Τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος με τα συγγράμματά του και τους αγώνες του κατά τον 14ον μ.Χ. αιώνα υπερασπίστηκε σθεναρά την Ορθόδοξη πίστη έναντι των αιρετικών. Η πίστη είναι το κεντρικό θέμα και της ευαγγελικής περικοπής που διαβάζεται ήμερα στη θεία Λειτουργία (Μάρκ. 2,1-12).

Με πολύ παραστατικό τρόπο αφηγείται ο ευαγγελιστής Μάρκος την προσπάθεια τεσσάρων ανθρώπων να φέρουν μπροστά στον Ιησού έναν παράλυτο: Mη μπορώντας αυτοί να τον πλησιάσουν εξαιτίας του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στο σπίτι, ακόμη και έξω από την πόρτα, ανέρχονται στη στέγη (προφανώς από την οπίσθια σκάλα που υπήρχε στα σπίτια της Παλαιστίνης), ανοίγουν ένα πέρασμα (πράγμα εύκολο αν λάβει κανείς υπόψη τα πολύ απλούστερα των σημερινών οικοδομικά υλικά της εποχής) και κατεβάζουν μπροστά στον Ιησού το «κρεβάτι», επάνω στο οποίο βρισκόταν ο ασθενής.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αφενός οι τέσσερις δεν λέγουν απολύτως τίποτε στον Ιησού – είναι εύγλωττη η ίδια η πράξη τους – και αφετέρου ότι ο Ιησούς επαινεί την πίστη «αυτών», προφανώς τόσο του ασθενή όσο και των τεσσάρων συνοδών του για την επιμονή και εφευρετικότητα τους. Ο άνθρωπος που πιστεύει βαθιά δεν κάμπτεται από τα τυχόν εμπόδια που συναντά, αλλά βρίσκει τρόπους δράσης για να επιτύχει τον επιδιωκόμενο στόχο, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους, όταν μάλιστα αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης.

Εντυπωσιακό και εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι το γεγονός ότι στον σωματικά ασθενή ο Ιησούς απευθύνει τη φράση «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Η φράση αυτή, που προκάλεσε τους διαλογισμούς των παρισταμένων γραμματέων, θέτει το θέμα της σχέσης αμαρτίας και ασθένειας. Επαναστατεί το μυαλό του σημερινού ανθρώπου, όταν ακούει τη βιβλική σχέση ανάμεσα στην αμαρτία και στην αρρώστια, και διερωτάται ποιά εξάρτηση μπορεί να έχει η μια από την άλλη. Κι ακόμη πρέπει να παρατηρήσουμε ότι χάνει ολοένα και περισσότερο ο άνθρωπος της εποχής μας την αίσθηση της αμαρτίας, μη μπορώντας να καταλάβει γιατί ορισμένες πράξεις, που τον εξυπηρετούν κοινωνικά ή ατομικά κι είναι τόσο σύμφωνες με τη φύση του και τις επιθυμίες του, να θεωρούνται αμαρτίες. Ευχαρίστως παραθεωρεί κάθε φραγμό θρησκευτικό ή ηθικό αδιαφορώντας ακόμη και για τις υποσυνείδητες ενοχλήσεις που συνοδεύουν συνήθως αυτές τις υπερβάσεις.

Κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στη δυσάρεστη και ενοχλητική πραγματικότητα της αμαρτίας και προτιμούμε να την αναλύουμε – γιατί ούτως ή άλλως είναι αναντίρρητη εμπειρική πραγματικότητα – δίνοντάς της άλλα ονόματα ή ενδύματα. Ποιος δεν έχει ακούσει π.χ. για το άγχος και την αγωνία στην εποχή μας; Οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές μας δίνουν φοβερές περιγραφές του βάθους της ανθρώπινης ψυχής, στην οποία συσσωρεύονται ποικίλες πικρίες από τη μη ομαλά ρυθμισμένη ζωή και δημιουργούνται επιθυμίες εκδικήσεως, επιβουλών, καταστροφών. Κι ακόμη οι φιλόσοφοι μιλούν για «οριακές» καταστάσεις μέσα στις οποίες είναι δέσμιος ο άνθρωπος, ή περιγράφουν την «ασθένεια προς θάνατο» από την οποία πάσχει και βλέπουν την απελπισία σαν μόνιμο σύντροφο του τρομοκρατημένου από τη σκέψη του θανάτου σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά δεν είναι παρά επικύρωση και περιγραφή μιας εμπειρικά γνωστής σε όλους μας καταστάσεως, που η Αγία Γραφή την χαρακτηρίζει με τη λέξη αμαρτία, δηλ. αστοχία να επιτύχει ο άνθρωπος τον σκοπό της αρχικής δημιουργίας του.

Η Αγία Γραφή παρουσιάζει μια πολύ βαθιά σύλληψη της τραγικής αποτυχίας των ανθρώπων, και δεν εκλαμβάνει την αμαρτία σαν απλή παράβαση της θείας εντολής. Όπως ανάλαφρη είναι και η Πλατωνική αντίληψη της αμαρτίας ως άγνοιας. Θα ήταν πολύ απλή και παιδαριώδης μια τέτοια αντίληψη (της αμαρτίας ως παραβάσεως μιας εντολής ή Πλατωνικής άγνοιας) και δεν θα δικαιολογούσε το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Ιησού Χριστού. Εάν ο Θεός γίνεται άνθρωπος και πάσχει ως άνθρωπος μέσα στον κόσμο για να αναστηθεί ως Θεός, αυτό σημαίνει ότι η φθορά της ανθρωπότητας από την αμαρτία, έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση και πολύ πιο τραγικές συνέπειες απ’ ό,τι φανταζόμαστε ή απ’ ό,τι εκφράζουν οι λέξεις παράβαση και παράπτωμα.

Σε τούτο ακριβώς συνίσταται και το ελπιδοφόρο μήνυμα της Αγίας Γραφής, στο ότι από την αγχώδη «ασθένεια προς θάνατο», από την αγωνία του μηδενός, από τον φόβο του θανάτου σώζει τον άνθρωπο ο Θεός με το σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Κι αυτά όχι με την ψυχολογική έννοια της εσωτερικής γαλήνης και ομαλότητας αλλά με την ουσιαστική έννοια της πραγματικής υπαρξιακής αλλαγής και μεταμορφώσεως της εχθρότητας σε φιλία, του άγχους σε ειρήνη, του φόβου του μηδενός σε βεβαιότητα ζωής και ελπίδα αναστάσεως.

Η αισιοδοξία του χριστιανικού μηνύματος συνίσταται στο ότι αυτό είναι στραμμένο όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στο κακό που κυριάρχησε μέσα στον κόσμο μέχρι τώρα, αλλά στη σωτηρία που προσφέρεται σαν καινούργια δυνατότητα. Είναι ανεπανόρθωτα ασυγχώρητος αυτός που προτιμά να παραμένει στα όρια του κακού, ενώ του προσφέρεται η απεριόριστη αγάπη του Θεού μέσα στην πίστη, τη διδασκαλία και τα μυστήρια της Εκκλησίας.

Tagged: