Το περιεχόμενο του ευαγγελικού αναγνώσματος από το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον (9:1-38) της πέμπτης μετά το Πάσχα Κυριακής αποκαλύπτει άλλη μια ιδιότητα του Χριστού. Στο κεφάλαιο που προηγείται της περικοπής ο Χριστός εμφανίζεται να αρχίζει τον λόγο του δηλώνοντας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος με ακολουθεί δεν θα πλανιέται στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως που οδηγεί στη ζωή» (Ιωα 8:12). Η δήλωση αυτή προκαλεί μια σειρά αντιδράσεων και αμφισβητήσεων από το ακροατήριό του που δίνει στον Ιησού την ευκαιρία να αποκαλύψει διάφορες πλευρές του ποιος είναι και ποιο είναι το έργο που ήρθε να επιτελέσει στον κόσμο. Έτσι, η αφήγηση της θεραπείας τού εκ γενετής τυφλού έρχεται να υπομνηματίσει παραστατικά την αρχική δήλωση την οποία επαναλαμβάνει στους μαθητές του μόλις συναντούν τον τυφλό «Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον κόσμο» (9:1-5).

Ανάλογη σύνδεση ενός θαύματος με την αποκάλυψη ορισμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και του έργου του Ιησού βρίσκεται στο έκτο κεφάλαιο του ίδιου Ευαγγελίου, όπου το θαύμα του χορτασμού των 5.000 ανδρών δίνει στον Χριστό την ευκαιρία να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον “Άρτο της Ζωής” (6:1-14, 35-65). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού παρουσιάζει η διαπίστωση ότι η περιγραφή του θαύματος είναι ιδιαίτερα σύντομη, μόλις δύο στίχοι (9:6-7), σε σχέση με την έκταση της ενότητας που αναφέρεται στις συζητήσεις που προκάλεσε το θαύμα (9:8-34)· απορίες των γειτόνων και των γνωστών του τυφλού (9:8-12), ανάκριση του τυφλού από τους Φαρισαίους (9:13-17), ανάκριση των γονιών του τυφλού από τους υπεύθυνους της συναγωγής (9:18-23), νέα ανάκριση του τυφλού από τους υπεύθυνους της συναγωγής (9:24-34) και τέλος, συζήτηση του Ιησού με τον τυφλό, στο πλαίσιο της οποίας ο Χριστός αποκαλύπτει τον εαυτό του ως “Υιό του Θεού” (9:35-38).

Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι το ενδιαφέρον του ευαγγελιστή επικεντρώνεται μάλλον στις συζητήσεις που ακολούθησαν το θαύμα, παρά στο θαύμα καθ᾽ εαυτό. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα κείμενα από το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, η περικοπή μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα. Σε ιστορικό επίπεδο περιγράφει ένα επεισόδιο της ζωής του Χριστού που δείχνει τη δύναμή του να απαλλάξει τον κόσμο από το κακό που τον καταδυναστεύει και αποκαλύπτει τη μεσσιανική του ιδιότητα και αποστολή. Σε διαχρονικό επίπεδο συνιστά μια αφήγηση που μεταφέρει ένα μήνυμα επίκαιρο για όλες τις εποχές, καθώς συζητά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί ο άνθρωπος να αντιληφθεί την αποκάλυψη του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Η δομή της περικοπής, όπως αυτή παρουσιάστηκε παραπάνω, δείχνει ότι ο ευαγγελιστής προτιμά τη διαχρονική – συμβολική ανάγνωση του κειμένου του. Τη συμβολική ανάγνωση του κειμένου φαίνεται να υποστηρίζουν και ορισμένα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά της περικοπής, ακόμη και εκεί όπου δίνονται κάποιες ιστορικές πληροφορίες. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η σημείωση ότι το όνομα της δεξαμενής “Σιλωάμ” σημαίνει “απεσταλμένος” (9:6). Πράγματι το όνομα της δεξαμενής στα εβραϊκά προέρχεται από ένα ρήμα που σημαίνει “στέλνω προς”, “αναβλύζω” και προφανώς δηλώνει ότι το νερό της δεξαμενής εκχύνεται σ’ αυτήν από την πηγή Γιών όπου αναβλύζει.

Μεταφράζοντας ο ευαγγελιστής το όνομα της δεξαμενής στα ελληνικά παραπέμπει συνειρμικά τη σκέψη του αναγνώστη σε μια συμβολική κατανόηση του ονόματος. Σε όλο το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ο Ιησούς χαρακτηρίζεται συχνά (17 φορές) ως αυτός που απέστειλε ο Θεός στον κόσμο (βλ. ενδεικτικά 5:38· 8:42· 9:4· 13:20· κ.ά.). Έτσι, αυτός που είναι “Φως του κόσμου” και αποστέλλεται από τον Θεό για να αποκαλύψει τον Πατέρα στον κόσμο, αποστέλλει με τη σειρά του τον τυφλό στη δεξαμενή “Απεσταλμένος” για να βρει το φως του και να αποκαλύψει τον Υιό του Θεού στους Φαρισαίους. Μέσα από αυτόν τον συμβολισμό ο αναγνώστης κατανοεί ότι η θεραπεία δεν προέρχεται από το νερό ούτε από το σάλιο ή τη λάσπη, αλλά από εκείνον που είναι απεσταλμένος του Θεού, κάτι που ο τυφλός θα το κατανοήσει στη συνέχεια.

Από όλες τις αφηγήσεις θαυμάτων θεραπείας τυφλών που περιγράφονται στα Ευαγγέλια μόνο στη συγκεκριμένη ο Ιησούς εμφανίζεται να αναμιγνύει σάλιο με χώμα προκειμένου να φτιάξει πηλό, να αλείψει τα μάτια του τυφλού και να τον στείλει να πλυθεί προκειμένου να θεραπευτεί. Φαίνεται πολύ πιθανό ότι η επιλογή του Ιησού να θεραπεύσει με αυτόν τον τρόπο τον τυφλό γίνεται με την προοπτική των συζητήσεων που θα ακολουθήσουν. Αναπόφευκτα το ζύμωμα του χώματος με το σάλιο κατά την ημέρα του Σαββάτου θα προκαλούσε τους Φαρισαίους, αφού το ζύμωμα συμπεριλαμβάνεται στις 39 απαγορευμένες ενέργειες που μπορεί να κάνει κανείς το Σάββατο. Άλλωστε, τίποτε δεν φαίνεται να εμπόδιζε τον Χριστό να κάνει το θαύμα του λίγες ώρες αργότερα, μετά την παρέλευση του Σαββάτου, μια μικρή καθυστέρηση που για έναν εκ γενετής τυφλό ελάχιστη σημασία θα είχε. Η πρόκληση οδηγεί σε μια θεολογική συζήτηση σχετικά με το αν κάποιος που παραβαίνει το Σάββατο μπορεί να εισακούεται από τον Θεό. Απέναντι σ᾽ αυτόν τον προβληματισμό ο τυφλός αντιτάσσει την εμπειρία του: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω· ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω» (9:25).

Η δήλωση αυτή θίγει ένα άλλο τεράστιο ζήτημα, αυτό της σχέσης της θεολογίας με την εμπειρία. Δεν είναι λίγοι οι χριστιανοί εκείνοι που θεωρούν ότι η θεολογία με τις αυστηρά λογοκρατικές διατυπώσεις της και την “ξύλινη” γλώσσα απωθεί συχνά τον άνθρωπο και τον αποπροσανατολίζει από την αναζήτηση του Θεού. Από την άλλη μεριά είναι επίσης πολλοί εκείνοι που θεωρούν ότι συχνά ο άνθρωπος μπορεί να παρασυρθεί και να θεωρήσει ως αυθεντική μια εμπειρία που στην πραγματικότητα οφείλεται σε συναισθηματική φόρτιση της στιγμής και να ακολουθήσει μια εντελώς άλογη πορεία στην προσπάθεια αναζήτησης του Θεού.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, προσεκτική μελέτη της περικοπής αποδεικνύει ότι ούτε η θεολογία ούτε η εμπειρία μπορούν από μόνες τους να οδηγήσουν στον Χριστό. Τόσο η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι από τους Φαρισαίους: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου» όσο και η αντίθετη άποψη: «Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» φαίνονται θεολογικά ορθές, με αποτέλεσμα να μη μπορούν οι υποστηρικτές τους να καταλήξουν σε ομοφωνία (9:16). Έτσι, προτιμούν την ασφάλεια της παράδοσης και περιχαρακώνονται σ᾽ αυτήν αρνούμενοι να διακινδυνεύσουν κάποιο επιπλέον βήμα: «εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στον Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε από πού ήρθε» (9:29).

Από την άλλη μεριά όμως, ούτε η εμπειρία του τυφλού φαίνεται από μόνη της ικανή να τον οδηγήσει αμέσως στον Χριστό. Όταν ο περίγυρός του του θέτει το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο της θεραπείας του, ο πρώην τυφλός απάντησε: «Ένας άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό…» (9:11). Όταν στη συνέχεια, κατά την ανάκρισή του από τους Φαρισαίους, και καθώς επεξεργάζεται περεταίρω την εμπειρία του, στην ερώτηση σχετικά με την ταυτότητα αυτού που τον θεράπευσε έδωσε την απάντηση: «Είναι προφήτης» (9:17). Μόνον αργότερα, κατά τη δεύτερη ανάκρισή του από τους υπευθύνους της συναγωγής, και αφού έχει αρχίσει να επεξεργάζεται θεολογικά την εμπειρία του, καταλήγει σε έναν προβληματισμό που του ανοίγει κάποιες προοπτικές: «Εδώ είναι το παράξενο, πως εσείς δεν ξέρετε από πού είναι ο άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός τούς αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος τον σέβεται και κάνει το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. Από τότε που έγινε ο κόσμος δεν ακούστηκε ν᾽ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν αυτός δεν ήταν από τον Θεό δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα» (9:30-33). Τώρα πλέον είναι έτοιμος για τη συνάντησή του με τον Χριστό. Τώρα πλέον η εμπειρία του μπορεί να διατυπωθεί με ορθή θεολογική γλώσσα και η θεολογική γλώσσα αντανακλά την εμπειρία του. Αυτή ακριβώς είναι η κατάλληλη στιγμή να του αποκαλυφθεί ο Χριστός με το ερώτημα: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» (9:35). Τώρα πλέον, μετά από όλη αυτή την προετοιμασία που στηρίζεται στη βεβαιότητα της εμπειρίας του και στη λογική επεξεργασία της, είναι έτοιμος να ομολογήσει: «Πιστεύω Κύριε» (9:38).

Το θαύμα της θεραπείας του τυφλού και οι αντιδράσεις που προκάλεσε στέλνουν ένα ιδιαίτερα επίκαιρο μήνυμα στη σύγχρονη εποχή. Οι λεγόμενες Emerging Churches (Αναδυόμενες Εκκλησίες) γνωρίζουν σήμερα παγκοσμίως μια πρωτόγνωρη ανάπτυξη καθώς δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην προσωπική εμπειρία του πιστού με τον Θεό που αλλάζει ριζικά τη ζωή του (born-again Christians), αμφισβητώντας πλήρως τη σημασία των μυστηρίων των θεσμοθετημένων Εκκλησιών. Τόσο η αντίδραση του πρώην τυφλού απέναντι στη θεραπεία του όσο και οι αντιδράσεις του περιβάλλοντός του δείχνουν ότι η επαφή με τον Χριστό μέσω των μυστηρίων δεν λειτουργεί μαγικά, αλλά απαιτεί χρόνο και κατάλληλη λογική επεξεργασία ώστε να καταστεί ο άνθρωπος ικανός να γνωρίσει τον Χριστό και να διαμορφώσει μια πραγματική σχέση μαζί του.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: