Διάφοροι τύποι ανθρώπων εμφανίζονται να πρωταγωνιστούν στο πρώτο μέρος της Παραβολής του Μεγάλου Δείπνου (Λου 14:15-24). Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Αυτό όμως που τους συνδέει μεταξύ τους είναι πολύ πιο ουσιαστικό, αφού, ανεξάρτητα από το πώς αιτιολογούν τις επιλογές τους, αυτές τους οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.

Θέμα της παραβολής είναι η “Βασιλεία του Θεού”, την οποία ο Ιησούς την παρομοιάζει με ένα μεγάλο δείπνο που ετοιμάζει κάποιος για τους φίλους του. Την ώρα όμως που όλα ήταν έτοιμα, οι καλεσμένοι άρχισαν να προβάλλουν στον υπηρέτη που πήγε να τους ειδοποιήσει διάφορες δικαιολογίες για να μη συμμετάσχουν στο δείπνο. Θυμωμένος τότε ο οικοδεσπότης έστειλε τον υπηρέτη του να μαζέψει από τους δρόμους και τις πλατείες όσους βρει και να τους καλέσει στο τραπέζι. Και όταν διαπίστωσε πως υπήρχε ακόμη χώρος, ξαναέστειλε τον υπηρέτη του να μαζέψει και άλλους, ώστε να γεμίσει πλήρως το σπίτι και να μην περισσέψει τίποτε για τους πρώτους καλεσμένους.

Το νόημα της παραβολής γίνεται εύκολα κατανοητό από την πρώτη κιόλας ανάγνωση: Όποιος αποδεικνύεται ανάξιος της πρόσκλησης που του απευθύνει ο Θεός μένει έξω από τη βασιλεία του. Οι πρώτοι από τους καλεσμένους του οικοδεσπότη πρόβαλαν διάφορες δικαιολογίες για να αρνηθούν την πρόσκληση και έτσι έχασαν κάτι πολύτιμο επειδή προτίμησαν κάτι άλλο που οι ίδιοι θεώρησαν πιο αξιόλογο. Το ειδικότερο θέμα, επομένως, της παραβολής είναι η σύγχυση που προέρχεται από την αδυναμία ιεράρχησης ή αξιολόγησης των προτεραιοτήτων. Όμως εδώ δεν πρόκειται για μια σύγχυση που έρχεται ως επακόλουθο της αμαρτίας ή της απιστίας στον Θεό.

Μια τέτοια σύγχυση ο χριστιανός θα μπορούσε να την αποφύγει ή, αν προς στιγμήν δεν τα καταφέρει και νιώσει αποπροσανατολισμένος και χαμένος, θα μπορέσει να βρει τρόπους να επανεκτιμήσει την κατάσταση και να αναθεωρήσει τις ενδεχομένως λανθασμένες επιλογές του. Η σύγχυση για την οποία κάνει εδώ λόγο ο Ιησούς δεν αφορά στους άλλους ανθρώπους, σε εκείνους που βρίσκονται έξω ή μακριά από την Εκκλησία, αλλά αφορά στους ίδιους τους χριστιανούς. Ο Χριστός κάνει εδώ λόγο για τη σύγχυση που προκύπτει από την απατηλή βεβαιότητα ότι έχει κάνει κανείς τις πιο σωστές επιλογές και επομένως βρίσκεται στον ορθό δρόμο. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση, καθώς δεν υπάρχει ούτε ένα εξωτερικό σημάδι, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για αυτόν που κινδυνεύει, ότι πήρε λάθος δρόμο.

Μια πιο διεισδυτική ματιά στην παραβολή επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα το ακριβές νόημά της. Η πρώτη πρόσκληση του οικοδεσπότη απευθύνεται στους φίλους του. Αν, επομένως, ο οικοδεσπότης ταυτιστεί με τον Χριστό, τότε οι φίλοι του, αυτοί που αρνούνται την πρόσκληση, είναι οι ίδιοι οι χριστιανοί. Έτσι, προκύπτει το παράδοξο, χριστιανοί να αρνούνται μια πρόσκληση του ίδιου του Χριστού. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε κάτι που στα μάτια των συγκεκριμένων χριστιανών θα φάνταζε πιο χριστιανικό ακόμη και από … μια πρόσκληση του Χριστού. Όσο παράδοξο και να ακούγεται αυτό, συμβαίνει συχνά σε πολλούς χριστιανούς.

Ο πρώτος καλεσμένος δικαιολογήθηκε με τη φράση «ἀγρὸν ἠγόρασα». Η φράση αυτή έγινε τελικά παροιμιακή και πέρασε στο καθημερινό λεξιλόγιο αλλά με διαφορετικό από το αρχικό της νόημα. Με τη φράση αυτή σήμερα δηλώνεται κάποιος που αδιαφορεί, ενώ στη συνάφεια της παραβολής η ίδια φράση δηλώνει ότι αυτός που τη χρησιμοποιεί έχει πολλή δουλειά. Την πολλή δουλειά επικαλείται και ο δεύτερος καλεσμένος -πρέπει να πάει να δοκιμάσει τα καινούργια βόδια που αγόρασε- ενώ ο τρίτος δηλώνει αδυναμία συμμετοχής στο δείπνο λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Ασφαλώς ουδείς θα μπορούσε να κατηγορήσει έναν καλό χριστιανό, επειδή φροντίζει ή δίνει προτεραιότητα στη δουλειά του ή στην οικογένειά του, και ουδείς, βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το να ενεργεί κανείς με αυτόν τον τρόπο είναι κακό.

Αυτό όμως που προκύπτει από την Παραβολή του Μεγάλου Δείπνου είναι ότι το καλό και το κακό για τον χριστιανό δεν είναι αντικειμενικά μεγέθη. Το τι είναι καλό για τον χριστιανό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης ενέργειας αλλά από τη σχέση της με όλες τις άλλες επιλογές του. Το ενδιαφέρον κάποιου για τη δουλειά του είναι καλό, αλλά, αν το ενδιαφέρον αυτό τον αποσπά από τη φροντίδα της οικογένειάς του, τότε είναι κακό. Η φροντίδα της οικογένειας με τη σειρά της είναι καλό, αλλά αν η φροντίδα αυτή δεν επιτρέπει στον χριστιανό να νοιαστεί για τους συνανθρώπους του, τότε είναι κακό. Ο χριστιανός, επομένως είναι ένας άνθρωπος που δεν εφησυχάζει ποτέ, δεν θεωρεί τίποτε δεδομένο, αλλά πριν από κάθε ενέργειά του εξετάζει όλα τα δεδομένα στα οποία θα βασίσει τις επιλογές του.

Η Παραβολή του Μεγάλου Δείπνου καλεί όλους τους χριστιανούς σε μια επανεκτίμηση και ενδεχομένως αναθεώρηση των προτεραιοτήτων τους. Όταν θέτει κανείς ως πρώτη προτεραιότητα την επίτευξη των προσωπικών του επιδιώξεων, όσο σωστές επιλογές και να κάνει στο τέλος θα αποτύχει να δώσει πραγματικό νόημα στη ζωή του. Αν, αντίθετα, ως πρώτη προτεραιότητα θέσει κανείς την αναζήτηση του θελήματος του Θεού και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, οι επιλογές του θα είναι πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση.

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: