Η συμβολή της Εκκλησίας στην Παιδεία του Γένους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Γράφει ο Θεολόγος Νικόλαος Δ. Καλογιάννης* Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως (29 Μαΐου 1453) σηματοδοτεί μια νέα αρχή κάτω από διαφορετικές συνθήκες για το γένος και την πίστη των ορθοδόξων Ελλήνων. Η απονομή εξουσιών-προνομίων στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη και η αναγνώρισή του ως Πρώτου των Ορθοδόξων στο νέο πολυεθνικό κρατικό μόρφωμα που δημιούργησαν οι Οθωμανοί, σήμαιναν για την Εκκλησία ταυτόχρονα και την ανάληψη ποικίλων ευθυνών για τη συνολική πορεία των Ορθοδόξων, τόσο ως πιστών μελών της, όσο και ως υποδούλων υπηκόων του Οθωμανικού κράτους.

Στο πλαίσιο των προνομίων, μιας περιορισμένης θρησκευτικής ελευθερίας, που δίδει ο Μωάμεθ ο πολιορκητής στον νέο Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, είναι και η ευθύνη για την οργάνωση και τη λειτουργία της παιδείας των ορθοδόξων.

Η Εκκλησία, κάνοντας λελογισμένη χρήση των προνομίων που έλαβε, και αντιμετωπίζοντας με σύνεση τη μεταβαλλόμενη διαφοροποίηση της ερμηνείας τους, που ακολουθούσε η αλλόθρησκη διοίκηση, τα ενεργοποιεί και οργανώνει την παιδεία των ορθοδόξων, καλλιεργώντας την ελληνική γλώσσα μέσα από την προβολή της κλασικής και της βυζαντινής Γραμματείας. Η συζυγία των δύο μεγεθών είχε πραγματοποιηθεί μέσα στη μακραίωνη ιστορία που είχε προηγηθεί και τη συνιστούσαν η πεποίθηση για την πνευματική πληρότητα της ορθοδόξου πίστεως και η οικουμενικότητα των προτάσεων της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς, γι᾽ αυτό κατέληγε στο συμπέρασμα πως η παιδεία των Χριστιανών έπρεπε να είναι ελληνική, και η πίστη των Ελλήνων πάντοτε ορθόδοξη.

Για την Εκκλησία, η εκπαίδευση των κληρικών και λαϊκών μελών της, ήταν θέμα ζωτικής ανάγκης, το οποίο, αν δεν εκαλύπτετο, θα οδηγούσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο στην αδυναμία μετάδοσης του μηνύματός Της. Χωρίς τη στοιχειώδη κατάρτιση, οι λειτουργοί της Εκκλησίας θα καθίσταντο ανίκανοι να εκπληρώσουν στοιχειωδώς τα λειτουργικά τους καθήκοντα και ασφαλώς θα έχαναν τη δυνατότητα για οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση, που θ᾽ αφορούσε στη διαμόρφωση και εξέλιξη του δημόσιου βίου.

Γι᾽ αυτό η πατριαρχική μέριμνα για την εξέλιξη της παιδείας υπήρξε διαχρονική και διακτινιζόταν σ᾽ όλη την περιφέρεια, φθάνοντας έως την τελευταία εκκλησιαστική κοινότητα που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του θρόνου και περιελάμβανε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως. Παράλληλα ενδιαφερόταν για τη στελέχωση της Αυλής και της Πατριαρχικής Σχολής με ικανά και πεπαιδευμένα πρόσωπα, που επιβεβαίωναν καθημερινά την αναγκαιότητα της παρουσίας τους στην πολυδιάστατη πλέον αποστολή που διαδραμάτιζε το ιερό κέντρο.

Ιερέας-Δάσκαλος και μαθητής, έργο του Φίλιππου Μαργαρίτη (1810-1892)

Σταδιακά, σ᾽ όλη την επικράτεια και κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου υπήρχε η οικονομική δυνατότητα, δημιουργήθηκαν σχολεία και ανώτερες σχολές, οι οποίες δεν λειτούργησαν απρόσκοπτα, διότι η τουρκική διοίκηση δεν εγκατέλειψε ποτέ, ούτε την πρόθεση εξισλαμισμού των υποδούλων, ούτε τη φιλοχρηματία της. Να επισημάνουμε πως η Υψηλή Πύλη δεν εξέδωσε φιρμάνι που απαγόρευε την ίδρυση σχολών, αλλά δεν υπήρξε και αντίστοιχο που να φανερώνει πως επέτρεπε ή στήριζε τη λειτουργία τους. Αυτή η ασάφεια, καλυπτόταν κάθε φορά με άδεια που διδόταν κατά περίπτωση ως ειδικό καθεστώς-προνόμιο, και δεν απέκλειε αλλά μάλλον τροφοδοτούσε τις αυθαιρεσίες των τοπικών πασάδων και μπέηδων, οι οποίοι δρούσαν ανεξέλεγκτα.

Η «σύγχρονη» άποψη που απορρίπτει γενικευμένα την ύπαρξη κρυφού σχολείου, ιδιαίτερα κατά τους δύο πρώτους αιώνες, τότε που «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», δεν εδράζεται σε επιστημονικά δεδομένα, αλλά σε μια ιδεοληπτική προσέγγιση που θέλει τον υποβιβασμό της προσφοράς των κληρικών στην εκπαίδευση, παραβλέποντας τις ιδιαίτερες συνθήκες που υπήρχαν τη συγκεκριμένη εποχή. Η ιστορική έρευνα καταδεικνύει ότι «Οἱ δύο πρώτοι αἰῶνες ὑπῆρξαν πολύ δύσκολοι καί μέχρι τά μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε γιά δυνατότητα ἀκώλυτης ἀσκήσεως τῶν θρησκευτικῶν καί ἐκπαιδευτικῶν ἐλευθεριῶν. Χαρακτηριστικά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ σουλτάνος Σελήμ Α’ στίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰῶνος ἐξεδήλωνε δημοσίως τό μίσος του πρός τούς χριστιανούς καί τήν ἄποψή του περί βιαίου ἐξισλαμισμοῦ ὅλων τῶν μή μουσουλμάνων. Τό 1537 ὁ Σουλεϊμάν Α’ ἐξέδωσε διαταγή πού ζητοῦσε νά ἐκτελεσθεῖ ὡς ἄπιστος ὁποιοσδήποτε ἀμφισβητοῦσε τά λόγια τοῦ προφήτη Μωάμεθ.

Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 16ου αἰῶνος γίνεται φανερή ἡ αὐξανόμενη ἐπιρροή τῶν φανατικῶν μουσουλμάνων στήν Αὐλή τῶν σουλτάνων, γεγονός πού δυσκόλευε τήν ὑλοποίηση τῶν προνομίων τῶν χριστιανῶν. Οἱ ζηλωτές αὐτοί τοῦ φανατικοῦ Ἰσλάμ ἐστράφησαν γενικά ἐναντίον κάθε μορφῆς ἐκπαιδεύσεως, πού δέν ἀκολουθεῖ τό Κοράνι. Ὑπό τήν ἐπιρροή τους βρέθηκε ὁ σουλτάνος Μουράτ Δ’ (1623-1640), ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῆς ἴδιας ἰδεολογίας ἐπέτυχαν τό 1711 νά κατασχεθεῖ ἡ βιβλιοθήκη τοῦ βεζύρη Τσορλουλού πασᾶ καί νά ἀπαγορευθεῖ ἡ μελέτη ἐπιστημονικῶν βιβλίων. Κατανοοῦμε, λοιπόν, ὅτι σέ μιά περίοδο κατά τήν ὁποία διώκονταν ἀκόμη καί μουσουλμάνοι ἐραστές τῆς μορφώσεως, πόσο δύσκολο θά ἦταν σέ χριστιανούς νά διδάσκουν καί νά διδάσκωνται ἐλευθέρως τήν πίστη, τήν ἱστορία καί τήν ἐθνική ταυτότητά τους…».

Τέλος, άφθονα στοιχεία παρέχονται στη γραπτή, την προφορική αλλά και την καλλιτεχνική παράδοση για την ύπαρξη του κρυφού σχολειού. Κι αυτή η πραγματικότητα αποτυπώθηκε στη συνείδηση του λαού, υπενθυμίζοντας την κοινή εμπειρία της βαρβαρότητας του ασιάτη κατακτητή και τον ακατάπαυστο πόθο της ελευθερίας των προγόνων μας που μεταλαμπαδευόταν από γενιά σε γενιά μέσω της παρεχόμενης, έστω και υποτυπώδους, εκπαιδεύσεως.

Η Εκκλησία, συνεπώς, προσπάθησε από την αρχή του οθωμανικού ζυγού, να διασφαλίσει την πνευματική συνέχεια της παραδόσεως του πληρώματός της, γι᾽ αυτό κατάφερε να το διαφυλάξει ουσιαστικά αδούλωτο παρά την εξωτερική καταπίεση της βαρβαρικής κατοχής. «Τοιουτοτρόπως ὁ ὑπόδουλος ἑλληνισμός, ἐξωτερικῶς μὲν ‘’χείλεσι δεσμὰ φέρων’’ κατὰ Γρηγόριον τὸν Θεολόγον (Ὁμιλία ΝΑ΄, ἐν ΒΕΠΕΣ 42, σελ. 14), ἐν τοῖς πράγμασι καὶ τῇ οὐσίᾳ ὅμως ἀδούλωτος κατά τε τὸ φρόνημα καὶ τὴν προαίρεσιν παραμείνας, κατώρθου νὰ ἐξουδετεροῖ τὸ ἐξουθενωτικὸν τῆς δουλείας παρὸν, διὰ τῆς ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ συντηρουμένης στενῆς καὶ παλμώδους ἐπαφῆς ἑνὸς ἐνδόξου καὶ ἐπιφανοῦς ἱστορικοῦ παρελθόντος… Ὁ διὰ τῶν ὅπλων δαμασθεὶς ὑπερήφανος τῶν ἑλλήνων λαός, χάρις εἰς τὴν ὑπὸ τῶν μοναχῶν, κατὰ κύριον λόγον, παρεχομένην φωτοφόρον παιδείαν, κατώρθωσε νά ὑποτάξῃ πνευματικῶς τὸν ἀγροῖκον κατακτητὴν καὶ νὰ διατηρήσῃ μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεώς του συνείδησιν τῆς ποιοτικῆς του ἔναντι αὐτοῦ ὑπεροχῆς…».

Ο Πατριάρχης Γεννάδιος (1453-56, 1458-63), αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, «ἀνασυνέστησε τήν Πατριαρχική Σχολή, γιά τήν κάλυψη τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν στελεχώσεως τῆς Ἱεραρχίας, τοῦ ἱ. Κλήρου καί τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου» με σκοπό να αντιμετωπιστεί η «τραγική κατάσταση τῆς παιδείας πού ἐπισήμανε μέ ἰδιαίτερη πικρία∙ ‘’κέκλεισται γάρ παιδευτήρια, ἔσβεσται δέ ἡ περί λόγους φιλοτιμία’’, ὄπως ἐπίσης καί νά ἀποσοβηθεῖ ὁ προφανής κίνδυνος, ‘’τῆς τῶν λόγων τέχνης ἀμελουμένης, μή μόνον σοφίας κινδυνεύομεν στερηθῆναι καί μαθημάτων, ἀλλά καί τήν φωνήν αὐτήν ἡμῶν ἀγνοῆσαι’’». Για ν᾽ αποτρέψει ο Πατριάρχης την αλλοτρίωση που θα κατέληγε ενδεχομένως ακόμη και στη γλωσσική απώλεια, κινητοποίησε τους ελάχιστους μορφωμένους κληρικούς και λαϊκούς που απέμειναν στη σκλαβωμένη πατρίδα, δίδοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο πνοή ζωής στη νέα προσπάθεια που αναλάμβανε ο Οικουμενικός θρόνος για να περισώσει, μέσα από τη θρησκεία και την παιδεία, σύνολη την πολιτισμική ιδιοπροσωπία του ελληνισμού.

Οι προσπάθειες, παρά τις αντιξοότητες και την καχυποψία της διοικήσεως, συνεχίσθηκαν καθόλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η πενιχρή οικονομική δυνατότητα των πρώτων χρόνων και η διάλυση που παρουσίαζε ο κοινωνικός ιστός των υποδούλων, δεν επέτρεπαν ασφαλώς την πραγματοποίηση μεγαλόπνοων σχεδίων. Έναν αιώνα μετά την πτώση, ο Πατριάρχης Ιωάσαφ Β’ (1555-65), όπως μαρτυρεί σε επιστολή του προς τον τσάρο της Ρωσίας Ιβάν τον Τρομερό, δραστηριοποιείται έντονα στον χώρο της παιδείας για να βελτιώσει το μορφωτικό επίπεδο των πιστών υπηκόων του, το οποίο ανυψούμενο θα απέτρεπε παράλληλα και τη διείσδυση της παπικής ουνίας. «Ἡμεῖς δέ Θεοῦ συνάρσει οὐ μόνον ἐπιμελούμεθα τῶν νέων, ἀλλ᾽ ἔτι καί διδασκαλεῖα ἀνεγείραμεν καί παιδευτήρια καί ἀκαδημίας καί φιλόσοφον ἄνδρα ἐμισθώσαμεν καί ἄλλους διδασκάλους,… καί κρατοῦμεν ἐνταῦθα μετά μισθοῦ καί δαπάνης οὐκ ὀλίγης, ὥστε σπουδάζειν καί παιδεύεσθαι τούς χριστιανῶν παῖδας…».

Ο Πατριάρχης Ιερεμίας ο Τρανός (1572-79, 1580-84, 1587-95), συνεχίζοντας τις προσπάθειες του προκατόχου του, συγκαλεί Μείζονα Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1593, η οποία με τον έβδομο κανόνα της, προτρέπει τους κατά τό-πους αρχιερείς να εντείνουν τις δραστηριότητες στον τομέα της παιδείας, μεριμνώντας για την ίδρυση ή την αναβάθμιση των εκπαιδευτηρίων στις επαρχίες τους. «Ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, ἕκαστον ἐπίσκοπον ἐν τῇ ἑαυτοῦ παροικίᾳ φροντίδα καὶ δαπάνην τὴν δυναμένην ποιεῖν, ὥστε τὰ θεῖα καὶ ἱερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθεῖν δέ κατά δύναμιν τοῖς ἐθέλουσι διδάσκειν καί τοῖς μαθεῖν προαιρουμένοις, ἐάν τῶν ἐπιτηδείων χρείαν ἔχωσιν».

Να σημειώσουμε ότι η προσταγή του κανόνα της Πανορθόδοξης Συνόδου, φανερώνει κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο την ανάγκη για την προαγωγή της παιδείας συνολικά, αλλά και τη διαρκή εγρήγορση των Πατριαρχείων της Ανατολής για τη διαφύλαξη της ορθοδόξου πίστεως μέσω της εκπαιδεύσεως.

Παρέμβαση αναγκαία και επιτακτική για την προάσπιση της Ορθοδοξίας από την παπική ουνία και τον Λουθηροκαλβινισμό που κατέκλυζαν την Ανατολή, αφ᾽ ενός μεν μέσω των εκπαιδευτηρίων, (που ιδρύονταν κάτω από την προστασία ισχυρών κοσμικών παραγόντων), αφ᾽ ετέρου δε μέσω των ποικίλων διαβρωτικών δραστηριοτήτων των ρωμαιοκαθολικών μοναχικών ταγμάτων και των προτεσταντών μισσιοναρίων που δραστηριοποιούνταν μέσω των εκδόσεων και της ιεραποστολής.

Μεταγενέστερα, η βελτίωση της εκπαίδευσης συνέχισε την ανοδική πορεία της, με την αγαστή συνεργασία Εκκλησίας, μεγάλων ευεργετών και τοπικών κοινοτήτων, κινούμενη πλέον προς την κατεύθυνση παροχής της στοιχειώδους αλλά και της εγκυκλίου παιδείας. Τη συγκεκριμένη περίοδο δόθηκε έμφαση στην επιλογή των καταλλήλων διδασκάλων, που είχαν εκπαιδευτεί είτε στην Πατριαρχική Σχολή ή στα πανεπιστήμια της Δύσεως, και στην ανανέωση του προγράμματος μαθημάτων (γραμματική, ρητορική, λογική, φιλοσοφία, θεολογία, κ.ά.).

Καθοριστικός σταθμός σ᾽ αυτή την ανανεωτική πορεία υπήρξε η επιλογή του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη (1620-38, με εναλλαγές στον πατριαρχικό θώκο), πρώτον να ιδρύσει τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη και, δεύτερον, να τοποθετήσει ως διευθυντή της Πατριαρχικής Σχολής κατά τα έτη 1624-28 & 1636-40 τον λόγιο Αθηναίο διδάσκαλο Θεόφιλο Κορυδαλέα, του οποίου η ερμηνευτική προσέγγιση στα έργα του Αριστοτέλη αποτέλεσε τομή για τη γραμματεία της εποχής και λειτούργησε μέσα από την προβολή της στην Πατριαρχική Σχολή «ὡς τό ἀπόλυτο κριτήριο τῶν ὁρίων τῆς ἐπιθυμητῆς συνθέσεως, ἡ ὁποία δέν θά ἐπέτρεπε ἐπικίνδυνες συγχύσεις ἤ προκλητικές ὑπερβάσεις μεταξύ τοῦ λόγου τῆς πίστεως καί τοῦ λόγου τῶν ‘’νεωτερικῶν φιλοσόφων’’». Σ᾽ αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση, έμειναν πιστοί και οι διάδοχοι του Κορυδαλέα στην Πατριαρχική σχολή, Ιωάννης Καρυοφύλλης (1646-64), Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1665-72), Σεβαστός Κυμινήτης (1672-82), Νικόλαος Κριτίας (1714-42), Σέργιος Μακραίος (1778-1801), αλλά και οι σημαντικότεροι διδάσκαλοι της εποχής.

Ο Πατριάρχης Διονύσιος ο Γ’ (1662-65), αναδιαμορφώνει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή προτρέποντας τον μεγάλο ευεργέτη Μανωλάκη Καστοριανό (Εμμανουήλ Φιλίππου) να συνεισφέρει. Με χρηματοδότηση του Καστοριανού πραγματοποιείται αγορά κτηρίου, όπου στεγάζεται το ανώτερο τμήμα της Σχολής -που αργότερα ονομάσθηκε Πατριαρχική Ακαδημία-, για τη λειτουργία του οποίου προσλαμβάνονται 3 μόνιμοι διδάσκαλοι που μισθοδοτούνται από τον ίδιο για να μπορούν να φοιτούν στη Σχολή και σπουδαστές που δεν είχαν τη δυνατότητα εισφορών. Παράλληλα, υποστηρίζει οικονομικά τη δυνατότητα να φοιτούν στη Σχολή δώδεκα μαθητές ως υπότροφοι.

Ο Πατριάρχης Καλλίνικος ο Β’ (1688, 1689-1693, 1694-1702), όπως μαρτυρείται σε συνοδικό γράμμα του 1691, έθεσε τις βάσεις για την ομαλή επαναλειτουργία της Σχολής αντιμετωπίζοντας άμεσα όσα προβλήματα την είχαν αναστείλει. Όπως ο ίδιος περιγράφει, εξ αιτίας «περιστατικῶν δέ τινων πρὸ ὀλίγου κατὰ τὸ ἀντίξουν, φημὶ, τῆς τοῦ καιροῦ δυσχερείας ἐπεισφρυσάντων, οἷα φιλεῖ ἐν τῷ κόσμῳ συμβαίνειν ὡς τὰ πολλὰ, πέπαυται μέχρι τοῦ νῦν ἡ ἐν αὐτῇ διδασκαλία, καὶ ζημία προσετρίβη τῷ Γένει δεινὴ καὶ πᾶσαν ἄλλην τῶν ζημιῶν ὑπερέχουσα». Έτσι «ἐκίνησε πάντα λίθον διὰ νὰ θεμελιώσῃ καὶ νὰ συστήσῃ τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει σχολεῖον», φροντίζοντας παράλληλα και για το αναλυτικό πρόγραμμα των μαθημάτων που θα διδάσκονταν σ᾽ αυτό, αλλά και για το ήθος που έπρεπε να καλλιεργείται στη σχολική κοινότητα. «Καὶ δὴ πρὸς σύστασιν αὐτοῦ τοῦ φροντιστηρίου διετάξαμεν εἶναι καὶ προσεδρεύειν ἐν αὐτῷ διδασκάλους δύο∙ τὸν μὲν ἕνα διδάσκοντα τὰ ἐπιστημονικὰ μαθήματα, τὸν δὲ ἕτερον τὰ γραμματικὰ τῆς κυκλοπαιδείας διερμηνεύοντα∙ οἵτινες ἔχουσι λαμβάνειν μισθὸν τοῦ κόπου αὐτῶν,… Κἀπί τούτοις οἱ μὲν διδάσκαλοι δι᾽ ὀφειλῆς ἔχουσι λόγοις τε καὶ τρόποις καὶ τῷ κατ᾽ αὐτοὺς ὑποδείγματι ἐκπαιδεύειν τοὺς μαθητὰς σὺν τοῖς τῶν γραμμάτων μαθήμασι καὶ θεοσέβειαν καὶ εὐλάβειαν καὶ ἠθῶν κοσμιότητα, καὶ πάντα ὅσα ῥυθμίζουσι πρὸς εὐζωΐαν τὸν λογικὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας ἀκροατήν. Οἱ δὲ μαθηταὶ καλῶς καὶ νουνεχῶς προσέχειν ταῖς τῶν σφῶν διδασκάλων ἐπὶ σωφρονισμῷ διδασκαλικαῖς ὑποθήκαις, ἑαυτοὺς τ᾽ εὐπειθεῖς παρέχειν, ὡς τὸ προσῆκον, καὶ ὑπηκόους πρὸς τοὺς διδασκάλους αὐτῶν μετὰ τῆς ὀφειλομένης αἰδοῦς, καὶ ἐξαιρέτως πρὸς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς προϊσταμένους αὐτῆς, καὶ μεθ᾽ ὑποταγῆς ἀποδέχεσθαι τὰς διακελεύσεις αὐτῶν ἡνίκα πρὸς τὰ τῆς ἀρετῆς ἔργα προτρέπωνται».

Η συνεχής και συστηματική Πατριαρχική μέριμνα για την ανανέωση της εκπαιδεύσεως αντιμετώπιζε και τις νέες απαιτήσεις που προέκυπταν στην παιδεία με την πρόοδο των επιστημών. Δεν εφησύχασε στην παραδεδομένη γνώση, αλλά θέλησε, και μάλιστα μέσω κληρικών μελών του, να εισαγάγει τις νέες επιστήμες στην εκπαιδευτική διαδικασία. Όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς αντιδράσεις μεταξύ των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας, κυρίως για τον τρόπο μεταφοράς των «νέων ιδέων» των κοινωνικών φιλοσόφων της Δύσεως που επιχειρήθηκε από μερίδα διδασκάλων.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι διαχρονικά Εκκλησία και παιδεία βαδίζουν παράλληλα, συνεπικουρούμενες στην πορεία τους, γι᾽ αυτό υπό ομαλές συνθήκες ποτέ δεν βρέθηκαν αντιμέτωπες.

Η Ορθόδοξη αντίληψη όπως είχε σφυρηλατηθεί μέσα από τη βυζαντινή συναλληλία των εξουσιών,  σε αντιδιαστολή με την ιεροκρατία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που δημιούργησε τη μεσαιωνική εκτροπή στην Ευρώπη, είχε διαμορφώσει μια διαφορετική νοοτροπία στους εκκλησιαστικούς ταγούς στην Ανατολή, η οποία συνεχίστηκε και στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Έτσι, μπορεί η εκπαίδευση να πέρασε στην αποκλειστική διαχείριση της Εκκλησίας, όμως αυτό δε σήμαινε και την απομόνωση των λαϊκών μελών της, ούτε την αποστροφή από οποιαδήποτε πρόοδο που αφορούσε την επιστημονική έρευνα. Πολλοί από τους ανανεωτές των επιστημών υπήρξαν φωτισμένοι κληρικοί που σπούδασαν στα μεγάλα πανεπιστήμια της εποχής στη Δύση, γι᾽ αυτό και οι ανανεωτικές προτάσεις που έγιναν δεν έθιξαν με βιαιότητα την παραδεδομένη γνώση και τις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, αλλά καλλιέργησαν ήπια και προσάρμοσαν στα ιστορικά δεδομένα τη νέα γνώση που παρείχε τόσο η φιλοσοφική όσο και η τεχνική εξέλιξη.

Οι Πατριάρχες «ἔργῳ καὶ λόγῳ» προώθησαν τα πρόσωπα που υποστήριξαν αυτήν την προσπάθεια για τον εμπλουτισμό και την ανανέωση των μαθημάτων, με έμφαση σ᾽ αυτά των θετικών επιστημών. Σπουδαίο ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση διαδραμάτισαν πολλοί κληρικοί, μεταξύ των οποίων ο πρόδρομος του νεοελληνικού διαφωτισμού Μεθόδιος Ανθρακίτης (1660-1736) και ο διαπρεπής στοχαστής του διαφωτισμού Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), που δίδαξε με μεγάλη επιτυχία, όπως φανερώνει και η μεγάλη προσέλευση μαθητών, στην Αθωνιάδα (1753-59) και στην Πατριαρχική Σχολή (1759-61).

Ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ (1748-51, 1752-57), «τῆς διδασκαλίας καὶ ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν περὶ πολλοῦ ἐποιεῖτο∙ εἴ τις ἦν διδάσκων καὶ αὐτῷ μάλιστα ἦν ἔντιμος∙ καὶ πάσης ἄλλης μαθήσεως καὶ παιδείας ἐφρόντιζε, καὶ πολλὴν ἐποιεῖτο πρόνοιαν τῶν ἁπανταχοῦ σχολείων», γι᾽ αυτό συνέδραμε θερμά την προσπάθεια της Αγιορείτικης μονής του Βατοπεδίου για την ίδρυση σχολής, προσκαλώντας «ἐξ Ἰωαννίνων τὸν σοφώτατον ἐν διδασκάλοις καὶ πάντα θαυμάσιον Εὐγένιον καὶ τιμήσας ὡς εἰκὸς, καὶ δεξιωσάμενος φιλοφρονέστατα,… καὶ ἐξαποστείλας αὐτὸν ἐκεῖσε ἐνδόξως καθηγητὴν καὶ διδάσκαλον, συνεκρότησεν ἐν τῷ Ἄθωνι μεῖζόν τι Ἀκαδημίας ἤ Λυκείου, ὅσον καὶ θειοτέρων λόγων ἦν διδασκαλεῖον, καὶ τελεωτέρας ἀρετῆς καταγώγιον, καὶ τοιοῦτον οἷον δυστυχοῦσι τοῖς Γραικοῑς οὐδέπω ἐφάνη φροντιστήριον». Να σημειωθεί εδώ ότι μετά την πρώτη απόπειρα του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη για την ίδρυση τυπογραφείου ακολουθεί «μιά δεύτερη, ἐφήμερη κι αὐτή, προσπάθεια λειτουργίας ἑλληνικοῦ τυπογραφείου στήν Κωνσταντινούπολη στά χρόνια τῆς δεύτερης πατριαρχείας τοῦ Κυρίλλου Ε’ (1752-57), ἀντιφατικοῦ μέν κατά τά ἄλλα πατριάρχη, ρέκτη ὅμως σέ θέματα παιδείας. Συγκεκριμένα, τό 1756 ἐκδίδονται στήν Κωνσταντινούπολη τρία βιβλία (μέ ὅμοια τυπογραφικά στοιχεῖα) χωρίς καμιά ἔνδειξη ἐπωνυμίας τυπογραφείου ἤ τυπογράφου. Ἐπειδή ὅμως ἀφ᾽ ἑνός καί στῶν τριῶν τόν τίτλο μνημονεύεται τιμητικά ὁ πατριάρχης Κύριλλος, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τό περιεχόμενο τῶν βιβλίων σχετίζεται μέ τήν ἔριδα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, πρωταγωνιστής τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Κύριλλος, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε βάσιμα ὅτι αὐτός ἐπίσης ἦταν καί ὁ ἐμπνευστής τῆς δημιουργίας τοῦ τυπογραφείου».

Ο διάδοχός του στον Πατριαρχικό θρόνο Σεραφείμ Β’ (1757-61), «ἠγάπα… τοὺς σοφοὺς καὶ πεπαιδευμένους καὶ τούτοις ἔχαιρεν ὁμιλῶν καὶ τιμᾷν ἐφιλοτιμεῖτο∙ διὸ καὶ τῆς αὐτῶν ἐφρόντιζε συστάσεως, καὶ σχολείων εἶχε πρόνοιαν, καὶ, ἐπεὶ τὰ τῆς πολυμαθείας ἑώρα ἐν τῷ γένει ὑποφερόμενα, διαναστῆσαι καὶ ἐπανενεγκεῖν διενοεῖτο καὶ κατεσπούδαζεν…», έτσι ιστορείται -ίσως με κάποια υπερβολή- πως «τὸ τρίτον ἔτος τῆς αὐτοῦ πατριαρχείας τὴν παροικίαν τοῦ Φαναρίου Ἀθηνόπολιν κατεστήσατο.

Ἐκεῖ γάρ Εὐγένιος ὁ πολὺς ἦν τότε θεολογῶν, ἐκεῖ Δωρόθεος φιλοσοφῶν, ἐκεῖ ρητορεύων Κριτίας, ἐκεῖ Ἀνανίας τὰς λογικὰς τέχνας διδάσκων, ἐκεῖ ἐσμὸς φιλοσόφων καὶ φιλολόγων σμῆνος, καὶ θεολόγων θίασος, ἐφ᾽ οἷς ἥδετο πᾶς τις φιλογενὴς, μάλιστα οἱ χορηγοὶ καὶ συνίστορες».

Λαμβάνοντας τη σκυτάλη της διοικήσεως ο μεγάλος Πατριάρχης Σαμουήλ Χαντζερής (1763-1768, 1773-74), δεν έπαυε να εφιστά την αυστηρή τήρηση των παραδεδομένων αξιών, αλλά και να εκφράζει τη συνεχή του αγωνία για την επέκταση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Γι᾽ αυτό «ὡμίλει μὲν καὶ αὐτὸς ἐπ᾽ ἐκκλησίας, καὶ ἄλλους διδάσκειν συνέταττε, καὶ σχολεῖα εὐμαθείας συνίστη, καὶ πανταχῇ ἐπιβλέπων, τοῦ παντός ἐποιεῖτο τὸν ὀρθὸν λόγον, μυωπίζων συνεχῶς τοὺς προσιόντας διὰ τῆς συμφύτου τῷ γένει φιλοτιμίας, ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν τῶν πάλαι σοφῶν οἱ ἀπόγονοι, εἴπερ ἄρα φιλομαθεῖς καὶ φιλόκαλοι…», βρίσκοντας αρωγούς σ΄ αυτή την κατεύθυνση τους πλούσιους και επιφανείς Φαναριώτες της εποχής, που δραστηριοποιούνταν σ᾽ όλη την επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέχοντας καίριες θέσεις στη διοίκηση και το εμπόριο.

Ιδιαίτερη περίπτωση που δεν έχει προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία αποτελεί η πολιτιστική, θρησκευτική και εκπαιδευτική δραστηριότητα του αγίου Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779), ο οποίος έλαβε το προσωνύμιο του «ισαποστόλου» για το μέγεθος και την αξία του έργου του.

Βρίσκοντας τον ελληνισμό σε μια κρίσιμη καμπή και αντιλαμβανόμενος «ὅτι ἀγρίεψε τό γένος ἀπό τήν ἀμάθειαν καί ἐγίναμεν ὡς θηρία», περιέτρεξε διδάσκοντας μια ευρύτατη περιοχή τριάντα επαρχιών της πατρίδας μας (Κωνσταντινούπολη, Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Ιόνια νησιά και Κυκλάδες) για ν᾽ αναπτερώσει το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, αλλά και να συστήσει ‘’θαυματουργικά’’, όπως κι ίδιος παραδέχεται, εκατοντάδες σχολεία. Προέτρεπε επίμονα τους πατριώτες του «νά σπουδάζετε τά παιδιά σας νά μανθάνουν τά ἑλληνικά, διατί καί ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τήν ἑλληνικήν καί ἄν δέν σπουδάξῃς εἰς τό ἑλληνικόν, ἀδελφέ μου, δέν ἠμπορεῖς νά καταλάβῃς ἐκεῖνα ὁ-πού ὁμολογᾷ ἡ Ἐκκλησία μας», άλλωστε «ἡ πίστις μας δέν ἐστερεώθη ἀπό ἀμαθεῖς ἁγίους, ἀλλά ἀπό σοφούς καί πεπαιδευμένους».

Με τον τρόπο αυτό έγινε πρόξενος μια πρωτοφανούς αναγεννητικής δράσεως στην ελληνική ύπαιθρο γι᾽ αυτό και δίκαια θεωρείται -εκτός από ιεραπόστολος- και εθνομάρτυρας. Ο προφητικός λόγος του οδηγεί σε αυτοέλεγχο και ταυτόχρονα παρέχει βαθιά γνώση της πραγματικότητος, ώστε ν᾽ αξιολογήσουμε ορθά το παρόν και να υπερβούμε τις δύσκολες περιστάσεις, δείχνοντας πού βρίσκεται η διαχρονική αξία των πραγμάτων, «τό κορμί σας ἄς σᾶς τό καύσουν, ἄς σᾶς τό τηγανίσουν, τά πράγματά σας ἄς σᾶς τά πάρουν, μή σᾶς μέλῃ, δῶστε τα, δέν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τά δύο ὅλος ὁ κόσμος νά πέσῃ, δέν ἠμπορεῖ νά σᾶς τά πάρῃ, ἔξω ἄν τύχῃ καί τά δώσετε μέ τό θέλημά σας. Αὐτά τά δύο νά φυλάγετε νά μήν τύχῃ καί τά χάσετε»

Όπως προκύπτει από τη σύντομη ιστορική αναδρομή στις προσπάθειες των Πατριαρχών και των υπολοίπων κληρικών που προανέφερα, «ἡ παιδεία κατά τή μεταβυζαντινή περίοδο, ὅπως καί κατά τήν βυζαντινή περίοδο, εἶχε ὡς πυρήνα τήν ἑλληνική παιδεία τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου, ἀλλά στηρίχθηκε οὐσιαστικά στόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνο γιά τήν οἰκονομική ὑποστήριξη ἤ τήν ὀργανωτική διάρθρωση, ἀλλά καί γιά τή σαφῆ περιγραφή τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ τῆς παρεχόμενης παιδείας σέ μία χριστιανική κοινότητα… Ἡ κεντρική αὐτή θέση τῆς Ἐκκλησίας στό χῶρο τῆς παιδείας, ἰδιαίτερα δέ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὑπῆρξε μέχρι τά τέλη τοῦ ΙΗ΄ αἰώνα μιά αὐτονόητη ὑποχρέωση, ἀφοῦ κανένας ἄλλος φορέας δέν διεξεδίκησε ἤ διανοήθηκε νά ἐπωμισθῆ τήν τεράστια αὐτή εὐθύνη».

Τούτο το σχήμα αμφισβητήθηκε με αφορμή την έκρηξη του Διαφωτισμού στη Δύση και συνεχίζει να αμφισβητείται περιοδικά έως τις μέρες μας, όχι τόσο ως προς τον δομικό και οργανωτικό χαρακτήρα που είχε, όσο ως προς το περιεχόμενο και την ποιότητα της εκπαιδεύσεως που προσέφερε. Δεν θ᾽ αναφερθώ στις λεπτομέρειες αυτής της διαμάχης, που είχε διαφορετικά κίνητρα και εξέλιξη στη Δύση απ᾽ ότι στην Ανατολή, γιατί -εκτός των άλλων- υπήρχε και διαφορετική εμπειρία του εκκλησιαστικού γεγονότος που δεν επιτρέπει το θέμα της παρούσης εργασίας να σκιαγραφήσω.

Η σύντομη αναφορά σε πρόσωπα που μέσα από το θεσμό της Εκκλησίας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της παιδείας κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, όπως είναι αυτονόητο, δεν εξαντλεί τη συνολική προσπάθεια του εκκλησιαστικού σώματος για την διατήρηση και την εξέλιξη της παιδείας. Ακάματοι σκαπανείς υπήρξαν στο σύνολό τους οι επίσκοποι, οι ιερείς αλλά και οι λαϊκοί συνεργάτες τους, που καθημερινά αντιμετώπιζαν στην αρμοδιότητά τους και θεράπευαν, με τις δυνατότητες που είχαν, τις ανάγκες εκπαιδεύσεως του ποιμνίου τους. Αυτή η προσπάθεια απεικονίζεται στο σύνολο της ιστορικής έρευνας και καταγράφεται ως η κυρίαρχη αντίληψη στην ελληνική κοινωνία, για τη θέση και τους αγώνες της Εκκλησίας όσον αφορά την παιδεία του Γένους.

Ο πανεπιστημιακός Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος αναφέρει: «Τό 1821 ἀπετέλεσε τήν ἀπαρχήν τῆς καθάρσεως τῶν Ἑλλήνων ἀπό τήν δευτέραν ἱστορικήν των τραγωδίαν, ἡ ὁποία διήρκεσε τετρακόσια χρόνια. Ὁ Δούρειος Ἵππος διά τήν κάθαρσιν αὐτήν ἦτο ἡ Ὁρθοδοξία, οἱ Κοινότητες, τό Κρυφό Σχολειό καί ὁ ἐμπορικός στόλος τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων».

Ταυτόσημη άποψη διατυπώνει και ο ιστορικός του Νέου Ελληνισμού καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος: «Μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν κοινοτήτων συντηρούνται μικρές σπίθες ἀπό τήν παιδεία τῶν Ἑλλήνων… Ἡ στάθμη τῆς παιδείας πέφτει ἀπότομα μέ τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης… Φαίνεται ὅμως ὅτι στήν Κωνσταντινούπολη καί σέ ὁρισμένους ἄλλους τόπους λειτουργοῦν «κοινά σχολεῖα» μέ λίγους μαθητές, τῶν ὁποίων οἱ δάσκαλοι πληρώνονται ἀπό τούς σχετικά εὔπορους γονεῖς. Στά «κοινά σχολεῖα» διδάσκονταν ἀνάγνωση ἀριθμητική καί στοιχεῖα γραμματικῆς. Ὑπῆρχαν ὅμως καί μερικοί γονεῖς πού ἔδιναν μόνοι τους στά παιδιά τους τίς ἀπαραίτητες στοιχειώδεις γνώσεις».

Συμπληρώνοντας ο ιστορικός της Επαναστάσεως του ΄21, ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος, γράφει: «Ὁ παπάς κάτω ἀπό τά ράκη τοῦ ράσου του κρατεῖ τό ψαλτήρι καί πηγαίνει νά μάθῃ τά παιδιά, πού τόν περιμένουν, νά διαβάζουν. Ὁμιλεῖ ἀκόμη εἰς τά παιδιά καί διά τούς μεγάλους ἀνθρώπους πού ἐδόξασαν ἄλλοτε αὐτόν τόν τόπον. Διδάσκει τήν ὀλίγην ἱστορίαν πού γνωρίζει καί αὐτός. Τό κρυφό σχολειό δέν εἶναι θρύλος. Τό συνετήρησε παρά τάς διώξεις, παρά τήν ἀξιοθρήνητον ἔλλειψιν παντός μέσου, παρά τήν φοβεράν πίεσιν τόσων ἀμέσων ἀναγκῶν πού θά ἦτο φυσικόν νά ὁδηγήσουν πρός τόν ἐξισλαμισμόν, ὁ βαθύτατος πόθος τοῦ τυραννουμένου ἔθνους νά ὑπάρξῃ».

Ο συγγραφέας και διδάκτωρ της Ιατρικής, Αναστάσιος Ν. Γούδας κατά-γράφει στην έρευνα του: «Σμικρόν κατά σμικρόν ἡ διδασκαλία μετεφέρθῃ ἀπό τῶν σκητῶν καί τῶν σπηλαίων εἰς τούς νάρθηκας τῶν ἐκκλησιῶν, ἔνθα καί σήμερον ἔτι διδάσκουσιν ἔν τισι τῶν ὑπό τήν Τουρκία ἑλληνικῶν χωρῶν. Τά δημόσια σχολεῖα τότε ἦσαν παντελώς κατηργημένα∙ μόνον ἐν τοῖς Πατριαρχείοις τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἐν ἀποκέντρῳ τινί πόλει διετηρήθησαν, ὡς λέγεται, ἀτελεῖς τινές σχολαί∙ ἀνώτερα δέ ἐκπαιδευτήρια δέν ἐδύναντο νά συστηθῶσι… Οὕτω δέ μόλις ἐδυνήθησαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι νά διατηρήσωσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἄσβεστον τόν λύχνον τῆς παιδείας…».

Ο φιλόλογος και ιστοριοδίφης Τάσος Γριτσόπουλος, που ασχολήθηκε με την ιστορία της Μεγάλης του Γένους Σχολής, σημειώνει: «Βεβαίως, δέν γνωρίζομεν πότε ἀκριβῶς ἡ Μ. Εκκλησία γενικῶς καί ἐπισήμως ἐπέβαλε ἑαυτήν ὡς τήν κατ’ ἐξοχήν ἐπόπτριαν τῆς  διακανονιστικῆς κινήσεως διότι δέν ἔχομεν σαφῆ μαρτυρίαν αὐθεντικήν. Ἀλλ᾽ εἶναι δυνατόν νά ὑποθέσωμεν ὅτι ἐπί τοῦ Γενναδίου καί ζῶντος τοῦ Πορθητοῦ συνετελέσθη τό μέγα γεγονός εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν τουλάχιστον. Εἰς τάς ἐπαρχίας ὠργανώθη μέν ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἐκκλησίας ἡ Παιδεία, τοῦτο ὅμως ἔγινε πολύ ἀργότερα, ὅταν οἱ καιροί ἦσαν περισσότερον πρόσφοροι. Πάντως ὀφείλομεν νά δεχθῶμεν ὅτι ἀπόκρυφον ἔργον συνετελεῖτο ἀπό τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συμφορᾶς εἰς τά μοναστήρια, ὅπου πρέπει νά τοποθετήσωμεν τά θρυλικά Κρυφά Σχολειά».

Κατακλείοντας τις σκέψεις μου για την προσφορά της Εκκλησίας στην παιδεία και μέσω αυτής στη διατήρηση της εθνικής μας συνείδησης, παραθέτω απόσπασμα ομιλίας του στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκφώνησε στις 8 Οκτωβρίου 1838, προς τους μαθητές του Βασιλικού Γυμνασίου της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας), στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύθηκε την Κυριακή 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αἰών», όπου γλαφυρά απεικονίζεται η σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού.

«Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμεν, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμεν τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ ἐδιέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς ἐς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὰς πέτρας καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιόν του, καὶ ἔπαυσαν νά λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῇρε μαζή του οὔτε σοφοὺς, οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾽ ἁπλοῦς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλαις ταῖς γλώσσαις τοῦ κόσμου∙ οἱ ὁποῖοι μ᾽ ὅλον ὅτι, ὅπου καὶ ἂν ἐπήγαιναν, εὕρισκαν ἐναντιότητες, καὶ οἱ Βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν…

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοιαν καὶ ἐτρώγοντο μεταξὺ των, καὶ ἔτζι ἔλαβον καιρὸν πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ἐκυρίευσαν καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν καὶ οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλώσσαις, πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ κατορθώσουν∙ Τὸν ἕναν ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸν σταυρὸν του ἔκαμε…

Ὅταν ἀποφασίσαμεν νὰ κάμωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, δὲν ἐσυλλογισθήκαμεν, οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πῶς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα Βασέλα˙ ἀλλ᾽ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ οἱ Κληρικοί, καὶ οἱ Προεστοὶ, καὶ οἱ Καπεταναῖοι, καὶ οἱ Πεπαιδευμένοι, καὶ οἱ Ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι ὅλοι ἐσυμφωνήσαμεν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ ἐκάμαμεν τὴν Ἐπανάστασιν…

Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν Πίστιν σας, καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμεν τὰ ἄρματα, εἴπαμεν πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μίαν Θρησκείαν…

Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησίς σας νὰ μήν γείνῃ σκεπάρνι μόνον διὰ τὸ ἄτομόν σας, ἀλλά νὰ κοιτάζῃ τὸ καλὸν τῆς Κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸν αὐτὸ νὰ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικόν σας…

Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπον, ὁποῦ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε∙ καὶ, διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια τῆς πολιτείας τὴν ὁμόνοιαν, τὴν Θρησκείαν, τὴν καλλιέργειαν τοῦ Θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερίαν».

(Ακολούθησα πιστά στη μεταφορά των κειμένων τη σύνταξη και την ορθογραφία των πρωτοτύπων. Οι επισημάνσεις ανήκουν στον γράφοντα)

*Το ίδιο κείμενο με παραπομπές και βιβλιογραφία

Ο κ. Νικόλαος Καλογιάννης είναι θεολόγος και εργάζεται στην Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Tagged: