Η περίοδος του Τριωδίου συνιστά, σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ένα στάδιο πνευματικών αγώνων, κατά το οποίο οι πιστοί προετοιμάζονται με μετάνοια, με προσευχή και με νηστεία για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.

Τις απαρχές της καθιέρωσης αυτής της περιόδου προετοιμασίας θα πρέπει να αναζητήσει κανείς στα τέλη του ζ΄ μ.Χ. αιώνα, εποχή κατά την οποία βάση και πηγή έμπνευσης για την υμνολογία της Εκκλησίας αποτέλεσε ένα μικρό σχετικά βιβλίο (περίπου 15 τυπωμένες σελίδες) που προέρχεται από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Το βιβλίο αυτό επιγράφεται “Ὦδαί” και είναι μια συλλογή εννέα ασμάτων, που αναφέρονται σε σημαντικά βιβλικά γεγονότα. Έτσι, η πρώτη ωδή αναφέρεται στην έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο και στη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας και η δεύτερη στην παράδοση των πλακών του Νόμου από τον Θεό στον Μωυσή.

Περιεχόμενο της τρίτης ωδής είναι η προσευχή της Άννας, η οποία ήταν άτεκνη αλλά αξιώθηκε να γίνει μητέρα του τελευταίου κριτή, του Σαμουήλ. Η τέταρτη, πέμπτη και έκτη ωδή έχουν ως περιεχόμενο τις προσευχές των προφητών Αββακούμ, Ησαΐα και Ιωνά αντίστοιχα. Οι επόμενες δύο, έβδομη και όγδοη, αναφέρονται στο μαρτύριο των Τριών Παίδων στο καμίνι της Βαβυλώνας, ενώ η ένατη περιέχει τις προσευχές της Θεοτόκου Μαρίας και του Ζαχαρία. Εμπνευσμένοι από τις ωδές αυτές οι υμνογράφοι αρχίζουν να συνθέτουν ύμνους που βασίζονται στη θεματολογία τους. Οι ύμνοι αυτοί ονομάστηκαν ῾῾κανόνες᾽᾽ και εισήχθησαν αρχικά στη λατρεία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Από εκεί, στις αρχές του θ´ μ.Χ. αιώνα, μεταφέρθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και διαδόθηκαν σε ολόκληρη την Εκκλησία. Από τότε μέχρι σήμερα, βάση των ιερών ακολουθιών αποτελούν οι κανόνες με τις εννέα ή οχτώ ωδές, καθώς η δεύτερη συνήθως παραλείπεται. Ενώ όμως όλον τον χρόνο ψάλλονται πλήρεις κανόνες, κατά την περίοδο από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ώς το Μεγάλο Σάββατο, ψάλλονται κανόνες με τρεις μόνον ωδές, γι᾽ αυτό η περίοδος αυτή ονομάζεται ῾῾Τριώδιον᾽᾽.

Καθώς η περίοδος αυτή αποσκοπεί στην προετοιμασία των πιστών για να γιορτάσουν με τον πλέον κατάλληλο τρόπο το Πάσχα, τα βιβλικά αναγνώσματα της περιόδου εξυπηρετούν αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Αλλά, ενώ θα ανέμενε κανείς να προβάλλονται μέσα από τα συγκεκριμένα αναγνώσματα τύποι ευσεβών και ενάρετων ανθρώπων, όπως αρμόζει στην περίοδο, θα διαπιστώσει με έκπληξη ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Στην ευαγγελική περικοπή της πρώτης Κυριακής εξαίρεται ένας από τους πιο αμαρτωλούς ανθρώπους της εποχής του Χριστού, ένας τελώνης, ενώ κεντρικό πρόσωπο στο ανάγνωσμα της επόμενης Κυριακής είναι ένας άσωτος. Ανάγνωσμα της μεθεπόμενης Κυριακής, της Αποκριάς, είναι η φοβερή Παραβολή της Κρίσεως, όπου ο Χριστός εμφανίζεται να κρίνει τους ανθρώπους με κριτήρια πολύ διαφορετικά από αυτά που συνήθως θεωρούνται χαρακτηριστικά του ευσεβούς ανθρώπου, ενώ στο ανάγνωσμα της Κυριακής της Τυρινής, που ακολουθεί, ο Χριστός ασκεί κριτική στον τρόπο που οι ευσεβείς της εποχής του νηστεύουν.

Συγκεκριμένα, τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αρχετυπικά· από τη μια μεριά ένας Φαρισαίος, η επιτομή της ευσέβειας και της αυστηρής τήρησης του Νόμου και από την άλλη ένας τελώνης, ο χαρακτηριστικός τύπος της διαφθοράς της κρατικής γραφειοκρατίας και της δημόσιας διοίκησης όλων των εποχών. Τόσο από το κείμενο της παραβολής, την οποία παραθέτει μόνο το Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (Λου 18:10-14), όσο και από το περιεχόμενο των αναγνωσμάτων των επόμενων Κυριακών προκύπτει αβίαστα ότι η ευσέβεια για τον χριστιανό έχει εντελώς διαφορετικό νόημα απ᾽ ό,τι στις διάφορες θρησκείες. Εκείνο που έχει σημασία για τον χριστιανό δεν είναι τόσο το τι κάνει, αλλά το πώς και κυρίως το γιατί το κάνει. Παρατηρώντας κανείς τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην παραβολή διαπιστώνει ότι κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα· προσεύχονται στον ναό. Το κάνουν όμως με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Ο πρώτος στέκεται γεμάτος αυτοπεποίθηση στο κέντρο του χώρου, απαριθμεί τα έργα του και αισθάνεται ασύγκριτη υπεροχή έναντι των άλλων ανθρώπων, τους οποίους θεωρεί αμαρτωλούς. Αντίθετα, ο δεύτερος, συντετριμμένος από τις αμαρτίες του, στέκεται παράμερα και χτυπάει το στήθος του. Δεν έχει να επιδείξει στον Θεό τίποτε εκτός από αμαρτίες. Και, αφού δεν μπορεί να απαριθμήσει ούτε μια καλή πράξη, όλη η προσευχή του είναι μια μόνον φράση: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό».

Και στο σημείο αυτό τίθεται το σχετικό με το ῾῾γιατί᾽᾽ της πράξης ερώτημα. Ο πρώτος άνθρωπος της παραβολής προσεύχεται για να επιβεβαιώσει και να αναγνωρίσει ο Θεός την αδιαμφισβήτητη αρετή του. Είναι τόσο βέβαιος γι᾽ αυτό που δεν νιώθει καν την ανάγκη να το ζητήσει από τον Θεό. Αντίθετα, ο δεύτερος προσεύχεται γιατί συνειδητοποιεί την αμαρτωλότητά του. Αναγνωρίζει το κακό που έκανε, αλλά ταυτόχρονα και την παντοδυναμία του Θεού, ο οποίος μπορεί να τον συγχωρέσει και να τον σώσει.

Το τέλος της παραβολής ξαφνιάζει τους πάντες. Ο Ιησούς δηλώνει ξεκάθαρα ότι μόνον του δευτέρου η προσευχή εισακούστηκε. Και οι δύο άνθρωποι έκαναν ακριβώς το ίδιο πράγμα· προσευχήθηκαν. Εκείνο που διέφερε ήταν ο τρόπος που το έκαναν και ο σκοπός για τον οποίο το έκαναν. Εκείνο για το οποίο κατηγορεί ο Ιησούς τον πρώτο δεν είναι, βέβαια, η ευσέβειά του και η συνεπής τήρηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, αλλά τον κατηγορεί για τον τρόπο με τον οποίο προσευχήθηκε και για το τι επιδίωκε με την προσευχή του. Κατά ανάλογο τρόπο δεν επαινεί, φυσικά, τον δεύτερο για την αμαρτωλότητά του, αλλά για τον τρόπο και για τον σκοπό της προσευχής του.

Ο χριστιανός, κατά συνέπεια, δεν κρίνεται μόνον για τις καλές ή τις κακές του πράξεις, αλλά κυρίως κρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο κάνει τις όποιες καλές πράξεις του και για τις προθέσεις που έχει όταν κάνει αυτές τις καλές πράξεις. Αυτό είναι το μήνυμα της πρώτης Κυριακής του Τριωδίου. Ένα μήνυμα που δείχνει ότι στη χριστιανική ζωή δεν υπάρχουν σταθερές. Ο χριστιανός δεν είναι ποτέ βέβαιος για τίποτε. Τα πάντα είναι ρευστά και η εκτίμησή τους εξαρτάται από παράγοντες που μόνον η συνείδησή του και η ζωντανή του σχέση με τον Θεό μπορούν να καθορίσουν.

Δεν υπάρχουν κανόνες που αν τους ακολουθήσει κανείς θα σωθεί ή που αν δεν τους ακολουθήσει θα καταδικαστεί από τον Θεό. Πίσω από κάθε πράξη, ακόμη και από την πιο καλή, ευσεβή και ενάρετη, όπως ο εκκλησιασμός, η προσευχή, η νηστεία, η ελεημοσύνη, ο χριστιανός οφείλει να αναζητήσει το ῾῾πώς᾽᾽ και το ῾῾γιατί᾽᾽. Γιατί πηγαίνει κανείς στην εκκλησία, γιατί προσεύχεται, γιατί δίνει ελεημοσύνη. Όταν ο εκκλησιασμός, για παράδειγμα, δεν συνοδεύεται από την πρόθεση για δημιουργία μιας αληθινής σχέσης με τον Θεό, αλλά αποσκοπεί στο να εξευμενίσει τον Θεό, ώστε να πάνε καλά οι δουλειές του, τότε ο εκκλησιασμός δεν είναι χριστιανική πράξη, αφού υποκρύπτει μια ειδωλολατρική αντίληψη για τον Θεό.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ὁ μὲν Τελώνης … μὴ δικαιῶν ἑαυτὸν δεδικαίωται· ὁ δὲ Φαρισαῖος … δικαιῶν ἑαυτὸν κατακέκριται» (PG 151,29A). Αυτό σημαίνει ότι τα κριτήρια του Θεού δεν λειτουργούν με βάση τη θρησκευτική λογική. Η δικαίωση του τελώνη αποδεικνύει ότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν πρέπει ποτέ να κατανοείται δικανικά, αλλά ως μια πράξη αγάπης προς τον άνθρωπο ο οποίος καταφεύγει σ᾽ αυτόν.

Η αληθινή χριστιανική ζωή ισοδυναμεί, επομένως, με ένα καθημερινό έλεγχο συνειδήσεως, καθώς ο χριστιανός υποβάλλει κάθε πράξη του, ή και σκέψη του ακόμα, σε έναν αυστηρότατο έλεγχο. Σ᾽ αυτήν την ανάγκη ελέγχου αναφέρεται και το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από τη Β´ Πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή. Υπενθυμίζοντας ο απόστολος στον μαθητή του τις δυσκολίες της χριστιανικής ζωής, τον προειδοποιεί για τις παγίδες που κρύβονται και τους κινδύνους που διατρέχει να παραπλανηθεί. Έτσι, τον συμβουλεύει: «Εσύ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια. Ξέρεις από ποιον τα έμαθες· και μη λησμονείς ότι από τη βρεφική σου ηλικία γνωρίζεις τη Γραφή, που μπορεί να σε κάνει σοφό οδηγώντας σε στη σωτηρία δια της πίστεως στον Ιησού Χριστό. Ό,τι βρίσκεται στη Γραφή είναι εμπνευσμένο από το Πνεύμα του Θεού κι είναι ωφέλιμο για τη διδασκαλία της αλήθειας, για τον έλεγχο της πλάνης, για τη διόρθωση των λαθών, για τη διαπαιδαγώγηση σε μια ζωή όπως τη θέλει ο Θεός» (3:14-16). Αν ακολουθήσει κανείς τη συμβουλή του αποστόλου, αν συνηθίσει να ελέγχει καθημερινά το ῾῾γιατί᾽᾽ της κάθε σκέψης του ή πράξης του, θα συναντήσει ασφαλώς τεράστιες δυσκολίες, σύντομα όμως θα ανακαλύψει ότι η ζωή του ολόκληρη έχει αποκτήσει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: