Η δράση του προφήτη Ηλία στο Βασίλειο του Ισραήλ κατά τον θ΄ π.Χ. αιώνα σηματοδοτεί μια σημαντική καμπή στην ιστορία της βιβλικής προφητείας. Οι προφήτες που έδρασαν πριν από αυτόν συνεργάζονταν στενά με τη βασιλική εξουσία ως σύμβουλοι του εκάστοτε ηγεμόνα, και η όποια κριτική ασκούσαν σ’ αυτόν περιοριζόταν στο πλαίσιο της αυλής. Η κριτική όμως που ασκεί ο προφήτης Ηλίας προς τη βασιλική εξουσία της εποχής του προκαλεί τέτοιες αντιδράσεις από την πλευρά της που υπερβαίνουν τους τοίχους του ανακτόρου, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για μια μετεξέλιξη του ρόλου του προφήτη από συμβούλου του βασιλιά σε εκφραστή των απαιτήσεων του Θεού από τον λαό του. Μαζί με την αλλαγή αυτή για τον ρόλο του προφήτη που προοιωνίζεται η δράση του Ηλία, στις σχετικές με αυτόν αφηγήσεις ανιχνεύονται και τα πρώτα σπέρματα των βασικών θεολογικών ιδεών που έναν αιώνα αργότερα θα αποτελέσουν ουσιαστικό στοιχείο του κηρύγματος των μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, όπως για παράδειγμα η ιδέα της παγκοσμιότητας του Θεού.
Οι σχετικές με τον προφήτη Ηλία παραδόσεις βρίσκονται συγκεντρωμένες στην ενότητα 3Βα 17:1 – 4Βα 2:12. Οι παραδόσεις αυτές προέρχονται από έναν προφανώς ευρύτερο κύκλο αφηγήσεων, που ο συντάκτης των βιβλίων των Βασιλειῶν χρησιμοποίησε ως πηγή και τις ενέταξε στο έργο του στην, κατά τη γνώμη του, κατάλληλη θέση. Το πρώτο ανάγνωσμα του Εσπερινού τής αφιερωμένης, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στον προφήτη Ηλία γιορτής προέρχεται από την πρώτη ομάδα αφηγήσεων του κύκλου αυτού, από την ενότητα των κεφαλαίων 3Βα 17 – 18, που έχουν ως κοινό θέμα τους μια μεγάλη ξηρασία που επικράτησε στον Ισραήλ κατά την εποχή του βασιλιά Αχαάβ (17:1,7,14· 18:1,5,41,44-45). Ο προφήτης Ηλίας κάνει την πρώτη του δημόσια εμφάνιση με την εξαγγελία προς τον Αχαάβ της επερχόμενης ξηρασίας: «Ορκίζομαι στον Κύριο, στον Θεό του σύμπαντος, στον Θεό του Ισραήλ που υπηρετώ, ότι στα επόμενα χρόνια δεν θα πέσει στη γη δροσιά ή βροχή, παρά μόνο με προσταγή δική μου» (3Βα 17:1). Στη συνέχεια καταφεύγει στον χείμαρρο Χορράθ που εκβάλλει στον ποταμό Ιορδάνη, όπου κατ’ εντολή του Θεού οι κόρακες έφερναν σ’ αυτόν ψωμί το πρωί και κρέας το δειλινό, ενώ έπινε νερό από τον χείμαρρο (3Βα 17:6). Ακολουθεί η περιγραφή δύο θαυμάτων του προφήτη στα Σαρεπτά της Φοινίκης και η ενότητα ολοκληρώνεται με τη συνάντηση Ηλία και Αχαάβ, τη δοκιμασία στο όρος Κάρμηλος και το τέλος της ξηρασίας.
Ο προφήτης Ηλίας έζησε την εποχή που στον Ισραήλ βασίλευε ο πανίσχυρος αλλά ασεβής ηγεμόνας Αχαάβ (871-852 π.Χ.). Ο Αχαάβ όφειλε σε μεγάλο βαθμό τη δύναμή του στις συμμαχίες του με τους ηγεμόνες των γειτονικών λαών. Δεν είναι τυχαίο το ότι στα Χρονικά των Ασσύριων ηγεμόνων, οι οποίοι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εξεστράτευαν συχνά κατά των χωρών δυτικά της Μεσοποταμίας προκειμένου να αποκτήσουν έξοδο στη Μεσόγειο Θάλασσα, ο Αχαάβ μνημονεύεται πάντοτε ως επικεφαλής κάποιας ευρύτερης συμμαχίας που αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση της ασσυριακής απειλής. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής πήρε ως σύζυγό του την κόρη του βασιλιά των Σιδωνίων, την Ιεζάβελ, η οποία έθεσε ως σκοπό της ζωής της να επιβάλει στον Ισραήλ τη λατρεία του Βάαλ.
Σύμφωνα με τους χαναανιτικούς μύθους, όπως αυτοί διασώθηκαν στα κείμενα της Ουγαρίτ (μια παραλιακή χαναανίτικη πόλη, απέναντι από την Κύπρο, που καταστράφηκε το 1200 π.Χ. περίπου, και στα ερείπια της οποίας οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μεγάλο αριθμό κειμένων, που αναφέρονται κυρίως στη θρησκεία της Χαναάν πριν από την εγκατάσταση των Ισραηλιτών εκεί) ο Βάαλ, ο θεός της ευφορίας και της βροχής, θεωρείτο βασιλιάς των θεών. Η εξουσία του όμως δεν ήταν απεριόριστη, γιατί τη θέση του στο πάνθεο επιβουλευόταν ο θεός του θανάτου Μωτ. Στον μεταξύ τους αγώνα ο Μωτ επιτυγχάνει να νικήσει προς στιγμήν τον Βάαλ και να επιβάλει την κυριαρχία του. Η σύζυγος και αδελφή του Βάαλ όμως, η Ανάθ, κατορθώνει να επαναφέρει στη ζωή τον νεκρό θεό, ο οποίος ανακτά και πάλι την εξουσία του.
Αυτή η εναλλαγή στον θρόνο των θεών αντικατοπτρίζεται στην εναλλαγή των εποχών του έτους. Στην περίοδο του καλοκαιριού κυριαρχεί ο Μωτ και επικρατεί ξηρασία στη γη, ενώ κατά το φθινόπωρο ο Βάαλ ανακτά τις δυνάμεις του και στέλνει τη ζωογόνο βροχή του στα χωράφια. Για τον λόγο αυτόν η λατρεία του Βάαλ ήταν στενά συνυφασμένη με την καλλιέργεια της γης, οπότε οι θρησκόληπτοι γεωργοί της εποχής φοβούνταν να περιφρονήσουν έναν τόσο σημαντικό για τα συμφέροντά τους θεό, με αποτέλεσμα ο λαός εύκολα να παρασυρθεί και να μάθει να εξαρτά την ζωή του όχι πια από τον Κύριο που του χάρισε τη χώρα, αλλά από τον Βάαλ που, όπως πίστευε, του εξασφάλιζε τα αγαθά για την επιβίωση του. Έτσι, η Ιεζάβελ κατόρθωσε σχετικά εύκολα να επιβάλει τη λατρεία του Βάαλ σε ολόκληρη τη χώρα. Μοναδικός αντίπαλός της ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος με ιδιαίτερο ζήλο κατάγγελλε προς πάσα κατεύθυνση τις λανθασμένες επιλογές της κεντρικής εξουσίας.
Το θεολογικό λοιπόν μήνυμα της ενότητας βρίσκεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, στον στόχο του βιβλικού συγγραφέα να αποδείξει ότι πραγματικός αίτιος της βροχής, και κατά συνέπεια των απαραίτητων για τη ζωή αγαθών, είναι, όχι ο Βάαλ, όπως εσφαλμένα πιστεύει ο λαός, αλλά ο Κύριος. Στη συγκεκριμένη περικοπή όμως ο συντάκτης προχωρεί ακόμη περισσότερο• η δράση του προφήτη Ηλία στα Σαρεπτά της Σιδωνίας, σε μια περιοχή δηλαδή από όπου κατάγεται η θερμή οπαδός της βααλικής λατρείας Ιεζάβελ, αμφισβητεί την κυριαρχία του Βάαλ όχι μόνο στα όρια του Ισραήλ, αλλά και στην περιοχή της Φοινίκης. Πόσο επαναστατική για την εποχή εκείνη είναι η ιδέα αυτή, γίνεται κατανοητό αν ληφθεί υπόψη ότι τότε οι άνθρωποι πίστευαν πως οι διάφορες θεότητες ήταν συνδεδεμένες με έναν ορισμένο τόπο, τα όρια του οποίου δεν μπορούσαν να υπερβούν. Έτσι, η μακροχρόνια εγκατάσταση των Ισραηλιτών στην ορεινή Χαναάν, για παράδειγμα, δημιούργησε βαθμιαία την εντύπωση στους γύρω λαούς ότι ο Κύριος είναι ένας θεός των βουνών.
Αυτή η αδιανόητη για τη σύγχρονη θεολογική σκέψη αντίληψη ήταν τόσο αυτονόητη για τους λαούς της περιοχής, ώστε λαμβανόταν υπόψη ακόμη και κατά τον σχεδιασμό των πολεμικών επιχειρήσεων, όπως προκύπτει από τις δικαιολογίες που προβάλλουν οι στρατηγοί του βασιλιά της Συρίας μετά από κάποια ήττα τους: «Ο Θεός του Ισραήλ είναι θεός των βουνών και όχι θεός των κοιλάδων, γι’ αυτόν τον λόγο μας νίκησαν· αν όμως τους πολεμήσουμε στην πεδιάδα, ασφαλώς θα τους νικήσουμε» (3Βα 21:20-23). Εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνδεσης ενός θεού με κάποιον τόπο αποτελεί και η περίπτωση του Ναιμάν, του αρχιστρατήγου του στρατού της Συρίας, ο οποίος, όταν θεραπεύτηκε θαυματουργικά από τον προφήτη Ελισαίο, θέλησε από ευγνωμοσύνη να λατρέψει τον Κύριο και στη Δαμασκό. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο, αφού, σύμφωνα πάντα με τις αντιλήψεις της εποχής, ο θεός του Ισραήλ μόνο σε ισραηλιτικό έδαφος μπορούσε να λατρεύεται. Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό ο Ναιμάν ζήτησε από τον Ελισαίο να του επιτραπεί να πάρει δύο φορτώματα χώμα από το Ισραήλ, ώστε πάνω σ’ αυτό να προσφέρει λατρεία στον Κύριο (4Βα 5:17).
Ίσως οι αντιλήψεις ότι οι θεοί δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια του τόπου τους, ή ότι η απομάκρυνση από έναν τόπο σημαίνει και χωρισμό από τον θεό της περιοχής αντιμετωπίζονται από τον σύγχρονο αναγνώστη ως αφελείς, για τους ανθρώπους όμως της εποχής ήταν ζωτικής σημασίας. Αυτές τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν και μεταξύ των Ισραηλιτών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η δύναμη του Θεού τους δεν έφτανε στους άλλους λαούς, αναλαμβάνουν να ανατρέψουν οι προφήτες με πρώτο τον Ηλία, ο οποίος καθίσταται έτσι πραγματικά «τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ» που ανοίγει τον δρόμο για την παγκόσμια αποδοχή της Βασιλείας του Θεού.
Τη στιγμή που στην περιοχή της Σιδώνας, στο κέντρο της βααλικής λατρείας, ο Βάαλ, στον οποίο οι Ισραηλίτες είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους για καλή σοδειά, θεωρείται νεκρός και αδύναμος να θέσει τέρμα στην ξηρασία, ο Θεός του Ισραήλ πιστοποιεί ακριβώς εκεί την παγκόσμια κυριαρχία του, φροντίζοντας τους πιστούς του με τα απαραίτητα για τη ζωή τους αγαθά, καθώς «Το αλεύρι στο πιθάρι δεν τελείωσε και το λάδι στο δοχείο δεν λιγόστεψε, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που εξαγγέλθηκε από τον Ηλία» (3Βα 17:16).
*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.




