Αρθρογραφία

Η ευθύνη των μελών της Εκκλησίας για την οικουμενική προσέγγιση στην Ελλάδα

Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις και ανάπτυξη ανταγωνιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, το αίτημα για συμφιλίωση των ανθρώπων προβάλλει συνεχώς και πιο επιτακτικό. Μεγαλύτερη ίσως ευθύνη να ανταποκριθούν στο αίτημα αυτό και να εργαστούν προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης έχουν οι χριστιανοί, αφού βασικό στόχο της πίστης τους αποτελεί η επίτευξη μιας αυθεντικής κοινωνίας. Όμως, παρά τις μακρόχρονες προσπάθειες που καταβάλλονται στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου, ο χριστιανικός κόσμος εξακολουθεί να παραμένει διασπασμένος και οι θεσμικές Εκκλησίες δεν φαίνονται ικανές να υπερβούν τις διαφορές τους και να προχωρήσουν με κάποια ουσιαστικά βήματα προς την κατεύθυνση της ενότητας.

Οι λόγοι για τους οποίους ο επίσημος οικουμενικός διάλογος συναντά δυσκολίες που συχνά φαίνονται ανυπέρβλητες και προχωρεί με αργά βήματα είναι πολλοί και στις περισσότερες περιπτώσεις μη θεολογικοί, αλλά κυρίως ιστορικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί, ψυχολογικοί, κ.ά. Αν η διαπίστωση αυτή είναι σωστή, καθίσταται προφανές ότι η προσπάθεια υπέρβασης των διαφορών μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων δεν είναι αντικείμενο θεολογικής έρευνας, αλλά είναι κυρίως θέμα παιδείας με την ευρύτερη σημασία του όρου, και από την άποψη αυτή αφορά άμεσα και τη θρησκευτική εκπαίδευση που παρέχεται στα σχολεία. Προφανές είναι επίσης, ότι κανείς από τους λόγους που συνήθως προβάλλονται δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά ισχυρός, ώστε να απαλλάξει τους χριστιανούς από την υποχρέωσή τους να εργάζονται με όλες τους τις δυνάμεις για τη συμφιλίωση της κοινωνίας.

Σε ό,τι αφορά τον ελλαδικό χώρο, ο διάλογος των ορθοδόξων με τους χριστιανούς άλλων εκκλησιαστικών παραδόσεων αντιμετωπίζει μια πρόσθετη δυσκολία από το γεγονός ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία είναι σχεδόν μονοπολιτισμική, καθώς το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού του ελληνικού κράτους, σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 96%, ομολογεί την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ανεξάρτητα από το πόσοι είναι πραγματικά ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση τα πράγματα είναι χειρότερα, καθώς ο αυτοχαρακτηρισμός ‘‘ορθόδοξος’’ χρησιμοποιείται συχνά για να καλύψει εθνικές ή πολιτικές επιδιώξεις ή και ως πρόφαση για να περιφρονήσει απλώς κανείς τους άλλους.

Από την άλλη μεριά, το πολύ μικρό ποσοστό των μη ορθοδόξων τους αναγκάζει στην καλλιέργεια έντονης μειονοτικής συνείδησης, η οποία οδηγεί συχνά στην υιοθέτηση φονταμενταλιστικών θέσεων, προκειμένου να διατηρήσουν τη συνοχή τους και τη συσπείρωσή τους, και στην τήρηση μιας επιφυλακτικής και, σε ορισμένες περιπτώσεις -ιδιαίτερα κατά το παρελθόν- επιθετικής στάσης απέναντι στην κυρίαρχη εκκλησιαστική παράδοση, την ορθόδοξη. Αυτή η στάση οδηγεί με τη σειρά της σε υιοθέτηση ανάλογης στάσης από την πλευρά ορθόδοξων κύκλων, με αποτέλεσμα έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος συντηρεί το κλίμα αντιπαράθεσης.

Τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια το παράδοξο φαινόμενο να υπάρχει άριστη συνεργασία ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών ή προτεσταντών σε διεθνές επίπεδο, είτε στο πλαίσιο των διμερών διαλόγων είτε του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), ενώ στον ελλαδικό χώρο οι σχέσεις τους να είναι ψυχρές ή εχθρικές. Όμως ούτε αυτοί οι λόγοι μπορούν να θεωρηθούν ισχυροί, ώστε να απαλλάξουν τους χριστιανούς από την υποχρέωσή τους, να εργαστούν προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης. Άλλωστε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλής θέλησης κατανοούν σήμερα ότι το μοναδικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να επιτευχθεί η πολιτική, οικονομική, αλλά και πνευματική πρόοδος στο μέλλον είναι η πολυπολιτισμική κοινωνία .

Βέβαια, βήματα προς την κατεύθυνση αυτήν έχουν γίνει πολλά. Λέγεται και είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια άμβλυνσης ή και υπέρβασης των διαφορών μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών και η διαρκής μέριμνα για την επίτευξη και διατήρηση της ενότητας της Εκκλησίας ενυπάρχει σε αυτήν ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Από τότε μέχρι σήμερα, ακόμη και μετά το μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης και μετά τη Μεταρρύθμιση, ο διάλογος δεν σταμάτησε στην πραγματικότητα ποτέ.

Στη σύγχρονη εποχή αφετηριακό σημείο της προσπάθειας για αποκατάσταση της ενότητας μεταξύ των Εκκλησιών θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να θεωρηθεί η γνωστή εγκύκλιος του 1920, με την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως καλούσε όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες σε μια παγκόσμια συνεργασία σε πρακτικά ζητήματα κατά το πρότυπο της “Κοινωνίας των Εθνών”.

Άλλοι πρωτεργάτες της Οικουμενικής Κίνησης της εποχής εκείνης, όπως ο John R. Mott, ο Nathan Söderblom ή ο επίσκοπος Brent εξέφραζαν ανάλογους οραματισμούς, που όλοι βασίζονταν στην πεποίθηση ότι ο χριστιανικός πολιτισμός και οι αξίες του θα μπορούσαν να διαδοθούν σε ολόκληρο τον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία μιας πιο δίκαιης και ηθικής κοινωνίας. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της συνεργασίας των Εκκλησιών, για παράδειγμα στην ιεραποστολή, η οποία συνιστούσε την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής. Πολύ σύντομα όμως ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος με την απανθρωπιά του ήρθε να αποκαλύψει πόσο βάρβαρο μπορεί να είναι το πρόσωπο των λεγόμενων “πολιτισμένων“ χριστιανικών λαών, θέτοντας έτσι ένα άδοξο τέρμα σε αυτόν τον οραματισμό.

Μετά τον πόλεμο η φράση- κλειδί που ενέπνεε την Οικουμενική Κίνηση ήταν “ο Χριστός, Κύριος της Ιστορίας”. Η ίδρυση το 1948 του Π.Σ.Ε. έδωσε νέους ορίζοντες στην κίνηση και της έδωσε μια περισσότερο παγκόσμια προοπτική. Το όραμα όσων στρατεύονταν οικουμενικά στη φάση αυτή ήταν μία ενωμένη Εκκλησία μέσα σε έναν ενωμένο κόσμο. Τόσο οι Εκκλησίες που μετείχαν στο Π.Σ.Ε. όσο και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού έδειχναν ότι με τη συνεργασία τους μπορούσαν να συμβάλουν στην οικοδομή μιας παγκόσμιας κοινότητας.

Οι μεγάλες όμως κοινωνικές μεταβολές της τελευταίας δεκαετίας του κ΄ αιώνα ανάγκασαν την Οικουμενική Κίνηση να μπει σε μια τρίτη φάση, κατά την οποία απαιτήθηκε και πάλι αλλαγή προσανατολισμού. Μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων η ανθρωπότητα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι η περίφημη ενότητα του κόσμου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ισορροπία τρόμου. Η αλλαγή, αντί να φέρει έναν κόσμο πιο ενωμένο και πιο ειρηνικό, οδήγησε σε μεγαλύτερο κατακερματισμό και υπερτονισμό των εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Η επικράτηση του νέου και ενοποιημένου οικονομικού και χρηματιστηριακού συστήματος σε ολόκληρο τον κόσμο, όχι μόνο δεν δημιούργησε ένα πλαίσιο παγκόσμιας ανάπτυξης, αλλά οδήγησε σε μεγαλύτερη φτώχεια, εξαθλίωση και περιθωριοποίηση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της γης, ιδιαίτερα στο νότιο ημισφαίριό της. Και, τέλος, η πολυθρύλητη “επιστροφή του Θεού” όχι μόνο δεν οδήγησε σε μια συνεργασία των θρησκευτικών ηγετών για την οικοδομή ενός πιο δίκαιου και ηθικού κόσμου, αλλά θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι συνέβαλε και στην παραπέρα διαίρεση της ανθρωπότητας.

Μετά από τόσες δεκαετίες οικουμενικών προσπαθειών διακόπηκε ξαφνικά κατά τη δεκαετία του ’90 ο διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και η επανέναρξή του αργότερα δεν φαίνεται να προοιωνίζεται κάτι αισιόδοξο για το μέλλον. Μετά από τόσες δεκαετίες οικουμενικών διαλόγων διαπιστώθηκε ξαφνικά ότι πολλές ευαγγελικές Εκκλησίες άρχισαν και πάλι να ασκούν μια επιθετική προσηλυτιστική πολιτική, κυρίως σε βάρος Εκκλησιών, οι οποίες, λόγω της μακροχρόνιας υποταγής τους σε αντιθρησκευτικά καθεστώτα, αδυνατούν να αμυνθούν αποτελεσματικά. Και, βέβαια, δεν θα μπορούσε να παραλείψει κανείς τις άλλες μεγάλες θρησκείες, όπως το Ισλάμ ή διάφορες ανατολικές δοξασίες, οι οποίες εισέρχονται δυναμικά στο θρησκευτικό ανταγωνισμό.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, η ανάγκη για ένα νέο προσανατολισμό και όραμα στην Οικουμενική Κίνηση έγινε από καιρό αισθητή στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε. Ήδη από το 1989 η Κεντρική Επιτροπή επεξεργάστηκε ένα ερωτηματολόγιο με τίτλο “Study Guide Towards a Common Understanding and Vision of the W.C.C.”, το οποίο έστειλε τον Ιούλιο του 1993 σε όλες τις Εκκλησίες-μέλη. Και μόνον ο τίτλος λέει αρκετά, αλλά πολύ πιο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενο του ερωτηματολογίου. Ακόμη και βασικές έννοιες, όπως “ενότητα”, “κοινωνία” ή “οικουμένη” τίθενται πλέον υπό συζήτηση και επανεξετάζονται.
Από αυτήν τη σύντομη και αναγκαστικά σχηματική παρουσίαση της μέχρι σήμερα πορείας της Οικουμενικής Κίνησης προκύπτουν δύο ασφαλή συμπεράσματα που ενδιαφέρουν άμεσα τον παραπέρα προβληματισμό.

1. Μετά από εβδομήντα χρόνια οικουμενικού διαλόγου κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι οι θεολογικοί διάλογοι συνιστούν τον αποκλειστικό ή τον μόνο ορθό δρόμο για την επανένωση των Εκκλησιών, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς είτε έχουν καταλήξει σε αδιέξοδο είτε, στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου προέκυψε κάποια συμφωνία, η όποια συμφωνία παρέμεινε σε θεωρητικό θεολογικό επίπεδο χωρίς οποιαδήποτε πρακτική συνέπεια στη ζωή των Εκκλησιών.

2. Μετά από τόσα χρόνια οικουμενικού διαλόγου διαπιστώνεται σήμερα ότι η οικουμενική προβληματική και οι Εκκλησίες βρίσκονται πάντα ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις. Ο κόσμος προχωρεί και οι ιεραρχίες των Εκκλησιών τρέχουν πίσω από τα γεγονότα για να αναζητήσουν νέους προσανατολισμούς και να διαμορφώσουν νέα οράματα.

Τα παραπάνω, πράγματι απαισιόδοξα και έντονα κριτικά, συμπεράσματα δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στην εντύπωση ότι ολόκληρη η οικουμενική προσπάθεια ήταν μάταιη. Αντίθετα, η πείρα που αποκτήθηκε πρέπει να ενθαρρύνει τους χριστιανούς στην αναζήτηση νέων δρόμων. Αρκεί κατά την αναζήτηση αυτή να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.

Σήμερα, για παράδειγμα, έχει πλέον καταστεί σαφές ότι η πολυπόθητη ενότητα δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο την είχαν φανταστεί οι πρωτοπόροι της Οικουμενικής Κίνησης. Σαφές έγινε επίσης ότι ενότητα δεν σημαίνει και ομοιομορφία. Η προσπάθεια για ομοιομορφία οδηγεί πάντα στη διαμόρφωση ιεραρχικών δομών, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση ευθύνονται για τη διάσπαση των Εκκλησιών. Η βιβλική εικόνα του σώματος δείχνει καθαρά ότι η ενότητα μπορεί να βασιστεί μόνο στις σχέσεις και όχι στην ιεραρχική συγκρότηση. Δεν είναι τυχαίο το ότι το μεγάλο σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία συνέβη ακριβώς την εποχή κατά την οποία η προσπάθεια για ομοιομορφία συνιστούσε την κυρίαρχη ιδεολογία στην Εκκλησία. Το ίδιο ισχύει και για το σχίσμα μεταξύ ορθοδόξων και προχαλκηδονίων.

Το σχίσμα αυτό όμως δείχνει και κάτι ακόμη. Ότι η αλήθεια της πίστης δεν συμπίπτει απαραίτητα με τη δογματική διατύπωση αυτής της αλήθειας. Σήμερα αναγνωρίζεται ευρύτατα ότι οι προχαλκηδόνιοι έχουν την ίδια πίστη με τους ορθοδόξους, παρ’ όλο που δεν έχουν υπογράψει τις αποφάσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Από την άλλη μεριά, ο διάλογος μεταξύ ορθοδόξων και παλαιοκαθολικών κατέληξε σε μια ιδιαίτερα λεπτομερειακή και ακριβή διατύπωση της κοινής πίστης των δύο Εκκλησιών και παρ’ όλα αυτά οι δύο αυτές Εκκλησίες δεν κατόρθωσαν ποτέ να ενωθούν.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι θεολογικοί διάλογοι είναι άσκοποι ή ότι η Θεολογία δεν έχει τίποτα να συνεισφέρει στην επανένωση των Εκκλησιών. Σημαίνουν όμως ότι η Θεολογία οφείλει να αναζητήσει πραγματικά νέους δρόμους και όχι απλώς νέες διατυπώσεις της πίστης. Μέχρι σήμερα, για παράδειγμα, δεν έχει διατυπωθεί κάποια σαφής θεολογική απάντηση από χριστιανικής πλευράς στο ζήτημα του θρησκευτικού πλουραλισμού.

Το ερώτημα βεβαίως που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι το τι μπορούν να κάνουν οι πιστοί των διάφορων χριστιανικών κοινοτήτων προκειμένου να προωθήσουν την ενότητα. Ως απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν θα πρέπει να αναμένεται κάποια συνταγή, εφόσον οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι διάφορες κοινότητες παρουσιάζουν μια τεράστια ποικιλία και, ακόμη, προϋπόθεση για την έναρξη οποιασδήποτε προσπάθειας προς την ενότητα είναι η συνειδητοποίηση του προβλήματος από τα μέλη των τοπικών κοινοτήτων και η αναζήτηση λύσεων από τα ίδια. Μπορούν όμως να διατυπωθούν κάποιες αρχές, πάνω στις οποίες θα πρέπει να στηρίζονται οι προσπάθειες υπέρβασης του χωρισμού.

Μια πρώτη τέτοια αρχή θα μπορούσε να θεωρηθεί η καλλιέργεια και προβολή των γνήσιων στοιχείων της κάθε παράδοσης. Ο χριστιανικός κόσμος μοιάζει σήμερα με μια πεδιάδα την οποία κοιτάζει κανείς από ψηλά. Στην πεδιάδα υπάρχουν πολλά χωράφια που χωρίζονται μεταξύ τους με φράχτες. Τα χωράφια θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με τις διάφορες χριστιανικές παραδόσεις και οι φράχτες με τις διαφορές που τις χωρίζουν. Για να ενοποιηθεί η εικόνα αυτή υπάρχουν δύο τρόποι. Ο ένας είναι να μπει μία μπουλντόζα και να γκρεμίσει όλους τους φράχτες. Σ’ αυτήν την περίπτωση η πεδιάδα θα παρουσιάζει μια ενιαία εικόνα αλλά μια εικόνα γκρίζα, νεκρή χωρίς ίχνος ζωής. Ο άλλος τρόπος είναι να καλλιεργηθούν τα χωράφια και να καρπίσουν, ώστε τα στάχια να υψωθούν πάνω από τους φράχτες και να τους καλύψουν. Η εικόνα από ψηλά θα είναι πάλι ενιαία, αλλά μια εικόνα λαμπρή, γεμάτη ζωή. Αρκεί βεβαίως τα χωράφια να είναι ικανά να παράξουν καρπό και να μην είναι χέρσα.

Δύο παραδείγματα, ένα από τον διεθνή και ένα από τον ελληνικό χώρο, είναι αρκετά για να δείξουν τα ευεργετικά αποτελέσματα αυτού του τρόπου προσέγγισης. Οι επαφές σε διεθνές επίπεδο μεταξύ ορθοδόξων και ευαγγελικών θεολόγων είχαν ως αποτέλεσμα να υιοθετηθεί η ιστορικοκριτική μέθοδος ερμηνείας της Αγίας Γραφής από όλες τις ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές. Αποδείχθηκε μάλιστα ότι η μέθοδος αυτή μπορεί άριστα να συνδυαστεί με την πατερική ερμηνευτική παράδοση και, εμπλουτισμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, να δώσει πλουσιότατους καρπούς. Ανάλογους πλούσιους καρπούς έδωσε και δίνει και η εισαγωγή πατερικών σπουδών στις ευαγγελικές Θεολογικές Σχολές. Και είναι τόσο πλούσια αυτή η καρποφορία που έφερε μια καινούργια άνοιξη στις βιβλικές σπουδές παγκοσμίως με την ανάπτυξη εντελώς νέων μεθόδων ερμηνείας και θεολογίας. Έτσι σήμερα, χωρίς να γκρεμιστούν οι φράχτες που χωρίζουν τις Εκκλησίες, καθώς όλες δεν έχουν πάντα την ίδια περί Αγίας Γραφής αντίληψη και διδασκαλία, ολόκληρος ο κόσμος γεύεται τους πλουσιότατους καρπούς που παρήγαγε η κοινή ερμηνευτική προσπάθεια προτεσταντών, ρωμαιοκαθολικών και ορθόδοξων επιστημόνων.

Σε ό,τι αφορά τον ελλαδικό χώρο επίσης υπάρχει πρόοδος σε σημαντικούς τομείς κατά τα τελευταία χρόνια. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βιβλική Εταιρία, η οποία ξεκίνησε τη δράση της στην Ελλάδα ως παράρτημα της Βρετανικής Βιβλικής Εταιρίας και θεωρείτο από τους ορθοδόξους αιχμή του δόρατος της προσηλυτιστικής δράσης των ευαγγελικών, εφόσον τις δικές της μεταφράσεις της Αγίας Γραφής χρησιμοποιούσαν οι ευαγγελικοί ιεραπόστολοι.

Σήμερα η εταιρία λειτουργεί πλέον ως Ελληνική Βιβλική Εταιρία και μετέχουν σ’ αυτήν ως μέλη με διάφορα ποσοστά ορθόδοξοι (κατά πλειοψηφία), προτεστάντες και ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί. Πρόεδρος της Εταιρίας είναι ορθόδοξος μητροπολίτης τοποθετημένος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, του οποίου η σύνθεση είναι ανάλογη (πλειοψηφία ορθοδόξων και συμμετοχή με μικρότερα ποσοστά προτεσταντών και ρωμαιοκαθολικών), ευαγγελικός ποιμένας. Ορθόδοξος, τέλος, είναι και ο Διευθυντής της Εταιρίας, ενώ οι μεταφράσεις της Αγίας Γραφής τις οποίες αυτή κυκλοφορεί εκπονούνται από ορθόδοξους καθηγητές των δύο Θεολογικών Σχολών, Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Το παράδειγμα αυτό δείχνει παραστατικότερα από οποιοδήποτε άλλο το πώς, χωρίς την παραμικρή έκπτωση στις ιδιαίτερες δογματικές πεποιθήσεις τους, άνθρωποι διαφορετικών εκκλησιαστικών και πολιτισμικών παραδόσεων μπορούν άριστα να συνεργαστούν, μετατρέποντας, μάλιστα, έναν οργανισμό που άλλοτε ήταν σύμβολο του ανταγωνισμού και της διαίρεσης των χριστιανών σε χώρο συνεργασίας και κοινής μαρτυρίας των θεμελιωδέστερων αρχών της χριστιανικής πίστης.

Η δεύτερη αρχή, πάνω στην οποία θα έπρεπε να στηρίζεται οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης των χριστιανών είναι αναμφίβολα η αρχή της αγάπης και της ετοιμότητας για θυσία. Η άποψη ότι η επίλυση των δογματικών διαφορών αποτελεί προϋπόθεση για την αγάπη προς τους χριστιανούς των άλλων ομολογιών δεν στηρίζεται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην αρχαία κοινή χριστιανική παράδοση. Ο απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι «κι αν ακόμη μιλώ τη γλώσσα των αγγέλων… κι αν έχω της προφητείας το χάρισμα κι όλα κατέχω τα μυστήρια κι όλη τη γνώση, κι αν έχω ακόμη όλη την πίστη έτσι που να μετακινώ βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, είμαι ένα τίποτα» (1Κο 13:1-2). Αλλά και στην ορθόδοξη Θεία Λειτουργία πριν από την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως ο λειτουργός καλεί τους πιστούς με την προτροπή: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Αυτό σημαίνει ότι προϋποτίθεται η αγάπη για την κοινή ομολογία πίστεως και όχι το αντίθετο.

Η αγάπη όμως που κηρύσσει ο Χριστός δεν είναι μια παθητική συναισθηματική κατάσταση, αλλά είναι εντολή, διατυπωμένη ως προστακτική: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου». Η τήρηση, κατά συνέπεια, της εντολής αυτής απαιτεί αγώνα και προϋποθέτει ετοιμότητα για θυσία, και μάλιστα θυσία όλων όσων θεωρούνται συνήθως ως τα πολυτιμότερα πράγματα, προϋποθέτει ετοιμότητα για παραίτηση από την ασφάλεια που παρέχουν οι βεβαιότητες της παραδοσιακής πίστης και ετοιμότητα μίμησης του Χριστού. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αμφισβητήσουν οι χριστιανοί βασικές αρχές της πίστης τους, αλλά ότι θα πρέπει να καλλιεργήσουν την πνευματικότητά τους, να αποκτήσουν ταπείνωση και κυρίως διάκριση, η οποία σύμφωνα με τους ορθόδοξους ασκητές είναι δωρεά του Θεού και η ύψιστη αρετή. Με τη διάκριση θα μπορέσουν να αντιληφθούν ποιες από τις βεβαιότητές τους είναι αυθεντικές εκφράσεις της πίστης τους και ποιες υποκρύπτουν κοσμικές επιδιώξεις επιβολής.

*Εισήγηση στη Συνάντηση με θέμα «ο Χριστιανισμός στον σύγχρονο κόσμο» που διοργανώθηκε στις 5/4 στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ από τον Πανελλήνιο Θεολογικό Συνδέσμο “ΚΑΙΡΟΣ” και το Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ 

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Θεσσαλονίκη: «Έφθασε καιρός…» να συναντηθούν οι ψαλτικοί χοροί της πόλης

Σοφία Καρεκλά

«Ο Χριστιανισμός στον σύγχρονο κόσμο»- Συνάντηση θεολόγων στη Θεσσαλονίκη

Σοφία Καρεκλά

«Έφθασε καιρός…»- Συνάντηση Βυζαντινών Χορωδιών Θεσσαλονίκης

Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ: Σεμινάριο για τη γλώσσα των πατερικών κειμένων

Γραφείο Ρεπορτάζ

Η δύναμη της αλήθειας

Ο προβληματισμός για τον λόγο της Εκκλησίας στο επίκεντρο του πρώτου Συμποσίου Ομιλητικής