως Ιλαρόν το Απόδειπνο
καθώς κέκλικεν η ημέρα και ο χρόνος
περιπολεύω εντός μου
ένα παράξενο σαλπάρισμα
ένα γοητευτικό ταξείδι
στ’ άγνωστα συναρπαστικά βάθη
υποψιαζόμενος άφωτα εδάφη
καρδιάς μη καιομένης
οδυνηρές ρωγμές
ηδονικές ανισορροπίες
πρός τακτοποίηση κι αποκατάσταση».

Έρχεται και το λυκαυγές της Χάριτος με το έλεος του Ελεήμονος που γνωρίζει τον καημό τον εσωτερικό, την κραυγή της έσω εκκλησιάς, του βαθύτατου Ναού, στην κατακόμβη του έσω ανθρώπου. Και θριαμβολογεί με ταπεινό φρόνημα και φωνή:

«Ιδού το λυκαυγές της χάριτος
πρόωρο κι αυτό
κατά το Αυτού μέγα και πλούσιον έλεος
κι όχι την ημέτερη ουτιδανή αξία».

Από τον Ναό ο ποιητής μεταβαίνει στο κελλί, από εκεί σε άλλη διαδρομή, στην έρημο και στις σκήτες. Προσαρμόζεται στην ερημική σιωπή, που την μετατρέπει σε αγιορείτικο κελλί και γράφει αθωνικά, ποιητικά και ερωτικά.

«Καθαρή Δευτέρα στην Σκήτη
σιωπή και ασιτία
χιονόνερο
τά βιβλία
τά καντήλια
οι εικόνες
μοναξιά ωραία
σιωπή γλυκόφθογγη
ημέρα χάριτος
νύχτα ευλογίας».

Και από το Άγιον Όρος ο αγιορείτης μοναχός, ποιητής εξομολογητικός, βγαίνει στον κόσμο, ο κοινοβιάτης και ερημίτης, ο σκητιώτης και κελλιώτης για να τον ευωδιάση με το αγιασμένο θυμίαμα και να τον θερμάνη με την καρδιακή ζεστασιά και να τον λαμπρύνη με το ιλαρό Φως της αΐδιας δόξας.

Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν και τα αγιορείτικα αηδόνια κελαηδούν, αισθάνεται πάνω στο πονε­μένο και σφαγιασμένο ποικιλοτρόπως σώμα του, το παθητό της φύσης, το θνητό της πτώσης, το φθαρτό της κτίσης. Η αρχική φύση έγινε πτωτική φθίση που φθίνει την φύση. Ο αγιορείτης ποιητής όλα αυτά τα παρατηρεί με τον νού, το όμμα της ψυχής, και γράφει σταυροαναστάσιμα:

«Περνά ο χρόνος
καί λευκαίνουμε
καί μαυρίζουμε
καί καθυστερούμε
κι αναρωτιόμαστε
τί τάχα συμβαίνει
κι αναβάλλεται η αναχώρησή μας.
Είναι γιατί δε μέστωσε η μετάνοια
καί καθυστερεί από αγάπη ο πατέρας
νά μας παραλάβει πλησίον του
δι’ ευχών των Αγίων και της Θεοτόκου
στούς οποίους ελπίζουμε
καί τους επικαλούμαστε νυχθήμερα
οι ταλαίπωροι αργοναύτες στού βίου
τή θάλασσα την πολυκύμαντη και πλανεύτρα».

Και η ώρα ήλθε που ο Πατέρας κάλεσε τον έτοιμο και μεστωμένο αργοναύτη και εμπειρικό αστροναύτη, το έμψυχο φυτό του περιβολιού της Θεοτόκου και των αγιορειτών αγίων, να κληθή στην «άνω λαμπροφορία», για να περιπολή ως μικρό φώς το μέγα Φώς, να επανέλθη στην μέλλουσα ουράνια πόλη, ως ουρανο­πολίτης κι αυτός, σε πορεία από την σχάση στην σχέση του κατά φύσιν Θεού και των κατά Χάριν θεών.

Αυτός ήταν ο αγιορείτης ποιητής, ο αθωνίτης Μωϋσής, ο θεολόγος στιχουργός, και εξομολογητικός που έψαλλε το μακάριο μέλος και την ουράνια κραυγή, που ήξερε να κρύβεται ως πελεκάνος ερημικός και να κελαηδά ως μυστικός αοιδός, να αναπαύη τους πονε­μένους και να διασκεδάζη τους ταλαιπωρημένους στα Νοσο­κομεία και στις φυλακές, στην ερημία των πόλεων και των σπιτιών, αλλά και στις πόλεις τις ερημικές, ο μακάριος Μωϋσής, ο πολιστής της ερήμου και ο ερημίτης πολίτης, που από την δουλεία της Αιγύπτου πέρασε στην έρημο την σκληρή και από εκεί ανοίχτηκε στην γενέθλια γή.

Πάντοτε ο Θεός τον ευλογεί. Από το «Αθωνικό ψαλτήρι», στο αγγελικό αλληλουάριο της θείας ευφροσύνης της Αποκαλυπτικής ζωής. Αγιορείτη ποιητή, ευλογημένε Μωϋσή, η πάσα γή που διέτρεξες σε ευγνωμονεί και σε ευχαριστεί για την θεολογούσα ύπαρξη και την χαρισματική ζωή, που ύμνησες και έψαλλες, σκορ­πίζοντας ελπίδα και ανάπαυση στους πονεμένους και χαμένους για να βρούν τον αιώνιο Εραστή, τον θείο και μεγάλο Ποιητή του ουρανού και της γής. Μακαρία σου η ζωή, αγιορείτη ποιητή, της μυστικής και μαρτυρικής θεολο­γίας εραστή, φιλαγίων θαυμαστή, αθωνίτη Μωϋσή.

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Στυλιανός Χαρκιανάκης: Ο Αρχιεπίσκοπος Ποιητής

Ανδρέας Λουδάρος

ΚΔ΄ Παύλεια : «Μωσέως Ωδή»- Βιβλιοπαρουσίαση για τον μακαριστό γέροντα Μωϋσή Αγιορείτη

Η Μητρόπολη Καστορίας δεν ξέχασε τον Γέροντα Μωυσή τον Αγιορείτη

Ι.Μ. Καστορίας

Γέροντας Μωυσής αγιορείτης: Ένας μοναχός με υγιή λόγο

Ι.Μ. Καστορίας

Τα μνημόσυνα των πατέρων Σπυρίδωνος και Μωυσέως τέλεσε ο μητροπολίτης Ν. Ιωνίας

Ι.Μ. Νέας Ιωνίας

«Από το Άγιον Όρος στον Ουρανό»: Εκδήλωση για τους μακαριστούς Γεώργιο Καψάνη και Μωυσή Αγιορείτη

Ι.Μ. Αιτωλίας και Ακαρνανίας