Πριν από λίγες μέρες δημοσιεύθηκε ένα άρθρο μου, που αφορούσε το ζήτημα της συμμετοχής των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών στην σύναξη – και εν γένει στη σύνοδο – του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στο άρθρο αυτό απέδειξα ότι:

1. Οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών μπορούν να συμμετάσχουν στην ως άνω Σύναξη αλλά και στις εργασίες της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

2. Η Εκκλησία της Ελλάδος με τα συνοδικά της όργανα δεν έχει αρμοδιότητα να ασχοληθεί και να αποφανθεί επί του επιτρεπτού της συμμετοχής των ως άνω Μητροπολιτών στην Σύναξη αυτή.

3. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να αρνηθεί την διαβίβαση των προσκλήσεων στους Μητροπολίτες των Νέων Χωρών.

Επιθυμώντας να σας δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του όλου ζητήματος, στο παρόν άρθρο θα σας εκθέσω, το τι μέλλει γενέσθαι στην περίπτωση, που η Εκκλησία της Ελλάδος αποφασίσει τελικώς – και αντικανονικώς – να μην συμφωνήσει με την συμμετοχή των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών στην Σύναξη της 1-3 Σεπτεμβρίου 2018 στο Φανάρι.

Εάν, λοιπόν, η Εκκλησία της Ελλάδος – είτε διά της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας είτε διά της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου – λάβει μια τέτοια απόφαση, έχει δύο δρόμους, που μπορεί να ακολουθήσει.

Α. Ο πρώτος δρόμος είναι ο πιο μετριοπαθής. Να μην διαφωνήσει το όποιο συνοδικό όργανο ανοιχτά αλλά να μεταβιβάσει την ευθύνη της αποφάσεως στους οικείους Μητροπολίτες, συνιστώντας – αμέσως ή εμμέσως – αυτούς να αποφύγουν τη συμμετοχή τους στην ως άνω Σύναξη.

Μία τέτοια απόφαση από νομοκανονικής απόψεως ουδεμία ισχύ έχει και ουδεμία συνέπεια επιφέρει για τους Μητροπολίτες των Νέων Χωρών. Άλλωστε, η οποιαδήποτε τέτοιου χαρακτήρα απόφαση θα έχει ληφθεί με εκπεφρασμένη ήδη άποψη των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών, καθόσον και στα δύο συνοδικά όργανα (Ι.Σ.Ι. και Δ.Ι.Σ.) οι ως άνω Μητροπολίτες μετέχουν κατά το ήμισυ στη σύνθεσή τους, όπως προβλέπει σχετικώς ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Β. Ο δεύτερος δρόμος είναι ο λιγότερο μετριοπαθής. Το όποιο συνοδικό όργανο επιληφθεί – το πιθανότερο η Διαρκής Ιερά Σύνοδος – να αποφασίσει ρητώς και κατηγορηματικώς, ότι οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών δεν δύνανται να συμμετάσχουν στην εν λόγω Σύναξη. Θεωρητικώς, μια τέτοια απόφαση θα ληφθεί οριακώς κατά πλειοψηφία με την ψήφο του Προέδρου, δηλαδή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, χωρίς βεβαίως να αποκλείονται και οι «εκπλήξεις» εξ αμφοτέρων των πλευρών. Αλλά, ας αφήσουμε αυτήν την περίπτωση, διότι περιπλέκει έτι περαιτέρω τα πράγματα.

Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, της απορρίψεως των προσκλήσεων με οριακή πλειοψηφία, οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών έχουν δύο επιλογές.

Η μία επιλογή είναι η αποδοχή της αποφάσεως του συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Στην περίπτωση αυτή, μια τέτοια συμπεριφορά, πέραν του ότι συνιστά «υπακοή» σε νομοκανονικώς αβάσιμη απόφαση, συνιστά «ανυπακοή» προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως «οικείο Επίσκοπο», ο κανονικός ή ο αντικανονικός χαρακτήρας της οποίας θα κριθεί με βάση τον 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (βλ. το κείμενο του κανόνα σε Α. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός, Θεσσαλονίκη 2014, 84), κατά τον οποίο η άρνηση υπακοής Μητροπολίτη προς τον οικείο Πατριάρχη:

α) είναι δικαιολογημένη και συνεπώς δεν αντίκειται στους ιερούς κανόνες, όταν η άρνηση υπακοής βρίσκει έρεισμα σε καταδικαστική απόφαση που εξέδωσε σύνοδος κατά του «οικείου» Πατριάρχη και η οποία απόφαση είναι αμετάκλητη, δηλαδή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

β) είναι αδικαιολόγητη και συνεπώς αντικανονική όταν η άρνηση υπακοής κατά του «οικείου» Πατριάρχη:
i) εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή με την άρνηση του κληρικού να συλλειτουργήσει με τον «οικείο» Πατριάρχη και να μνημονεύει το όνομά του και
ii) στηρίζεται στον ισχυρισμό του απειθούντος κληρικού ότι ο προ¬καθήμενος του έχει τελέσει κανονικό παράπτωμα.

Πολλώ δε μάλλον είναι σαφώς και αναμφισβητήτως αντικανονική αυτή η άρνηση υπακοής, όταν δεν υπάρχει καν ισχυρισμός – έστω και αβάσιμος – εκ μέρους του αρνουμένου υπακοή Μητροπολίτη περί τελέσεως από τον «οικείο» Πατριάρχη κάποιου κανονικού παραπτώματος.

Και εξ όσων γνωρίζω, κατά το πρόγραμμα της Συνάξεως την 1η Σεπτεμβρίου τα μέλη της προσκληθείσης Ιεραρχίας θα εγκαινιάσουν ομοθυμαδόν εν προσευχή στον Πατριαρχικό Ναό το νέο εκκλησιαστικό έτος και βεβαίως θα μνημονεύσουν την Α.Θ.Π. τον Αρχιεπίσκοπο Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο τον Α΄. Συνεπώς, αναιτιολόγητη άρνηση της προσκλήσεως για συμμετοχή στις εργασίες της Συνάξεως, συνεπάγεται και άρνηση συλλειτουργίας με τον «οικείο» Πατριάρχη και μνημονεύσεως αυτού, χωρίς μάλιστα η άρνηση αυτή να συνοδεύεται και από – έστω και αβάσιμη – κατηγορία περί τελέσεως υπ’ αυτού κάποιου κανονικού παραπτώματος. Δηλαδή, η υπό συζήτηση άρνηση είναι βαρύτερη αυτής που ρυθμίζει η σχετική κανονική διάταξη.

Επιπροσθέτως, ίσως τίθεται και ζήτημα τελέσεως του κανονικού παραπτώματος της αδικαιολόγητης απουσίας από τις εργασίες της συνόδου, το οποίο προβλέπεται στους ιερούς κανόνες 19ο της 4ης Οικουμενικής, 8ο της Πενθέκτης, 76ο της Καρθαγένης (βλ. Α. Βαβούσκου Κώδικας Νομοκανονικός, Θεσσαλονίκη 2014, Μέρος Τρίτο, Κεφάλαιο Δεύτερο «Παραπτώματα κανονικής τάξεως», Κεφάλαιο ΙΖ΄ «Περί ιεράς συνόδου», παράπτωμα υπ΄ αριθ. 114, σ. 1070).

Η άλλη επιλογή για τους Μητροπολίτες των Νέων Χωρών είναι η άρνηση υπακοής προς την απόφαση του συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμμετοχή τους στην Σύναξη της 1-3 Σεπτεμβρίου τρέχοντος έτους στο Φανάρι.

Στην περίπτωση αυτή, η συμμετοχή τους στην Σύναξη συνιστά «κανονικώς» αποδεκτή συμπεριφορά και τίθεται πλέον ζήτημα, πώς θα κριθεί αυτή η στάση σε σχέση με την απόφαση του συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Επειδή, όπως προανέφερα, η απόφαση του συνοδικού οργάνου της Εκκλησίας της Ελλάδος θα είναι νομοκανονικώς αβάσιμη, δεν τίθεται και θέμα αντικανονικής ανυπακοής των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών προς την απόφαση αυτή. Παρά ταύτα, εάν ήθελε κριθεί, ότι η συμμετοχή των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών στην Σύναξη της 1ης – 3ης Σεπτεμβρίου στο Φανάρι συνιστά κανονικό παράπτωμα, το παράπτωμα αυτό είναι θα είναι πιθανόν αυτό της ανυπακοής σε συνοδική απόφαση, το οποίο προβλέπεται στην 6ο κανόνα της 3ης Οικουμενικής (βλ. Α. Βαβούσκου Κώδικας Νομοκανονικός, Θεσσαλονίκη 2014, Μέρος Τρίτο, Κεφάλαιο Δεύτερο «Παραπτώματα κανονικής τάξεως», Κεφάλαιο ΙΖ΄ «Περί ιεράς συνόδου», παράπτωμα υπ΄ αριθ. 115, σ. 1070), όπου ως ποινή προβλέπεται για τους κληρικούς η καθαίρεση και για τους λαϊκούς ο αφορισμός.

Και το ερώτημα, που τίθεται αμέσως, είναι το εξής. Η απόφαση της Δ.Ι.Σ. πληροί τις προϋποθέσεις της συνοδικής αποφάσεως του 6ου κανόνα; Όχι, διότι η ανυπακοή κατά τον κανόνα αυτόν νοείται μόνον επί αποφάσεως, που εκδίδει σύνοδος, που έχει τον χαρακτήρα της ανωτάτης εκκλησιαστικής αρχής. Και τέτοιο όργανο διοικήσεως στην Εκκλησία της Ελλάδος είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και όχι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Άλλωστε, κατά την εποχή της συγκλήσεως της 3ης Οικουμενικής συνόδου, η έννοια της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ήταν άγνωστη και ως θεσμός δεν προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες.

Αλλά και αν ακόμη μπορούσε να παρακαμφθεί το ουσιαστικό αυτό ζήτημα, θα ετίθετο αμέσως ζήτημα συγκροτήσεως των αρμοδίων δικαστηρίων και λειτουργίας ευρύτερα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και ειδικότερα: α) του Πρωτοβαθμίου για Αρχιερείς Δικαστηρίου, στο οποίο θα έπρεπε να παραπεμφθούν όσοι από τους Μητροπολίτες των Νέων Χωρών είναι μόνο μέλη της Ι.Σ.Ι. (άρθρο 23 ν. 5383/1932) και β) του Δικαστηρίου για τους Συνοδικούς, στο οποίο θα έπρεπε να παραπεμφθούν όσοι εκ των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών είναι και μέλη της Δ.Ι.Σ. (άρθρο 29 ν. 5383/1932), λόγω αναγκαστικής εξαιρέσεως των υπό υπό κατηγορίαν τελούντων Μητροπολιτών των Νέων Χωρών από την σύνθεσή τους. Οπότε και πάλι φθάνουμε σε άτοπο.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ελπίζω ότι το ζήτημα αυτό, το οποίο δημιουργήθηκε εκ του μη όντος, θα λήξει με την διαβίβαση των προσκλήσεων προς τους Μητροπολίτες των Νέων Χωρών και την αποχή των συνοδικών οργάνων της Εκκλησίας της Ελλάδος από οποιαδήποτε ανάμειξη σ΄ αυτό. Διότι οι θεσμοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία χρήζουν σεβασμού και προστασίας. Ιδίως όταν πρόκειται για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Tagged: