Η αποκατάσταση της ενότητας αποτελεί το κοινό θέμα των βιβλικών αναγνωσμάτων από την Πρὸς Κολoσσαεῖς Ἐπιστολὴ (3:4-11) και το Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (17:12-19) της ιβ΄ Κυριακής του Λουκά· ενότητα των ανθρώπων με τον Θεό και ενότητα των ανθρώπων μεταξύ τους.

Αυτό το δεύτερο, η ενότητα των ανθρώπων μεταξύ τους, αποτελεί και σήμερα ένα από τα πιο επιτακτικά αιτήματα της σύγχρονης εποχής. Η σύγχρονη εποχή εμφανίζει μεγάλες αναλογίες με την εποχή του Χριστού και των αποστόλων. Όπως σήμερα μια μεγάλη δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επιχειρεί να συνενώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα κάτω από την ηγεμονία της, επιβάλλοντας ένα ενιαίο μοντέλο θεώρησης των πραγμάτων, μια παγκόσμια οικονομία, έναν ισοπεδωτικό πολιτισμό, έτσι και τότε μια άλλη μεγάλη δύναμη, η Ρώμη, επιχειρούσε το ίδιο πράγμα με τις ίδιες περίπου μεθόδους. Σήμερα, όπως και τότε, το μοντέλο εμφανίζεται επιτυχημένο· σήμερα, όπως και τότε, η πολιτική αυτή παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Καμιά εναλλακτική πρόταση δεν διατυπώνεται, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Η ανθρωπότητα κουρασμένη από τον ψυχρό πόλεμο και τους πειραματισμούς των διάφορων ιδεολογιών φαίνεται να έχει αποδεχτεί τη ‘‘νέα τάξη’’ πραγμάτων και αναζητά λύσεις για τα προβλήματά της στους ψεύτικους παραδείσους που υπόσχονται οι διάφοροι αστρολόγοι, μάγοι και κάθε είδους άλλοι απατεώνες, ακριβώς όπως και τότε, που οι άνθρωποι, κουρασμένοι από τις συνεχείς επαναστάσεις και τον εκφυλισμό της φιλοσοφίας, αποδέχτηκαν την ‘‘pax romana’’, καταφεύγοντας και αυτοί στις διάφορες μυστηριακές θρησκείες που έρχονταν από την Αίγυπτο και την Ανατολή.

Αναλογίες διαπιστώνονται όμως και στα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Σήμερα, όπως και τότε, αν και όλοι οι άνθρωποι ζουν σε έναν ενοποιημένο κόσμο, σε έναν κόσμο που από τη μια μέχρι την άλλη του άκρη κυριαρχείται από μία και μόνη ιδεολογία, οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους παραμένουν αγεφύρωτες.

Από την άποψη αυτήν, επομένως, τα βιβλικά αναγνώσματα της ιβ´ Κυριακής του Λουκά, αν και προέρχονται από κείμενα που απέχουν 2000 χρόνια από τη σύγχρονη εποχή, διατηρούν ακέραιη την επικαιρότητά τους, αφού αναφέρονται σε προβλήματα που αντιμετωπίζουν και σήμερα οι άνθρωποι.

Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, μια ομάδα δέκα ανθρώπων, εξουθενωμένων και ταλαιπωρημένων από τη λέπρα, συναντούν τον Ιησού έξω από κάποιο χωριό, όπου ζούσαν απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία, και ζητούν από μακριά τη βοήθειά του. Ο Ιησούς ανταποκρίνεται αμέσως στο αίτημά τους και τους στέλνει στους ιερείς, αρμόδιους σύμφωνα με τον μωσαϊκό Νόμο, για την πιστοποίηση της θεραπείας τους.

Εμπιστευόμενοι οι λεπροί απολύτως τη δύναμη του Ιησού, τρέχουν προς το χωριό τους, για να διαπιστώσουν στο δρόμο ότι γιατρεύτηκαν. Γεμάτοι χαρά, οι περισσότεροι από αυτούς ξέχασαν ακόμη και την αυτονόητη υποχρέωσή τους να πουν, έστω και ένα τυπικό, ‘‘ευχαριστώ’’ στον ευεργέτη τους, εκτός από έναν, ο οποίος, μάλιστα, ήταν ξένος και αιρετικός.

Εντυπωσιακό το θαύμα, εντυπωσιακή και η αγνωμοσύνη των εννιά από τους δέκα θεραπευθέντες. Εξίσου εντυπωσιακή είναι όμως και η απομόνωση που οι άνθρωποι αυτοί βίωναν χρόνια ολόκληρα. Αν αγανακτεί κανείς ακούγοντας για την αγνωμοσύνη που έδειξαν οι εννιά, θα πρέπει να αναλογιστεί την τραγικότητα της κατάστασης στην οποία ζούσαν και να σκεφτεί ότι ίσως αυτή ακριβώς η άδικη απομόνωσή τους από τους υπόλοιπους συνανθρώπους τους τους έκανε τόσο σκληρούς. Και αν επαινεί κανείς τον ένα για την ευγνωμοσύνη που επέδειξε, θα πρέπει να αναλογιστεί πόσο άδικες είναι συχνά οι διάφορες κοινωνικές προκαταλήψεις που απομονώνουν τους ανθρώπους, αφού ένας ξένος εμφανίζεται να εκφράζει πολύ αγνότερα συναισθήματα από τους ντόπιους μόλις του δίνεται η ευκαιρία.

Οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν πάρα πολλούς τρόπους για να διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Πέρα από τη φυλή και τη θρησκεία, που αποτελούν τους πιο βασικούς λόγους επιφυλακτικής στάσης κάποιων ομάδων ανθρώπων απέναντι σε άλλες, σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν τη στάση ορισμένων ανθρώπων απέναντι σε άλλους συνιστούν το επάγγελμά τους, η πολιτική τους τοποθέτηση, ο τρόπος ενδυμασίας τους, το προτιμώμενο από αυτούς είδος ψυχαγωγίας και ένα σωρό άλλα. Κάθε ομάδα με διαφορετικό από τον κοινώς “παραδεκτό” σε μια κοινωνία τρόπο ζωής τίθεται στο στόχαστρο των “υγιώς σκεπτομένων και συμπεριφερομένων πολιτών”, των “κανονικών και φυσιολογικών” ανθρώπων, θεωρείται υποδεέστερη και περιφρονείται. Όποιος διαφέρει απορρίπτεται, απομονώνεται από τους υπόλοιπους και αντιμετωπίζεται ως εχθρός.

Οι Έλληνες γνωρίζουν ίσως καλύτερα από όλους τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς τι σημαίνει αυτή η απομόνωση και η περιφρόνηση από τον κοινωνικό περίγυρο. Δεν έχει περάσει ακόμη ένας αιώνας από τότε που χιλιάδες Έλληνες από τη Μικρά Ασία, από την περιοχή της Αλεξανδρέττας ή από τα νησιά του Αιγαίου αναζητούσαν καταφύγιο στη Συρία εγκαθιστάμενοι σε σπηλιές κοντά Χαλέπι. Και είναι χιλιάδες εκείνοι που θυμούνται τα δύσκολα χρόνια κατά τη δεκαετία του εξήντα, που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να αναζητήσουν δουλειά σαν αλλοδαποί εργάτες κάτω από συχνά άθλιες συνθήκες στα εργοστάσια της Γερμανίας, του Βελγίου και αλλού. Σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν. Σήμερα είναι οι Σύριοι, οι Αφγανοί, οι Πακιστανοί αυτοί που αναζητούν στην Ελλάδα την ελπίδα για καλύτερη ζωή. Σήμερα είναι οι Έλληνες οι “ανώτεροι” και αυτοί οι “κατώτεροι”.

Όμως δύο φονικότατοι θερμοί παγκόσμιοι πόλεμοι και ένας εξίσου απάνθρωπος ψυχρός στη διάρκεια ενός μόνον αιώνα αποτέλεσαν το σκληρό τίμημα που έπρεπε να πληρώσει η ανθρωπότητα, προκειμένου να αντιληφθεί επιτέλους πόσο οδυνηρές συνέπειες για όλον τον κόσμο μπορούν να έχουν θεωρίες περί ανώτερων και κατώτερων πολιτισμών. Και αναμφίβολα οι πρώτοι που οφείλουν να αντιληφθούν τις συνέπειες των κάθε είδους διακρίσεων για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους είναι οι χριστιανοί. Γιατί οι χριστιανοί, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είναι σε θέση να εκτιμήσουν πόσο ασύμβατη με το μήνυμα του Ευαγγελίου είναι μια τέτοια στάση ζωής, καθώς αποδίδοντας στους άλλους κάποια μειωτικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μειονοτικές ομάδες, αυτοϊκανοποιείται η εγωιστική τάση του ατόμου για διάκριση και υπεροχή. Στους χριστιανούς όλων των εποχών απευθύνεται και ο απόστολος Παύλος μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα της ιβ΄ Κυριακής του Λουκά, όταν υπενθυμίζει στους πιστούς των Κολοσσών ότι:
«Τώρα πια έχετε ντυθεί τον καινούργιο άνθρωπο, που ανανεώνεται συνεχώς σύμφωνα με την εικόνα του δημιουργού του, ώστε με τη νέα ζωή του να φτάσει στην τέλεια γνώση του Θεού. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση δεν υπάρχουν πια εθνικοί και Ιουδαίοι, περιτμημένοι και απερίτμητοι, βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι ελεύθεροι. Του Χριστού είναι όλα και όλα τα διέπει ο Χριστός» (Κολ 3:10-11).

Εξετάζοντας κάτω από αυτήν την οπτική γωνία το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πιο εντυπωσιακό ίσως στοιχείο της αφήγησης δεν είναι το ίδιο το θαύμα, ούτε ακόμη η αγνωμοσύνη των εννιά και η ευγνωμοσύνη του ενός. Πολύ πιο εντυπωσιακό από τα παραπάνω είναι η στάση του Ιησού, ο οποίος καταπατώντας τις κοινωνικές προκαταλήψεις της εποχής του, πλησιάζει τους λεπρούς και τους δείχνει την αγάπη του, φροντίζοντας για την επανένταξή τους στην κοινωνία. Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα από τη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή είναι ότι η αγάπη του Θεού, που ενσαρκώνει μέσα στον κόσμο και αποκαλύπτει με τη ζωή και τον θάνατό του ο Χριστός, δεν περιορίζεται στους λίγους, στους εκλεκτούς, στους δικούς του. Εκτείνεται σε όλους, ακόμη και σ’ αυτούς -ή μάλλον ιδιαίτερα σ’ αυτούς- που οι υπόλοιποι θεωρούν περιθωριακούς, ξένους, αιρετικούς και απορριπτέους. Μια τέτοια αγάπη και μια τέτοια στάση ζητάει από τους χριστιανούς ο Χριστός σήμερα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις δωρεές του.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.