Η σύντομη περικοπή Ησα 2:2-3ε είναι, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το πρώτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής της Αναλήψεως. Η ανάληψη του Χριστού σηματοδοτεί το τέλος της επίγειας δράσης του, όχι όμως και της παρουσίας του στον κόσμο. Το σωτηριώδες έργο του αναλαμβάνει να συνεχίσει τώρα η Εκκλησία με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο ο ίδιος ο Χριστός είχε υποσχεθεί να στείλει στους μαθητές του, σύμφωνα με το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας:

Ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς• καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ, καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς (Πρα 1:8)

Το ίδιο ακριβώς βεβαιώνει και το απολυτίκιο της γιορτής, και γι’ αυτόν τον λόγο ώς τον δ΄ μ.Χ. αιώνα τα δύο γεγονότα, Ανάληψη και Πεντηκοστή, συνεορτάζονταν σε μία γιορτή. Αυτή τη στενή σύνδεση της γιορτής της Αναλήψεως με τη γιορτή της Πεντηκοστής υπαινίσσεται και η επιλογή της συγκεκριμένης προφητείας, στην οποία η Εκκλησία βλέπει να προτυπώνεται η γέννησή της και η ανάδειξή της σε πόλο έλξης όλων των λαών της γης. Στην ανάληψη του Χριστού βλέπει η Εκκλησία την έναρξη των «έσχατων ημερών», κατά τις οποίες οραματίζεται ο προφήτης πως «το όρος του Κυρίου θα φαίνεται από παντού, και ο ναός του Θεού, απάνω στις βουνοκορφές, θα υψώνεται απ’ τα βουνά ψηλότερα» (Ησα 2:2), ενώ στην κάθοδο του Αγίου Πνεύματος βλέπει την εκπλήρωση της προσδοκίας των εθνών, τα οποία, σύμφωνα με την προφητεία: «θα πορεύονται και θα λένε: Ελάτε ν’ ανεβούμε στο όρος του Κυρίου, στον ναό του Θεού του Ιακώβ• το θέλημά του να μας το γνωρίσει, και να το ακολουθήσουμε» (Ησα 2:3).

Το συγκεκριμένο κείμενο που παρατίθεται στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα απαντά με μικρές παραλλαγές και στο βιβλίο του προφήτη Μιχαία (4:3), διαπίστωση που προκάλεσε πολλούς ερμηνευτές στην αναζήτηση μιας λύσης σχετικά με την πατρότητα της προφητείας, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να διατυπωθεί μια γενικότερα αποδεκτή άποψη. Όπως είναι γνωστό, τόσο ο προφήτης Μιχαίας όσο και ο Ησαΐας έζησαν τον η΄ π.Χ. αιώνα και έδρασαν στην Ιερουσαλήμ, σε μια περίοδο που η πολιτική κρίση, εξαιτίας των αλλεπάλληλων επιδρομών των Ασσυρίων στην ευρύτερη περιοχή της Χαναάν, έβαινε παράλληλα με την πνευματική κατάπτωση των Ιουδαίων.

Κεντρικό στοιχείο του κηρύγματός τους αποτελούσε η απαίτηση του Θεού για δικαιοσύνη και ειλικρίνεια, απέναντι σε μια κοινωνία που χαρακτηριζόταν από κοινωνική ανισότητα και υποκριτική λατρεία. Καλώντας οι προφήτες τον λαό σε μετάνοια ώστε να αποφευχθεί η επερχόμενη καταστροφή, του υπενθυμίζουν τις σχετικές με τον βασιλιά Δαβίδ και την Ιερουσαλήμ υποσχέσεις του Θεού, σύμφωνα με τις οποίες ο εκλεκτός του Θεού βασιλιάς θα κυριαρχήσει πάνω σ’ όλους τους λαούς, θα επιβάλει παγκόσμια ειρήνη και η Ιερουσαλήμ θα αναδειχτεί σε κέντρο του κόσμου και σε τόπο συνάντησης όλων των λαών. Οι υποσχέσεις αυτές βρίσκονται αποθησαυρισμένες και σε αρκετούς ψαλμούς, όπως οι δοξολογικοί ύμνοι που έχουν ως κεντρικό θέμα τους την εξύμνηση της ομορφιάς και της δύναμης της Ιερουσαλήμ, του τόπου όπου κατοικεί ο Θεός ως βασιλιάς του Ισραήλ (Ψαλ 45• 47• 75• 86). Αντλώντας, λοιπόν, από αυτήν την κοινή ιεροσολυμιτική παράδοση οι προφήτες Ησαΐας και Μιχαίας, είναι λογικό να χρησιμοποιούν και οι δύο κοινό υλικό για τις ανάγκες του κηρύγματός τους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προφήτης Ησαΐας παραλαμβάνει από την παράδοσή του το όραμα της τελικής ανύψωσης της Ιερουσαλήμ σε κέντρο του κόσμου και σε τόπο συνάντησης όλων των λαών, ένα όραμα που φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστικό στα μάτια των Ιουδαίων, ενσωματώνοντάς το όμως στο δικό του κήρυγμα δίνει σ’ αυτό μια εντελώς άλλη διάσταση και ταυτόχρονα μεταφέρει ένα μήνυμα στον λαό του. Η προφητεία βρίσκεται ενταγμένη στην ενότητα των πέντε πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένες διάφορες εξαγγελίες του προφήτη κατά του βασιλείου του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ. Ιδιαίτερο, μάλιστα, ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη προφητεία για ανύψωση του ναού της Ιερουσαλήμ έπεται μιας έντονα αυστηρής κριτικής κατά της προσφερόμενης εκεί λατρείας και ακολουθείται από μια προειδοποίηση προς τους Ιουδαίους ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τον Θεό, επειδή εξομοιώθηκαν στη συμπεριφορά τους με τους γειτονικούς τους λαούς.

Η ανήθικη συμπεριφορά των Ιουδαίων που εκδηλώνεται με καταπίεση των αδυνάτων και καταπάτηση του δικαίου σηματοδοτεί για τον προφήτη απόρριψη της Διαθήκης του Θεού με τον λαό του, επομένως κάθε καταπάτηση των δικαιωμάτων των φτωχών και των αδυνάτων ισοδυναμεί με καταπάτηση των δικαιωμάτων του Θεού που απορρέουν από τη Διαθήκη. Έτσι, όμως ο Ισραήλ καθίσταται όμοιος με όλους τους άλλους λαούς της περιοχής, οπότε και θα μοιραστεί μαζί τους τις συνέπειες της θείας οργής. Απέναντι σ’ αυτήν την οργή, όλες οι βεβαιότητες, τόσο οι θρησκευτικές (κατοικία του Θεού στην Ιερουσαλήμ, συνεπής προσφορά θυσιών) όσο και οι πολιτικές (σταθερότητα του δαβιδικού θρόνου, συμμαχίες) αποδεικνύονται αβάσιμες και αδυνατούν να προσφέρουν ασφάλεια στους ανθρώπους.

Έτσι, η πολυαναμενόμενη ανάδειξη της Ιερουσαλήμ σε κέντρο του κόσμου όχι μόνο δεν είναι επικείμενη, αλλά τοποθετείται από τον προφήτη «στις έσχατες ημέρες», δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι η παγκόσμια συναδέλφωση είναι έργο αποκλειστικά του Θεού. Αλλά και στο σημείο αυτό κάνει άλλη μια σημαντική παρέμβαση, ώστε να αποτρέψει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις από τους ακροατές του. Ο προφήτης δεν θεωρεί την έλευση των λαών στην Ιερουσαλήμ συνέπεια της συντριβής τους από τη δύναμη του Θεού και της ήττας τους σε κάποιον πόλεμο από τους Ιουδαίους, όπως συχνά σημειώνεται στην ιεροσολυμιτική παράδοση, αλλά συνειδητή και ελεύθερη απόφασή τους να αναζητήσουν τον Θεό. Συνέπεια της απόφασής τους αυτής θα είναι το οριστικό τέλος των πολέμων, καθώς, όπως σημειώνεται στη συνέχεια της προφητείας, τα πολεμικά όπλα θα μετατραπούν σε γεωργικά εργαλεία: «Αυτός (ο Κύριος) θα κρίνει ανάμεσα σε πολλούς λαούς• το δίκιο θ’ αποδώσει σε έθνη δυνατά. Τότε τα ξίφη τους θα τα σφυρηλατήσουν σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια. Ξίφος δεν θα σηκώνει το ένα έθνος ενάντια στο άλλο και πια δεν θα μαθαίνουν να πολεμούν» (Ησα 2:4).

Το κήρυγμα του προφήτη θα πρέπει να συντάραξε τους ακροατές του. Η βεβαιότητά τους ότι ως ο αγαπημένος λαός του Θεού δικαιούνται να προσδοκούν από αυτόν ιδιαίτερα προνόμια έναντι των άλλων λαών ανατρέπεται με τον πλέον αναπάντεχο τρόπο, καθώς είναι οι άλλοι λαοί αυτοί που τελικά αναζητούν μια ιδιαίτερη σχέση με τον Θεό. Η πεποίθησή τους ότι ως γνώστες του νόμου του Θεού αποτελούν λαό ξεχωριστό ανάμεσα στους άλλους λαούς αμφισβητείται επίσης έντονα, αφού είναι οι άλλοι λαοί εκείνοι που αναγνωρίζουν την αξία του θείου νόμου και επιζητούν την εφαρμογή του. Εφόσον, λοιπόν, ο λαός, παρά το έντονα ελεγκτικό κήρυγμα του προφήτη, εξακολουθεί να αδιαφορεί για όσα ο νόμος του Θεού προβλέπει υπέρ των φτωχών και των αδυνάτων, ο Ησαΐας βλέπει την καταστροφή αναπόφευκτη. Αυτήν την αναπάντεχη εξέλιξη στη σχέση του Θεού με τον λαό του και τη στροφή του προς τα έθνη είδε η Εκκλησία να πραγματοποιείται με την ανάληψη του Χριστού και την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο.

Όμως ανατρέποντας ο προφήτης τις εσφαλμένες αντιλήψεις του Ισραήλ και την πεποίθησή του ότι η ειδική σχέση του με τον Θεό του εξασφαλίζει ένα ευτυχισμένο μέλλον, στέλνει ένα μήνυμα και στον νέο λαό του Θεού, στα «φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας» όπως χαρακτηρίζονται από την υμνολογία της γιορτής• όπως ακριβώς ο αρχαίος Ισραήλ, έτσι και ο νέος βρίσκονται κάτω από την κρίση του Θεού, οπότε η προφητεία απευθύνεται τώρα και στην Εκκλησία, προειδοποιώντας την πόσο απαιτητική και επικίνδυνη μπορεί να είναι η δωρεά προς αυτήν του Ευαγγελίου, όπου τονίζεται: «Σε όποιον δόθηκαν πολλά, θα ζητηθούν πολλά από αυτόν• και σε όποιον δόθηκαν περισσότερα θα του ζητηθούν περισσότερα» (Λου 12:48). Την ίδια προειδοποίηση θα απευθύνει προς τους χριστιανούς και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Οὐκοῦν ὀλέθρου πρόξενον παντὶ τῷ λοιπὸν τὸ καταφρονῆσαι Θεοῦ, καὶ δεσποτικῶν ἀλογῆσαι θελημάτων τοῖς ἐπεγνωκόσιν αὐτόν, ἢ ἐγνωσμένοις παρ᾽ αὐτοῦ κατά γε τὸν τῆς πνευματικῆς οἰκειώσεως τρόπον» (PG 71:456A).

*Ο Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: