Περιεχόμενο του ευαγγελικού αναγνώσματος της τελευταίας Κυριακής πριν από την Πεντηκοστή είναι ένα απόσπασμα από την τελευταία προσευχή του Ιησού, την οποία απευθύνει προς τον Πατέρα του λίγο πριν από τη σταυρική του θυσία. Το κύριο μέλημα του Ιησού στην τελευταία του προσευχή πριν από το τέλος της αποστολής του στη γη είναι για τους μαθητές του. Ζητά από τον Πατέρα του να τους κρατήσει ασφαλείς και ενωμένους. Προϋπόθεση για τα δύο είναι ότι κατανοούν τι σημαίνει «Αιώνια Ζωή», με άλλα λόγια, ότι γνωρίζουν τον μόνο αληθινό Θεό. Αυτή η εξίσωση περιλαμβάνει τον βιβλικό ορισμό του τι δηλώνεται στην ορθόδοξη παράδοση με τον όρο «Θεολογία».

Θεολογία δεν είναι μια θεωρητική γνώση του Θεού, αλλά η ικανότητα να δει κανείς το έργο του Θεού στην Ιστορία. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου μεταξύ Πάσχα και Πεντηκοστής, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μελετούν μέσα από τα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα το έργο του Αγίου Πνεύματος στην Ιστορία. Και επειδή η ενότητα της Εκκλησίας νοείται ως έργο του Αγίου Πνεύματος στην Ιστορία, η τελευταία Κυριακή πριν από την Πεντηκοστή είναι αφιερωμένη στη μνήμη των 318 Πατέρων που συμμετείχαν στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Μικράς Ασίας το 325 μ.Χ.

Για να γίνει κατανοητή η σχέση μεταξύ αυτής της γιορτής και του έργου του Αγίου Πνεύματος στην Ιστορία, πρέπει να επιστρέψει κανείς στην πρώτη περίοδο της Εκκλησίας. Η θέση ότι ο ελληνισμός δάνεισε στον χριστιανισμό τη γλώσσα και τις μορφές έκφρασής του για τη διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας είναι αναντίρρητα αποδεκτή από το σύνολο των ερευνητών. Όμως δεν ήταν αυτό το δάνειο που άλλαξε την πορεία της Ιστορίας και γέννησε έναν καινούργιο πολιτισμό. Αυτό που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτήν ήταν η συνάντηση στο πλαίσιο του χριστιανισμού δύο εντελώς διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων, της ιουδαϊκής και της ελληνικής, δύο θεωρήσεων του κόσμου που εμφανίζονται εντελώς αντίθετες μεταξύ τους.

Σύμφωνα με την ιουδαϊκή θεώρηση του κόσμου, η οποία κληροδοτήθηκε στον χριστιανισμό, ο κόσμος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός θεού εντελώς ελεύθερου και ανεξάρτητου από αυτόν. Αντίθετα ο ελληνισμός, αν και δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη του θεού, ουδέποτε τον θεώρησε ως προϋπόθεση του κόσμου. Ο θεός υπάρχει μέσα στον κόσμο· δεν είναι η προϋπόθεση, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς εξετάζοντας τον κόσμο. Αν η Φιλοσοφία άρχισε με την προσπάθεια του Θαλή να εξηγήσει την προέλευση των όντων από το νερό, εκείνος ο οποίος θεμελίωσε την ιδέα ότι τα πάντα προέρχονται από ένα αρχικό αιώνιο και άχρονο στοιχείο, το οποίο συνεχώς μεταβάλλεται σε διάφορα στοιχεία, είναι ο δεύτερος της σχολής της Μιλήτου, ο Αναξίμανδρος. Έτσι, η προβληματική των αρχαίων Ελλήνων είχε από την αρχή προσανατολιστεί προς τη φύση, την ουσία που παραμένει σταθερή.

Η προβληματική αυτή που προερχόταν από την ελληνική αντίληψη για τη φύση, επηρέασε τόσο έντονα την παραπέρα εννοιολογική εξέλιξη, ώστε το χρονικό γίγνεσθαι αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον, που καθαυτό δεν άξιζε να συγκεντρώσει το μεταφυσικό ενδιαφέρον. Όχι μόνον τον ατομικά καθορισμένο άνθρωπο, αλλά και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, με τις τύχες, τις πράξεις και τα παθήματά του, η ελληνική επιστήμη το θεωρούσε τυπικά ένα επεισόδιο μόνον, ένα ιδιαίτερο παροδικό πλάσμα στην επαναλαμβανόμενη με τους ίδιους πάντοτε νόμους κοσμική διαδικασία.

Βασική ιδέα του Αναξιμάνδρου ήταν ότι τα διάφορα στοιχεία, νοούμενα ως θεοί, προσπαθούν αδιάλειπτα να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, αλλά υπάρχει ένα είδος αναγκαιότητας, ένα είδος φυσικού νόμου που συνεχώς αποκαθιστά την ισορροπία. Η αντίληψη αυτή της “δικαιοσύνης” -της μη υπέρβασης καθορισμένων ορίων- ήταν μια από τις βαθύτερες ελληνικές πεποιθήσεις. Οι θεοί υπόκειντο στη δικαιοσύνη ακριβώς όπως και οι άνθρωποι, αλλά αυτή η ανώτατη εξουσία δεν ήταν καθ’ εαυτήν προσωπική, δεν ήταν ένας ανώτατος θεός. Αν, λοιπόν, για την ιουδαϊκή σκέψη οτιδήποτε υπάρχει είναι αποτέλεσμα της απόλυτης, ακόμη και αυθαίρετης, ελευθερίας του Θεού και των επεμβάσεών του μέσα στον χώρο και στον χρόνο, για την ελληνική νοοτροπία μια τέτοια ελευθερία που μπορεί να αυθαιρετεί απέναντι στον κόσμο και στην αρμονία του θεωρείται ύβρις.

Έτσι, αν για τον Ιουδαίο το κέντρο βάρους πέφτει στο γινόμενο, στο ενεργούμενο, και γι’ αυτό βλέπει τα πάντα από τη σκοπιά της Ιστορίας, το ενδιαφέρον του Έλληνα εστιάζεται στο υπάρχον. Για τον Ιουδαίο που γίνεται χριστιανός το οντολογικό ερώτημα σχετικά με τον Χριστό είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο· μπορεί εύκολα να κατανοήσει τον Χριστό ως μια επέμβαση του Θεού στον κόσμο. Αντίθετα, για να κατανοήσει ο Έλληνας το ευαγγέλιο, πρέπει πρώτα να δώσει μια ικανοποιητική απάντηση στο σχετικό με το τι είναι ο Χριστός ερώτημα.

Η συνάντηση αυτή ιουδαϊκού και ελληνικού τρόπου σκέψης δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ακίνδυνη για όσους στοχαστές επιχείρησαν να συμβιβάσουν τις δύο αντιτιθέμενες κοσμοθεωρίες. Πολλοί ήταν εκείνοι που αστόχησαν, κάποιοι όμως πέτυχαν και σ’ αυτούς ανήκουν αναμφίβολα εκείνοι που πήραν μέρος στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Και ήταν ακριβώς αυτή τους η επιτυχία που άνοιξε τη δυνατότητα τόσο για την εμφάνιση ενός νέου παγκόσμιου πολιτισμού όσο και για την επιβίωση των πολιτιστικών παραδόσεων που τον γέννησαν.
Ήταν ένα πολύ δύσκολο έργο. Πολλοί από εκείνους που προσπάθησαν να μετατρέψουν την αφηγηματική βιβλική λέξη σε μια αφαιρετική φιλοσοφική λέξη απέτυχαν. Μερικοί από αυτούς πέτυχαν και εκείνοι που πέτυχαν ανήκουν αναμφισβήτητα στους συμμετέχοντες στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι αποφάσεις εκείνης της Συνόδου συγκροτούν μέχρι σήμερα τη βασική ομολογία πίστης όλης της Χριστιανοσύνης.

Ασφαλώς η Ιστορία δεν γράφεται με “αν”. Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα τι θα συνέβαινε αν ο Ελληνισμός δεν συναντιόταν με τον Ιουδαϊσμό. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, κανείς δεν μπορεί να υποθέσει ποια θα ήταν η εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος αν δεν το προσλάμβανε ο χριστιανισμός, ούτε μπορεί να φανταστεί ποια θα ήταν η τύχη της ασήμαντης εκείνης ιουδαϊκής αίρεσης αν δεν αξιοποιούσε τις δυνατότητες που της προσέφερε ο ελληνισμός. Το βέβαιο, από τα ιστορικά πάντοτε δεδομένα, είναι ότι η συνάντηση των δύο πολιτιστικών παραδόσεων στους αιώνες που προηγήθηκαν της γέννησης του Χριστού δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός πολιτισμού που καταύγασε την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Ασφαλώς, το κύριο μέλημα των Πατέρων που συμμετείχαν στη Σύνοδο της Νικαίας ήταν η ενότητα της Εκκλησίας. Και, ακολουθώντας τη βιβλική κατανόηση της ενότητας, όπως αυτή σκιαγραφείται στην τελευταία προσευχή του Ιησού, προσπαθούν να την καθιερώσουν στη βάση της αληθινής πίστης. Δυστυχώς, πολύ σύντομα η ομολογία της αληθινής πίστης έγινε σχεδόν ταυτόσημη με την πίστη στην κοσμική εξουσία. Αυτή η ταύτιση οδήγησε τον πέμπτο αιώνα στο σχίσμα των Ανατολικών Εκκλησιών και στον ενδέκατο αιώνα στο μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αλλά η επιθυμία για ενότητα παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα και ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι σύμφωνα με το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον να καλλιεργηθεί η αγάπη του ενός προς τον άλλο και ο αμοιβαίος σεβασμός.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ιησούς αρχίζει την προσευχή του διαβεβαιώνοντας τον Πατέρα του ότι ολοκλήρωσε το έργο που του ανέθεσε, φανερώνοντας τη δόξα του πάνω στη γη (17:4), και τον παρακαλεί: «Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος» (17:5).

Αποκομμένη από τη συνάφεια του τέταρτου Ευαγγελίου η συγκεκριμένη φράση μπορεί να παρανοηθεί, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι ο Ιησούς προσπαθεί να αποφύγει τη σταύρωση. Είναι όμως γνωστό ότι σε ολόκληρο το Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ο όρος “δόξα” συνδέεται με τη σταύρωση. Όταν ο Ιησούς, ολοκληρώνοντας το έργο του εισέρχεται στην Ιερουσαλήμ δηλώνει πως: «Ήρθε πια η ώρα για να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου» και, για να αποφύγει την ενδεχόμενη παρεξήγηση, συγκρίνει τον εαυτό του με έναν σπόρο που πρέπει να πέσει στη γη και να πεθάνει (12:23-24 ). Το ίδιο και όταν ο Ιούδας φεύγει από κοντά του για να τον προδώσει, ο Ιησούς λέει: «Ήρθε τώρα η ώρα να φανερωθεί η δόξα του Υιού του Ανθρώπου κι ο Θεός να δοξαστεί εξαιτίας του» (13:31).

Είναι, κατά συνέπεια προφανές ότι όλο το Ευαγγέλιο συνδέει τη δόξα του Χριστού με μια διαδικασία που κορυφώνεται στη σταύρωση, επομένως η σταύρωση αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού. Αξιοσημείωτο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η περιγραφή της σταύρωσης στο τέταρτο Ευαγγέλιο διαφέρει από τις περιγραφές των συνοπτικών, καθώς απουσιάζουν από αυτήν σημάδια έκδήλωσης της θείας δύναμης (πρβλ Ματ 27:45-54· Μαρ 15:33-38· Λου 23:44-45). Η δόξα του Θεού στην αφήγηση του Ιωάννη δεν αποκαλύπτεται στην εκδήλωση της δύναμής του, αλλά στη διαβεβαίωση της αγάπης του. Η αποστολή του Ιησού να φανερώσει τη δόξα του Θεού στη γη ολοκληρώνεται με τη σταύρωσή του, καθώς αυτή αποκαλύπτει την αγάπη του Υιού προς τον Πατέρα, αλλά και την αγάπη του Πατέρα προς τον κόσμο (πρβλ Ιωα 3:16· 14:31). Η σταύρωση εκδηλώνει το εύρος της θείας δύναμης αποκαλύπτοντας το βάθος της θεϊκής αγάπης.

Στην ορθόδοξη λειτουργία, πριν από την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως, ο διάκονος προσκαλεί τους πιστούς «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἴνα ἐν ὀμονοίᾳ ὀμολογήσωμεν». Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη είναι πάντοτε η προϋπόθεση για την κοινή ομολογία της πίστης και ποτέ το αντίθετο.

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου Της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Tagged: