Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Ιησού είναι αναμφίβολα αυτό που αναφέρεται στον χορτασμό χιλιάδων ανθρώπων με πέντε μόνον ψωμιά και δύο ψάρια. Είναι τόσο εντυπωσιακό το θαύμα αυτό και προφανώς κατείχε τόσο ιδιάζουσα σπουδαιότητα στην πρωτοχριστιανική παράδοση, ώστε το αφηγούνται όλοι οι ευαγγελιστές (Ματ 14:14-22· Μαρ 6:30-44· Λου 9:10-17· Ιωα 6:1-15).

Δεν μπορεί ωστόσο κανείς να αρνηθεί ότι σε μια εποχή σαν τη σημερινή, που η συνεχής ροή ειδήσεων και πληροφοριών καθιστά και τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ανεπίκαιρα και αδιάφορα, οι ευαγγελικές αφηγήσεις για θαύματα που έγιναν πριν από 2000 χρόνια μοιάζουν ελάχιστα ελκυστικές για τον σύγχρονο αναγνώστη. Όμως στόχος των αφηγήσεων αυτών δεν είναι ο εντυπωσιασμός των ακροατών με την περιγραφή της δύναμης του Ιησού, αλλά συνιστούν ένα διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας για το ποιος είναι ο Ιησούς και ποιο είναι το έργο του. Τα θαύματα είναι δείκτες αυτού που αποκαλείται “Βασιλεία του Θεού”, παραστατικές εικόνες που επιτρέπουν να αντιληφθεί κανείς το πώς θα είναι ο καινούργιος κόσμος, τον οποίο ο Χριστός εξήγγειλε με τη διδασκαλία του, εγκαινίασε με την ανάστασή του και οι ανά τους αιώνες μαθητές του, από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα, αγωνίζονται να πραγματώσουν. Ο Ιησούς με τα θαύματά του δεν άλλαξε τον κόσμο, δεν απάλλαξε τον κόσμο από το κακό, αλλά οι αφηγήσεις των θαυμάτων αυτών λειτουργούν ως παραδείγματα που δείχνουν σε επιμέρους περιπτώσεις τις δυνατότητες που έχουν οι χριστιανοί να εξαφανίσουν το κακό από τον κόσμο.

Σύμφωνα με το κείμενο, όπως αυτό παραδίδεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, μόλις ο Ιησούς πληροφορήθηκε τον αποκεφαλισμό του Βαπτιστή Ιωάννη, μπήκε σ᾽ ένα πλοιάριο για να αποσυρθεί σε κάποιον έρημο τόπο. Οι κάτοικοι όμως των γύρω περιοχών αντιλήφθηκαν την αναχώρησή του και τον ακολούθησαν πεζοπορώντας (Ματ 14:13), οπότε, μόλις βγήκε στη στεριά, είδε να τον περιμένει πολύς κόσμος. Βλέποντας το συγκεντρωμένο πλήθος ο Ιησούς, τους “σπλαχνίστηκε” και, παρά τη λύπη του για τον θάνατο του Ιωάννη, δεν θέλησε να τους απογοητεύσει, αλλά άρχισε και πάλι το έργο του, γιατρεύοντας τους αρρώστους που του έφερναν. Η ώρα περνούσε και οι μαθητές υπενθύμισαν στον Ιησού ότι ο τόπος ήταν έρημος, οπότε έπρεπε να διώξει τον κόσμο για να προμηθευτούν τρόφιμα. Αλλά η απάντηση του Ιησού τους ξάφνιασε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε» (14:16), είπε. Και όταν οι απορημένοι μαθητές αντέτειναν ότι τα αποθέματά τους σε τρόφιμα περιορίζονται σε πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, αυτός ζήτησε να του τα φέρουν, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τους τα έδωσε για να τα μοιράσουν στο πλήθος. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να χορτάσουν πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά, αλλά και να περισσέψουν δώδεκα κοφίνια γεμάτα.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, στόχος των θαυμάτων είναι να δείξουν το ποιος είναι ο Ιησούς και ποιο είναι το έργο του. Είναι γνωστό ότι για αιώνες ολόκληρους οι Ιουδαίοι, από τα τέλη του ς΄ π.Χ. αιώνα που βρέθηκαν εξόριστοι στη Μεσοποταμία, ανέμεναν ένα μελλοντικό ηγεμόνα, τον Μεσσία (η εβραϊκή αυτή λέξη σημαίνει “χριστός”, χρισμένος δηλαδή από τον Θεό για μια συγκεκριμένη αποστολή), ο οποίος θα τους απάλλασσε από τα δεινά των κατακτητών και θα τους άνοιγε την προοπτική ενός ευτυχισμένου μέλλοντος. Οι προφήτες της περιόδου θέρμαιναν τις καρδιές του λαού και τόνωναν τις ελπίδες του, περιγράφοντας με ζωηρές εικόνες τα χαρακτηριστικά του αναμενόμενου λυτρωτή. Το κυριότερο χαρακτηριστικό αυτού του λυτρωτή, κοινό σε όλες τις σχετικές προφητείες, είναι η δικαιοσύνη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει μια προφητεία που σώζεται στο βιβλίο του Ησαΐα (9:6) ο αναμενόμενος σωτήρας: «Θα καθίσει στον θρόνο του Δαβίδ, θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του, και θα φροντίσει γι’ αυτήν με δίκαιη κρίση και δικαιοσύνη, από τώρα και για πάντα», ενώ μια άλλη από το ίδιο βιβλίο (11:4-5) τονίζει: «Θα αποδώσει στον ταπεινό δικαιοσύνη, τους ταπεινούς της χώρας θα δικαιώσει … με δικαιοσύνη θα περιζώσει τη μέση του και η αλήθεια θα καλύπτει τα πλευρά του».

Αυτό το επιτακτικό αλλά πάντα ανεκπλήρωτο αίτημα του φτωχού λαού της Παλαιστίνης, που υπέφερε από την κοινωνική ανισότητα και πεινούσε εξαιτίας της στυγνής καταπίεσης των πλουσίων, θα γίνει τελικά τραγούδι που θα εξυμνεί τον αναμενόμενο λυτρωτή:

Αυτός θα ελευθερώσει τον φτωχό,
που εκλιπαρεί βοήθεια·
και τον αδύνατο,
που βοηθό δεν έχει.
Σπλαχνίζεται φτωχούς και αδυνάτους
και τη ζωή των φτωχών σώζει (Ψαλ 71:12-13).

Βλέποντας, λοιπόν, τώρα οι φτωχοί κάτοικοι της Γαλιλαίας τον Ιησού να τους “σπλαχνίζεται”, δεν μπορούν παρά να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό του τον Μεσσία που ανέμεναν. Έτσι, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, που επίσης αναφέρεται στο θαύμα του χορτασμού, σημειώνει στο τέλος της αφήγησής του ότι ο λαός θέλησε να αρπάξει δια της βίας τον Ιησού και να τον ανακηρύξει βασιλιά, επειδή αναγνώρισαν ότι «Ασφαλώς, αυτός είναι ο προφήτης που περιμένουμε να έρθει στον κόσμο» (Ιωα 6:14-15). Η κραυγή αυτή του λαού παραπέμπει στην υπόσχεση που ο ίδιος ο Θεός είχε δώσει στον Μωυσή (Δευ 18:18): «Εγώ θα αναδείξω μέσα από τον ίδιο τους το λαό έναν προφήτη γι’ αυτούς, σαν εσένα».

Ο έρημος τόπος όπου συντελείται το θαύμα και ο θαυματουργικός χορτασμός του λαού αναδεικνύουν στα μάτια των ανθρώπων της εποχής τον Ιησού ως νέο Μωυσή, ο οποίος ηγείται στην έρημο του νέου λαού του Θεού και φροντίζει τις ανάγκες του, όπως εκείνος κάποτε οδήγησε τον Ισραήλ μέσα στην έρημο και τον φρόντισε με το μάννα.

Κύριος στόχος, λοιπόν, της αφήγησης αυτού του θαύματος από τους ευαγγελιστές είναι η απόδειξη της μεσσιανικής ιδιότητας του Ιησού. Όμως το ερώτημα που τέθηκε από την αρχή σχετικά με την αξία της αφήγησης για τον σύγχρονο χριστιανό –ο οποίος, μάλιστα, δεν αμφισβητεί τη μεσσιανικότητα του Ιησού– παραμένει. Μια αφήγηση που αναφέρεται στον θαυματουργικό χορτασμό κάποιων ανθρώπων πριν από 20 αιώνες στην Παλαιστίνη ελάχιστα παρηγορητική μπορεί να είναι για τον σύγχρονο αναγνώστη, οποίος καθημερινά βομβαρδίζεται κυριολεκτικά με ανατριχιαστικές στατιστικές και ειδήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού της γης υποσιτίζεται, και κάθε λεπτό της ώρας δεκάδες άνθρωποι και κυρίως παιδιά πεθαίνουν από την πείνα.

Τα παραπάνω ερωτήματα επιβάλλουν μια δεύτερη, πιο προσεκτική ματιά στην περικοπή. Από την προσεκτικότερη μελέτη του πρωτότυπου κειμένου θα προκύψει ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται στη διήγηση (‘‘λαβὼν’’, ‘‘ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν’’, ‘‘εὐλόγησεν’’, ‘‘καὶ κλάσας ἔδωκε’’) είναι ίδια με εκείνη της διήγησης για τον Μυστικό Δείπνο. Αυτή η γλωσσική ομοιότητα ανάμεσα στις δύο διηγήσεις αναγνωρίστηκε πολύ νωρίς από την ερμηνευτική παράδοση της Εκκλησίας, η οποία θεώρησε το θαύμα ως προτύπωση της θείας Ευχαριστίας, της βρώσης του “άρτου της ζωής”, της πραγματικής τροφής, που όποιος την τρώει ζει αιώνια, χωρίς να φοβάται τον θάνατο (Ιωα 6:51). Άλλωστε, και το τέταρτο Ευαγγέλιο συνδέει το θαύμα με τη θεία Ευχαριστία, παραθέτοντας μετά από αυτό μια μακρά σχετική ομιλία του Ιησού (6:22-71).

Ακριβώς αυτή η δεύτερη ερμηνευτική προσέγγιση της περικοπής έχει ιδιαίτερη σημασία για τους σύγχρονους χριστιανούς και τους επιφορτίζει με ένα πρόσθετο καθήκον, καθώς καλούνται να ξαναανακαλύψουν την κοινωνική διάσταση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Και τούτο γιατί στη συνείδηση πολλών χριστιανών έχει επικρατήσει μια ευσεβιστική, ατομιστική ή, στη χειρότερη περίπτωση, εθιμοτυπική αντίληψη για τη σημασία της μετοχής στο μυστήριο. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που κοινωνούν πιστεύοντας ότι λαμβάνουν τη θεία μετάληψη ως έπαθλο για τη νηστεία τους ή και την αρετή τους, “έτσι για το καλό”, για να τους βοηθήσει ο Θεός στις επαγγελματικές ή όποιες άλλες επιδιώξεις τους και ακόμη, επειδή έτσι είναι το έθιμο.

Μια τέτοια αντίληψη για τη θεία Ευχαριστία όμως υποβιβάζει το μυστήριο σε μια πράξη ατομικής ευσέβειας ή και μαγικής τελετής. Είναι καιρός, λοιπόν, όσοι θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως συνειδητοί χριστιανοί να ξανασκεφτούν ότι μετέχοντας στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, μετέχουν σε μια πράξη ολόκληρης της κοινότητας, όπου καταργούνται όλα τα διαχωριστικά, κοινωνικής θέσης, φύλου, πεποιθήσεων, κλπ, που κρατούν τους ανθρώπους χωρισμένους μεταξύ τους. Μετέχουν σε ένα κοινό τραπέζι, όπου παρακάθονται αδελφωμένοι εχθροί και φίλοι, πλούσιοι και φτωχοί, για να τραφούν με το σώμα του Χριστού που απομακρύνει τον φόβο του θανάτου, δημιουργώντας έτσι την απαραίτητη προϋπόθεση για την υπέρβαση των ανταγωνισμών στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις. Και είναι προφανές ότι μόνον όταν οι ανθρώπινες σχέσεις πάψουν να χαρακτηρίζονται από τον ανταγωνισμό που προκαλείται από τον φόβο του θανάτου και γίνουν αδελφικές, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες θα τεθούν σε εντελώς διαφορετική βάση, ώσπου να πάψουν να υφίστανται.

Ο λόγος του Χριστού προς τους μαθητές του «δώστε τους εσείς να φάνε» απευθύνεται και σε κάθε χριστιανό σήμερα. Η ευθύνη για την εξάλειψη της μάστιγας της πείνας πέφτει στους χριστιανούς. Όσο πιο συνειδητά μετέχουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας τόσο περισσότερο συνειδητοποιούν την ευθύνη τους αυτήν απέναντι στους συνανθρώπους τους και αυτή η συνειδητοποίηση είναι ήδη ένα πρώτο βήμα για την εξάλειψη του κακού από τον κόσμο.

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Tagged: