Η γιορτή της Αγίας Σκέπης, σύμφωνα με παλαιότερο τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γιορτάζεται την 1η Οκτωβρίου, έτσι ώστε κάθε λειτουργικό έτος να αρχίζει και να τελειώνει με δύο γιορτές της Παναγίας· μία που αναφέρεται σε κάποιο γεγονός της ζωής της (Κοίμηση: 15 Αυγούστου – Γέννηση: 8 Σεπτεμβρίου) και μία που σχετίζεται με την προσκύνηση αμφίων της (αγία ζώνη: 31 Αυγούστου – αγία σκέπη: 1 Οκτωβρίου).

Το 1952, όμως, ύστερα από πρόταση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος μετέθεσε την ημερομηνία της γιορτής στις 28 Οκτωβρίου, ώστε όλος ο ελληνικός λαός να αποδίδει τις ευχαριστίες του στην Παναγία για τη σωτηρία του από τα δεινά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς, όπως αναφέρεται σε ένα από τα απολυτίκια της γιορτής: «ὡς πάλαι καὶ νῦν θαυμαστῶς ἡμᾶς ἔσωσας, ὡς νοητὴ νεφέλη, τὸν σὸν λαὸν περιβαλοῦσα. Διὸ δυσωποῦμεν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».

Το ιστορικό υπόβαθρο της γιορτής της αγίας Σκέπης ανάγεται στον ι΄ μ.Χ. αιώνα. Δύο παράξενοι άνθρωποι, ο Ανδρέας που κάνει τον τρελό για να τραβήξει την προσοχή του κόσμου και να τους διδάξει το μήνυμα του Ευαγγελίου και ο συνοδός του ο Επιφάνιος, ξαγρυπνούν μαζί με πλήθος πιστών στην εκκλησία των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη και παρακαλούν την Παναγία να τους απαλλάξει από τις επιδρομές των Αράβων. Ξαφνικά, ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος βλέπουν ένα μεγαλειώδες όραμα. Η Παναγία συνοδευόμενη από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και ακολουθούμενη από πλήθος αγίων ντυμένων στα λευκά μπαίνουν στον ναό και κατευθύνονται προς την αγία τράπεζα. Εκεί η Παναγία γονατίζει και προσεύχεται ώρα πολλή με δάκρυα στα μάτια. Ύστερα γυρίζει προς τον συγκεντρωμένο λαό και απλώνει πάνω του το κάλυμμα της κεφαλής της. Όταν οι δύο άνδρες αφηγήθηκαν το όραμά τους, όλοι κατάλαβαν ότι αυτό ήταν ένα σημάδι πως βρίσκονται κάτω από τη σκέπη, την προστασία δηλαδή, της Παναγίας και δεν χρειάζεται να ανησυχούν. Δοξολόγησαν με ύμνους το Θεό και έτσι καθιερώθηκε η γιορτή της Αγίας Σκέπης.

Η τοποθέτηση των διπλών αυτών γιορτών της Παναγίας στην αρχή και στο τέλος κάθε εκκλησιαστικής χρονιάς κρύβει ένα βαθύτατο θεολογικό συμβολισμό, καθώς υποδηλώνει ότι στο πρόσωπο της Θεοτόκου συγκεφαλαιώνεται ολόκληρη η ιστορία των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Αποτελεί βασική διδασκαλία της Αγίας Γραφής ότι το σχέδιο του Θεού για τον κόσμο προϋποθέτει την ελεύθερη επιλογή από την πλευρά των ανθρώπων να ακούσουν τον λόγο του Θεού και να συνεργαστούν μαζί του. Από την εποχή του Αβραάμ, ο οποίος χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς αντίρρηση, δέχεται να ακολουθήσει το δρόμο που του δείχνει ο Θεός, θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία του, ως την ημέρα που η Μαρία δέχεται να υπακούσει στην απόφαση του Θεού που της μεταφέρει ο άγγελος, η υπακοή στον λόγο του Θεού συνιστά τη βασική προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του σχεδίου του για τη σωτηρία του κόσμου.

Αυτή η ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου να συνεργαστεί με τον Θεό αποτελεί και το θέμα της ευαγγελικής περικοπής που διαβάζεται στις περισσότερες γιορτές της Παναγίας. Η περικοπή συγκροτείται από δύο αποσπάσματα από το Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (10:38-42 και 11:27-28), όπου ο Χριστός επαινεί όσους επιλέγουν να ακούν τον λόγο του Θεού (10:42) και να τον εφαρμόζουν (11:28).

Η απροϋπόθετη επιλογή της Μαρίας να υπακούσει στον λόγο του Θεού και να καταστεί Θεοτόκος την καθιστά σύμβολο της ανθρώπινης συμμετοχής στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και αυτός είναι ο λόγος που οι πιστοί όλων των εποχών τίμησαν την Παναγία όσο κανένα άλλο πρόσωπο από όσα αναφέρονται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Θεός έσωσε τον κόσμο, αυτό όμως δεν έγινε μόνο με τη δύναμη του Θεού, αλλά και με τη συνεργασία των ανθρώπων στο πρόσωπο της Μαρίας. Έτσι, η Μαρία έγινε μητέρα όχι μόνον του Χριστού, αλλά και του νέου λαού του Θεού, των χριστιανών. Είναι η μητέρα της Εκκλησίας και γι’ αυτό αποδίδονται σ’ αυτήν όλα τα χαρακτηριστικά που έχει και η Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία και για χάρη της Εκκλησίας ανταποκρίνεται ο Θεός στις παρακλήσεις των ανθρώπων.

Η εικόνα της Παναγίας, λοιπόν, που κρατάει τον Χριστό στην αγκαλιά της είναι η εικόνα της Εκκλησίας, είναι η εικόνα όλων των χριστιανών. Αρκεί εδώ να θυμηθεί κανείς το επεισόδιο που περιγράφεται στο Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (8:19-21), σύμφωνα με το οποίο, όταν η μητέρα του Ιησού θέλησε να τον επισκεφθεί, εκείνος, απασχολημένος με το κήρυγμα, αρνήθηκε να τη δεχτεί, λέγοντας: “Μητέρα μου και αδέλφια μου είναι εκείνοι που ακούν και τηρούν το λόγο του Θεού”. Σε όλους τους χριστιανούς δόθηκε η χάρη να γίνουν μητέρες του Χριστού, να ταυτιστούν με τη Θεοτόκο, να ξαναγεννήσουν τον Χριστό στη δική τους εποχή, στο δικό τους περιβάλλον. Χρειάζεται μόνο μια γενναία απόφαση· χρειάζεται να πουν στον Θεό εκείνο το αποφασιστικό “Ἰδοῦ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου” (Λου 1:38) που είπε η Μαρία στον άγγελο που της μετέφερε το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού.

Η ταύτιση αυτή των ρόλων της Παναγίας και της Εκκλησίας φαίνεται παραστατικά μέσα από μια συνοπτική επισκόπηση των αιώνων που ακολούθησαν μετά το όραμα του Ανδρέα. Η τότε αυτοκρατορία μπορεί να άντεξε προς στιγμήν τις επιδρομές των Αράβων, όμως σύντομα κατέρρευσε κάτω από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα σταυροφόρων, Νορμανδών, Βενετσιάνων και τελικά των Τούρκων. Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, όταν τα πάντα είχαν ανατραπεί, όταν η ασφάλεια του παρελθόντος είχε οριστικά χαθεί, όταν όλες οι ελπίδες φαίνονταν αστήρικτες, η σκέπη της Παναγίας εξακολουθούσε να κρατάει υπό την προστασία της τους ορθοδόξους. Όταν όλοι οι θεσμοί της εποχής κατέρρευσαν, μόνον η Εκκλησία κατάφερε να επιζήσει και να στηρίξει όλους αυτούς τους αιώνες το κλονισμένο φρόνημα των χριστιανών. Η Εκκλησία, όπως και η Παναγία, έγινε η μάνα των ορθοδόξων που τους προστάτεψε κάτω από τη σκέπη της και τους έδωσε τη δυνατότητα να αναγεννηθούν.

Σήμερα η ανθρωπότητα ολόκληρη βιώνει μια νέα, εντελώς καινούργια και πάλι, φάση της Ιστορίας. Οι κοσμογονικές αλλαγές σε πολιτικο-κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο κλόνισαν και πάλι τις ελπίδες εκατομμυρίων ανθρώπων και γέννησαν σε πολλούς από αυτούς αισθήματα ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα σε όλον τον πλανήτη αντιμετωπίζουν το όριο της πείνας, της ανεργίας και της εξαθλίωσης. Χιλιάδες είναι εκείνοι που απογοητευμένοι από τα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα αναζητούν λύσεις και καταφύγιο στις πιο απίθανες θρησκείες που γεννά το μυαλό του ανθρώπου. Όμως οι ορθόδοξοι χριστιανοί μπορούν μέσα στον γενικό αποπροσανατολισμό να νιώθουν ασφαλείς. Μπορούν να νιώθουν σίγουροι όσο βρίσκονται κάτω από τη σκέπη της Παναγίας που ανταποκρίνεται στις προσευχές τους. Μέσα στην Εκκλησία προσφέρονται όλες οι λύσεις που αναζητά κανείς. Ένα μόνο χρειάζεται, η απόφαση να κρατήσει κανείς τα μάτια του και τα αφτιά του ανοιχτά για να τις αντιληφθεί. Και η Παναγία θα μεταφέρει γρήγορα τούτη την απόφαση στον Θεό.

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου Της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: